Φορολογικές ρήτρες στις εμπορικές συμβάσεις: ποιος επιβαρύνεται όταν αλλάζει ο φόρος ή αμφισβητείται η συναλλαγή
Οι εμπορικές συμβάσεις συχνά καθορίζουν τίμημα, προθεσμίες και ευθύνες χωρίς να ρυθμίζουν επαρκώς τις φορολογικές συνέπειες. Όταν προκύψει πρόσθετος ΦΠΑ, παρακράτηση, τέλος, δασμός ή φορολογικός καταλογισμός, τα μέρη διαφωνούν για το ποιος φέρει το κόστος. Η σαφής φορολογική ρήτρα μπορεί να προλάβει σημαντικές αντιδικίες.
Το πρώτο πρακτικό ζήτημα είναι αν το τίμημα περιλαμβάνει ή όχι φόρους. Η γενική φράση πλέον φόρων δεν απαντά πάντοτε ποιος επιβαρύνεται με μη αναμενόμενη παρακράτηση ή με φόρο που καταλογίζεται εκ των υστέρων. Η σύμβαση πρέπει να διακρίνει τους φόρους του προμηθευτή από τους φόρους της συναλλαγής.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι διεθνείς πληρωμές. Η παρακράτηση φόρου μπορεί να μειώσει το καθαρό ποσό που λαμβάνει ο προμηθευτής. Ρήτρες gross-up πρέπει να διατυπώνονται με προσοχή, ώστε να είναι σαφές αν ο πληρωτής οφείλει να αυξήσει το ποσό και υπό ποιες προϋποθέσεις.
Η σύμβαση πρέπει επίσης να ρυθμίζει τη συνεργασία σε φορολογικό έλεγχο. Ποιος παρέχει πιστοποιητικά κατοικίας, παραστατικά, τεκμηρίωση πραγματικού δικαιούχου ή στοιχεία ΦΠΑ; Ποιος ευθύνεται αν η πληροφορία ήταν ανακριβής;
Σε μακροχρόνιες συμβάσεις, είναι χρήσιμη ρήτρα αλλαγής φορολογικού νόμου. Πρέπει να προβλέπεται αν η νέα επιβάρυνση μετακυλίεται, μοιράζεται ή οδηγεί σε επαναδιαπραγμάτευση.
Η ασφαλής πρακτική είναι κάθε σημαντική σύμβαση να περιλαμβάνει ειδική φορολογική ενότητα. Η φορολογία δεν πρέπει να αφήνεται ως αυτονόητη συνέπεια. Πρέπει να κατανέμεται συμβατικά, με σαφή υποχρέωση συνεργασίας και τεκμηρίωσης.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Φορολογικό Δίκαιο