logo-print

Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων - Αποδεικτικά μέσα - Δημόσιες αναρτήσεις στο Facebook (Ειρηνοδικείο Αχαρνών 773/2022)

Πληροφορίες που αναρτώνται από το υποκείμενο των δεδομένων σε δημόσια πρόσβαση στο διαδίκτυο, δεν συνιστούν προσωπικά δεδομένα

Αποδεικτικά μέσα. Προσωπικά δεδομένα. Οι εκτυπώσεις που αποτυπώνουν αναρτήσεις, στις οποίες προέβη κάποιος χρήστης στο «προφίλ» του σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, ώστε να είναι ορατές µόνο από τους «φίλους» του, αποτελούν απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα. Αντιθέτως, πληροφορίες που αναρτώνται από το υποκείμενο των δεδομένων σε δημόσια πρόσβαση στο διαδίκτυο, δεν συνιστούν προσωπικά δεδομένα. Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Αβασιμότητα ισχυρισμού της αιτούσας ότι είναι άνεργη, αποδεικνυόμενη από αναρτήσεις αυτής στο Facebook. Απόρριψη αιτήσεως ως ουσία αβάσιμης, καθώς η αιτούσα παραβίασε το καθήκον της ειλικρινούς δήλωσης των εισοδημάτων της. Διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας. Εφαρμογή ανακριτικού συστήματος και στις μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας.

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΧΑΡΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ

Αριθμός Απόφασης

773/2022

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΧΑΡΝΩΝ

(Εκούσια Δικαιοδοσία)

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Σταματία Κλάγκου, Δόκιμη Ειρηνοδίκη, την οποία όρισε με πράξη η διευθύνουσα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, και τη Γραμματέα Μαρία Κορρέ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την …….-2022 για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση:

Α) Την από ……-2014 και με αριθμό κατάθεσης ……/2014 αίτηση μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: ………………………., κάτοικος ………………. Αττικής, οδός …………………………………, η οποία κατέθεσε νομότυπα και εμπρόθεσμα έγγραφες προτάσεις κατ’ άρθρο 4Η του Ν. 3869/2010, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 4745/2020, εκπροσωπούμενη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταματία Κοψολαίμη και δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε κατά την τυπική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο.

ΤΩΝ ΜΕΤΕΧΟΥΣΩΝ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΡΙΩΝ: 1) της Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………………… Α.Ε.» η οποία εδρεύει στην Αθήνα οδός ……………. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία απορρόφησε δια συγχωνεύσεως την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………………………….» η οποία κατέθεσε νομότυπα και εμπρόθεσμα έγγραφες προτάσεις κατ’ άρθρο 4Η του Ν. 3869/2010, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 4745/2020, εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπίτσιο και δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε κατά την τυπική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο. 2) Της Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………………. Α.Ε.» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……………….. και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και δεν προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατ’ άρθρον 4Η του Ν. 3869/2010, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 4745/2020,

ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΟΝ Η ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ: ……………………., κατοίκου …………………… Αττικής, οδός ……………………………….

Η αιτούσα, με την από ……..-2014 και με αριθμό κατάθεσης ……/2014 αίτησή της ερειδόμενη στο Ν. 3869/2010, περί δικαστικής ρύθμισης των οφειλών της και απαλλαγής από τα χρέη της που απηύθυνε προς το Δικαστήριο τούτο και για όσους λόγους εκθέτει στην αίτησή της ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αιτήματά της. Δικάσιμος για την συζήτηση της αίτησης ορίσθηκε αρχικά η …….-2025 και εν συνεχεία, κατόπιν υποβολής της υπ’ αριθμ. ………………/……………..-2021 ηλεκτρονικής αίτησης επαναπροσδιορισμού της μέσω της πλατφόρμας της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 4Α, 4Β, 4Δ και 4Ε του ν.3869/2010, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ……………./2021 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης ………………..…/2021, και κατόπιν παρέλευσης των προβλεπόμενων στις διατάξεις των άρθρων 4Η, 4Θ, 4Ι και 4ΙΑ του ν.3869/2010 προθεσμιών, η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση μετά την εκφώνησή της με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο συζητήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 4ΙB Ν.3869/2010, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν.4745/2020, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις από 2-11-2021 βεβαιώσεις της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους που αφορούν τις καθ’ ων, η κρινόμενη κοινοποιήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στους ως άνω πιστωτές (άρθρο 4ΣΤ παρ. 1 Ν. 3869/2010). Εάν και νομίμως και εμπροθέσμως αυτοί κλητεύθηκαν, εντούτοις η δεύτερη των καθών δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο και δεν προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις, πρέπει κατά συνέπεια να δικασθεί ερήμην, πλην όμως η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 754 ΚΠολΔ σε συνδυασμό το άρθρο 1, Β, VIII, σελ. 9 της αιτιολογικής έκθεσης του Ν. 4335/2015, βλ. σχετικά και Ρήγα, Οι διαταγές και η Εκούσια Δικαιοδοσία στο νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (μετά το Ν. 4335/2015), ΕλλΔνη 1/2016 (57), σελ. 119).

Η υπ’ αριθ. κατ ……/2014 αίτηση ρύθμισης οφειλών, επί της οποίας είχε οριστεί δικάσιμος η …………………/2025, επαναπροσδιορίστηκε βάσει του ν. 4745/2020 μέσω της Ηλεκτρονικής Πλατφόρμας της ΕΔΙΧ, εντός της νόμιμης προθεσμίας κατ’ αρθ. 4Δ ν. 3869/10 σε συνδυασμό και με το άρθρο 237 του Ν. 4798/2021 (ΦΕΚ Α΄ 68/24.04.2021) και κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, στη συνέχεια δε κοινοποιήθηκε προς τις καθών πιστώτριες εντός της προθεσμίας του αρθ. 4ΣΤ ν. 3869/10. Συνεπώς παραδεκτά και νόμιμα εισάγεται προς συζήτηση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4Α ως 4Κ ν. 3869/10, οι οποίες προστέθηκαν με το ν. 4745/2020.

Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 εδ. β΄ του άρθρου 4 του νόμου 3869/2010, που δεν έχει θιγεί, κατά το σημείο τούτο, από το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 4161/2013 ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση, για την οποία ισχύει η παράγραφος 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 2 του ν. 2479/1997, για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της προηγούμενης παραγράφου, οι οποίες αφορούν, μεταξύ άλλων, τόσο την κατάσταση της περιουσίας του όσο και τα εισοδήματα από κάθε πηγή του ιδίου και του συζύγου του. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδ. α΄ και β΄ του ίδιου νόμου, ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών. Η παράβαση των υποχρεώσεων αυτών, εφόσον έγινε από δόλο ή βαριά αμέλεια, έχει ως συνέπεια, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί και μέχρι 2 έτη μετά την επέλευσή της, ενώ νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά την πάροδο 2 ετών από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αίτησης ή την τελεσιδικία της απόφασης για την έκπτωση. Την παράβαση αυτή μπορεί να επικαλεστεί οποιοσδήποτε πιστωτής μέσα σε ένα έτος από τη στιγμή που πληροφορήθηκε τη διάσταση της πραγματικής κατάστασης του οφειλέτη σε σχέση με εκείνη που δηλώθηκε. Μολονότι ο νόμος κάνει, λόγο για “αίτηση του πιστωτή, είναι δεδομένο ότι, αν βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αίτηση του άρθρου 4, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προβληθεί κατ’ ένσταση μέχρι την περάτωση της συζήτησης ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρ. 745 του ΚΠολΔ). Ειδικότερα, παραβίαση του καθήκοντος ειλικρίνειας υπάρχει αν ο οφειλέτης, από δόλο ή βάριά αμέλεια, αποκρύπτει εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται ή περιουσιακά στοιχεία κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εμφανίζεται μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων και έτσι να επιτύχει παράνομα μειωμένη ικανοποίηση των πιστωτών του, εκτός βέβαια αν η παράλειψη αυτή είναι εντελώς ασήμαντη και επουσιώδης. Ως δόλος νοείται η εκ μέρους του δράστη πρόβλεψη και αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος ορισμένης συμπεριφοράς, την οποία αυτός επιχειρεί, αν και γνωρίζει τα περιστατικά που την καθιστούν παράνομη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με δόλο ενεργεί ο οφειλέτης, όταν, εν γνώσει του, υποβάλει ψευδή δήλωση που δεν ανταποκρίνεται δηλαδή στην αλήθεια, χωρίς να χρειάζεται κάποιο πρόσθετο στοιχείο, ενώ ως βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η απόκλιση από το μέτρο συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη. Η κρίση για το χαρακτήρα της αμέλειας ως βαριάς είναι θέμα αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο. Για να επέλθουν σε βάρος του οφειλέτη οι οριζόμενες στον νόμο πιο πάνω δυσμενείς κυρώσεις δεν απαιτείται με τη συμπεριφορά αυτή του οφειλέτη να έχει μειωθεί (βλαβεί) η ικανοποίηση των πιστωτών. Αρκεί ότι οι εσφαλμένες ή ατελείς δηλώσεις του οφειλέτη είναι πρόσφορες να μειώσουν (ζημιώσουν) την ικανοποίηση των πιστωτών. Όταν όμως οι παραβάσεις του οφειλέτη είναι εντελώς επουσιώδεις, δεν δικαιολογείται η προβλεπόμενη στο νόμο παραπάνω αντιμετώπιση. Επίσης, δεν χρειάζεται να αναφέρονται στην αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου τα ποσά που είχαν εισπραχθεί κατά το παρελθόν στο βαθμό που αυτά, κατά την υποβολή της αίτησης, έχουν πλέον αναλωθεί προς κάλυψη αναγκών του οφειλέτη ή για εξόφληση οφειλών του, αφού έχουν παύσει να αποτελούν περιουσία του. Ο οφειλέτης πάντως πρέπει να αναφέρει και τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, κατά τη δική του υποκειμενική εκτίμηση, μπορεί να είναι και χωρίς αξία ή καί χωρίς πιθανότητα ρευστοποίησης ή είσπραξης, καθώς ο μόνος αρμόδιος να ενημερωθεί γι’ αυτά και να τα αξιολογήσει είναι ο δικαστής. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται και ρυθμίζονται από τον νόμο αυτόν αποβλέπουν στο να διευκολύνουν τον έντιμο και καλόπιστο οφειλέτη, ο οποίος περιήλθε, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης των οφειλών του. Σε κάθε πάντως περίπτωση, ένας ανειλικρινής σε κρίσιμα ζητήματα οφειλέτης (περιουσιακή κατάσταση - εισοδήματα) δεν κρίνεται άξιος να τύχει της ευνοϊκής μεταχείρισης του νόμου (ΑΠ 1397/2019, ΑΠ 1206/2018, ΑΠ 636/2017, ΜΠΡΛαμ 47/2022).

Επιπροσθέτως, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθ. 744, 745, 751 ΚΠολΔ, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, παρέχει στο Δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και πρωτοβουλίας συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων που ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης, και επιβάλλει την ενεργό συμμετοχή του δικαστή στη συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης (ΕφΑθ 2735/00, 4462/02, 2188/05 ο.π, και Π. Αρβανιτάκη στον ΚΠολΔ Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, υπ’ άρθρο 747, αριθ. 7). Για το λόγο αυτό εξάλλου, στις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, εφαρμόζεται το ανακριτικό (άρθρα 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και όχι το συγκεντρωτικό σύστημα (άρθρα 745 και 765 του ΚΠολΔ). Η ως άνω ειδική, για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, ρύθμιση δεν καταλαμβάνει μόνο τις γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, αλλά εκτείνεται και στις μη γνήσιες, δηλαδή και σε εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει προς εκδίκαση κατά την ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Ως πρόσφορα μέτρα για την διακρίβωση πραγματικών γεγονότων νοούνται οποιεσδήποτε δικαστικές ενέργειες, που αποβλέπουν στην εξακρίβωση της αλήθειας πραγματικών γεγονότων, και αν ακόμη δεν προβλέπονται από το νόμο. Η εξουσία του Δικαστηρίου για τη λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου, που απ’ αυτό κρίνεται κατάλληλο, για την ανεύρεση της αλήθειας ως προς την πραγματική κατάσταση δεν οριοθετείται από το νόμο και συνεπώς είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015). Έτσι, περιλαμβάνει την εξουσία να διαταχθεί η προσκόμιση εγγράφου, οποιουδήποτε εγγράφου, επικοινωνίας με δημόσιες αρχές για την συλλογή πληροφοριών, προσαγωγής προς εξέταση μαρτύρων που δεν έχουν προταθεί από διαδίκους, αυτοψίας κ.α. Η εξουσία του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στην ανεύρεση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων που επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αλλά και σε άλλα που δεν έχει γίνει επίκληση απ’ αυτούς τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (ΑΠ 636/2017 Α΄ Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, Ερμηνευτική - νομολογιακή ανάλυση, 1996 τόμος Δ΄, σελ. 414).

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 443, 444 παρ. 1γ και παρ. 2 ΚΠολΔ ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση. Τέτοιο ιδιωτικό έγγραφο που προσκομίζεται ως αποδεικτικό μέσο σε πολιτική δίκη και αφορά σε ιδιωτική επαφή και συνομιλία εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση ενός εκ των συμμετεχόντων, καθίσταται απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο, διότι αποτελεί ανεπίτρεπτο περιορισμό της συνταγματικά προστατευόμενης ελεύθερης άσκησης της επικοινωνίας, σύμφωνα με τα άρθρα 2 παρ. 1, 9 παρ. 1β΄, 9Α, 19 του Συντάγματος και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (βλ. AΠ 996/2010, ΑΠ 981/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέτοια απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν στα πλαίσια της δίκης, αποτελούν και οι εκτυπώσεις που αποτυπώνουν αναρτήσεις στις οποίες προέβη κάποιος χρήστης στο «προφίλ» του στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης «facebook» ώστε να είναι ορατές μόνο από τους «φίλους» του στο συγκεκριμένο μέσο κοινωνικής δικτύωσης (βλ. και ΜΠρΘεσσαλ 13748/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, ο Ν. 2472/1997 για την «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» τιμωρεί την κατάργηση του απορρήτου και της μυστικότητας της ιδιωτικής ζωής σε περίπτωση επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων χωρίς να υφίσταται συναίνεση για την επεξεργασία τους (βλ. ΕφΛαρ 3446/2015, ΕφΑθ 175/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αφορά, δηλαδή, σε επεμβάσεις σε αρχεία που είναι κρυφά και δεν έχουν δημοσιοποιηθεί και στην επεξεργασία κρυφών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από επέμβαση σε κρυφό αρχείο. Όσο η ιδιωτική ζωή είναι απόρρητη άξια προστασίας, όμως όταν πλέον έχει ευρέως δημοσιοποιηθεί παύει να είναι άξια προστασίας από τον εν λόγω νόμο, ήτοι όταν τέτοια προσωπικά δεδομένα του ατόμου είναι γνωστά σε ένα σχετικά μεγάλο αριθμό προσώπων ή μπορούν να γίνουν από αυτούς εύκολα αντιληπτά και θεωρούνται εξακριβωμένα, τότε δεν προσβάλλεται το δικαίωμα για πληροφορική αυτοδιάθεση και στην ιδιωτική ζωή. Στην περίπτωση του μέσου κοινωνικής δικτύωσης «facebook», ο χρήστης έχει τη δυνατότητα να προβεί σε ρυθμίσεις ιδιωτικότητας στο «προφίλ» του, εάν επιθυμεί να περιορίσει τον κύκλο των προσώπων που έχουν πρόσβαση σε αυτό, στις φωτογραφίες του και γενικότερα στις αναρτήσεις του, δηλαδή να προβεί σε ρυθμίσεις περιορισμού προσβάσεως στις πληροφορίες του. Ακόμη όμως, έχει τη δυνατότητα να καταστήσει δημόσια κι ελεύθερα προσβάσιμα σε όλους (ακόμη και σε χρήστες του διαδικτύου που δεν έχουν λογαριασμό στο «facebook») τα στοιχεία αυτά, με την καταχώρισή τους στον εν λόγω ιστότοπο χωρίς ρυθμίσεις ασφαλείας. Πληροφορίες, όμως, οι οποίες αναρτώνται από το υποκείμενο των δεδομένων σε δημόσια πρόσβαση στο διαδίκτυο δεν συνιστούν προσωπικό δεδομένο και δεν εμπίπτουν στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 2472/1997 (βλ. ΤριμΕφΑθ 175/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ, Βούλευμα ΠλημμΑΘ 1281/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘεσσαλ 6981/2018 Α΄ Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑθ 5551/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας, μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τις αναφερόμενες στην αίτηση πιστώτριές της και εκθέτοντας την οικογενειακή και περιουσιακή της κατάσταση, ζητά με βάση τις διατάξεις του Ν.3869/2010: α) να επικυρωθεί το περιλαμβανόμενο στην υπό κρίση αίτηση σχέδιο διευθέτησης οφειλών της ως προτείνεται ή ως τροποποιηθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7 του Ν.3869/2010, ώστε να αποκτήσει ισχύ δικαστικού συμβιβασμού και επικουρικά, σε περίπτωση μη επίτευξης δικαστικού συμβιβασμού, να εκδοθεί προσωρινή διαταγή που να αναστέλλει κάθε καταδιωκτικό μέτρο εις βάρος της κινητής και ακίνητης περιουσίας της και να διαταχθεί η ρύθμιση των χρεών της σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του ν 3869/2010, β) να εξαιρεθεί της εκποίησης το αναλυτικά περιγραφόμενο στην αίτηση ακίνητό της κατ’ άρθρο 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, γ) να αναγνωρισθεί ότι με την τήρηση της παραπάνω ρύθμισης θα απαλλαγεί από τα χρέη της προς τις καθ’ ων πιστώτριες της.

Με το περιεχόμενο αυτό η αίτηση, στο δικόγραφο της οποίας διαλαμβάνονται όλα τα από τις διατάξεις των άρθ. 216 ΚΠολΔ, αρθ. 2 παρ.1, αρθ. 4 παρ.1, 2 και αρθ. 5 παρ.1 του Ν. 3869/2010, όπως αυτός ίσχυε κατά το χρόνο κατάθεσης της επίδικης, ήτοι μετά την τροποποίησή του από τους Ν. 4161/2013 και 4745/2020, είναι ορισμένη αφού σ’ αυτήν περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο (άρθρα 1 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010) για το ορισμένο αυτής και συγκεκριμένα: α) η έλλειψη της πτωχευτικής ικανότητας της αιτούσας, β) η μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, γ) η κατάσταση της περιουσίας της και τα εισοδήματά της, δ) η κατάσταση των πιστωτών της και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και ε) σχέδιο διευθετήσεως των οφειλών της. Για το ορισμένο, δε, της αιτήσεως δεν απαιτείται να μνημονεύονται στο δικόγραφο ο χρόνος, ο τρόπος και οι συνθήκες υπό τις οποίες περιήλθε ο αιτών σε αδυναμία πληρωμών ή οι αιτίες για τις οποίες δημιουργήθηκαν τα μη αντιμετωπίσιμα ήδη χρέη του ή τα αίτια που τον ώθησαν στο δανεισμό και στην εν γένει δημιουργία των οφειλών που επιθυμεί να ρυθμίσει, εναπόκειται, δε, στις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριές της να επικαλεστούν και να αποδείξουν ότι η περιέλευσή της σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής έγινε δολίως [ΜΠρΛαμ 67/2016 Νόμος, Βενιέρης/Κατσάς (-Βενιέρης) ό.π., σελ. 156, 163-164, 181-183, με τις εκεί παραπομπές σε αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων]. Στοιχείο, εξάλλου, του ορισμένου της αιτήσεως δεν αποτελεί ούτε η αναφορά της εισοδηματικής καταστάσεως του αιτούντος κατά το χρόνο αναλήψεως των χρεών του ούτε ο χρόνος που έπαυσε τις πληρωμές του, καθώς τα ανωτέρω αποτελούν αντικείμενο αποδείξεως (ΜΠρΧαν 654/2013, ΕιρΠολυγ 64/2014, ΕιρΑθ 161/2013 Νόμος). Ακόμα, από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 4 παρ. 1 του ιδίου νόμου προκύπτει ότι για το ορισμένο της αιτήσεως δεν απαιτείται η αναφορά του χρόνου αναλήψεως του υπό ρύθμιση χρέους αλλά αρκεί η επίκληση της αναλήψεως αυτού σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την υποβολή της αιτήσεως, ο, δε, πιστωτής ενός τέτοιου χρέους, ο οποίος γνωρίζει το χρόνο αναλήψεως αυτού έχοντας την απαιτούμενη προς τούτο υποδομή (λογιστήριο, αρχείο, νομικό τμήμα), εφόσον επιθυμεί να αποκλείσει την εφαρμογή του νόμου, θα προβάλλει το σχετικό ισχυρισμό, φέροντας και το βάρος αποδείξεως αυτού, κι εφόσον ο ισχυρισμός αποδειχθεί βάσιμος, θα αποκλεισθεί το συγκεκριμένο χρέος από την υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου (ΜΠρΑλεξ 190/2012 αδημ, ΕιρΠολυγ 64/2014 Νόμος, Κρητικός «Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», 2012, σελ. 106 παρ. 41). Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της πρώτης των καβών περί αοριστίας της κρινόμενης αίτησης τυγχάνουν απορριπτέοι ως νομικά αβάσιμοι.

Παραδεκτώς και αρμοδίως, λοιπόν, καθ’ ύλην και κατά τόπο εισάγεται προς συζήτηση η κρινόμενη αίτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 Ν.3869/2010), καθώς εχώρησε νομότυπη κατάθεση της ένδικης αιτήσεως, εφόσον για το παραδεκτό της τηρήθηκε η προδικασία που επιβάλλουν οι διατάξεις του Ν. 3869/2010. όπως τροποποιήθηκε ως ανωτέρω και εφόσον προσκομίζεται νόμιμα και εμπρόθεσμα υπεύθυνη δήλωση της αιτούσας για την ορθότητα και την πληρότητα των καταστάσεων της περιουσίας της και των κάθε φύσης εισοδημάτων της και την κατάσταση των πιστωτών της και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων που προέβη την τελευταία τριετία. Περαιτέρω, τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το νόμο προδικασία με την αποτυχία του προδικαστικού συμβιβασμού δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών από τις καθών πιστώτριες. Παράλληλα από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση της αιτούσας για ρύθμιση των χρεών της στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει εκδοθεί άλλη απόφαση ρύθμισης με απαλλαγή από τις οφειλές της, ή οριστική απόφαση που απέρριψε προγενέστερη αίτησή της λόγω δόλου ως προς την περιέλευσή της σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, ή λόγω δόλιας παράβασης του καθήκοντος της αλήθειας (αρθ. 61 παρ. 1ν. 4549/18), ή απορριπτική απόφαση προγενέστερης αίτησης για ουσιαστικούς λόγους, ούτε απόφαση που διέταξε την έκπτωσή της για τους λόγους του αρθ. 11 παρ. 2, ή απόφαση περί μη απαλλαγή της κατ’ αρθ. 11 παρ. 1, ή περί έκπτωσής της για τους λόγους που αναφέρονται στο αρθ. 10 παρ. 1 και 2.

Επιπροσθέτως, η κρινόμενη αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 6 παρ. 3, 8, 9, 10, 11 του Ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τους ν. 4161/13 και 4549/18, εφόσον κατατέθηκε πριν την 15.8.2015, καθόσον με βάση τα εκτιθέμενα σ’ αυτή περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας στις ρυθμίσεις του νόμου, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη του δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του. Μη νόμιμα αιτήματα ωστόσο αποτελούν: α) το αίτημα περί επικύρωσης του σχεδίου διευθετήσεως, αφού η επικύρωση του σχεδίου από τους διαδίκους δεν αποτελεί αντικείμενο της αίτησης του άρθρου 4 Ν. 3869/2010 αλλά νόμιμη συνέπεια της ελεύθερης συμφωνίας αυτών, στην περίπτωση που κανένας πιστωτής δεν προβάλλει αντιρρήσεις για το αρχικό ή το τροποποιημένο σχέδιο διευθέτησης οφειλών ή συγκατατίθενται όλοι σε αυτό, β) το αίτημα περί αναγνώρισης ότι με την τήρηση της ρύθμισης του Δικαστηρίου θα απαλλαγεί από τα χρέη της, το οποίο πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο, διότι η ενδεχόμενη απαλλαγή του οφειλέτη αποτελεί αντικείμενο μεταγενέστερης αίτησής του, υποβαλλόμενης στο Δικαστήριο μετά την προσήκουσα εκτέλεση από αυτόν, όλων των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση επί της κρινόμενης (άρθρο 11 Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης. Παραπέρα, και κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, η αίτηση πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της δεύτερης καθής, με τις προτάσεις του, αρνήθηκε αιτιολογημένα την ένδικη αίτηση και προέβαλε: 1) «ένσταση» αοριστίας της, η οποία είναι ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 4 ν. 3869/2010, και επί της οποίας το Δικαστήριο ήδη απεφάνθη, 2) ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης λόγω εμπορικής ιδιότητας της αιτούσας, ισχυρισμός ο οποίος συνιστά άρνηση της αίτησης και είναι παραδεκτός και νόμιμος, ερειδόμενος στο άρθρο 1 Ν. 3869/2010, θα κριθεί δε στο πλαίσιο εκτίμησης του αποδεικτικού υλικού, καθώς η πτωχευτική ικανότητα υπό τη θετική της εκδοχή, προβάλλεται από τους πιστωτές του αιτούντος κατ’ ένσταση, όμως μπορεί να ληφθεί υπόψιν και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, η δε απόδειξη των σχετικών ισχυρισμών των πιστωτών θα έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αίτησης λόγω μη συνδρομής ουσιαστικής προϋπόθεσης. Συνεπακόλουθα, ο προβαλλόμενος από τη δεύτερη των καθών ισχυρισμός, δεν θα εξεταστεί στο στάδιο του παραδεκτού, στο οποίο η νομιμοποίηση έχει χαρακτήρα τυπικό ή υποθετικό, υπό την έννοια ότι ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι αυτή και οι καθ’ ων είναι τα υποκείμενα της καταγόμενης προς κρίση έννομης σχέσης αρκεί για τη νομιμοποίηση αμφοτέρων, χωρίς να ασκεί καταρχήν επιρροή η αλήθεια ή η αναλήθεια αυτού, έστω δηλαδή και αν το επίδικο ουσιαστικό δικαίωμα δεν υφίσταται στην πραγματικότητα ή είναι ξένο ως προς τους διαδίκους, 3) ένσταση δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του Ν. 3869/2010, πλην, όμως, η εν λόγω ένσταση τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της. Ειδικότερα, γίνεται δεκτό ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά τη διάταξη του άρθρου 262 ΚΠολΔ, η ένσταση της πιστώτριας τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων των προς αυτήν χρηματικών οφειλών πρέπει να αναφέρει: α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε με αυτήν, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες (ΑΠ 56/2018, ΑΠ 515/2018 ΑΠ 59/2021 Νόμος), καθώς και δ) το ύψος της μηνιαίας ενήμερης δόσης των δάνειων του, στοιχεία που η ως άνω πιστώτρια δεν αναφέρει, 4) ένσταση έλλειψης γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη και θα κριθεί κατά το στάδιο εκτίμησης του αποδεικτικού υλικού, 5) ένσταση δόλιας παραβίασης του καθήκοντος ειλικρινούς δηλώσεως ως προς το εισόδημα και την περιουσιακή κατάσταση, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη και θα κριθεί στο στάδιο εκτίμησης του αποδεικτικού υλικού.

Από όλα τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, χρήσιμα και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις ομολογίες που συνάγονται από το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων και από όσα είναι τοις πάσι γνωστά, αποδείχθηκαν τα παρακάτω ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:

Η αιτούσα, ηλικίας … ετών κατά τη συζήτηση της αίτησης, είναι έγγαμη με τον ………………... και έχουν αποκτήσει δύο τέκνα, ηλικίας .. και .. ετών. Κατά δήλωσιν της είναι άνεργη από το ….. Από το …. μέχρι το …. διατηρούσε κοσμηματοπωλείο με την αδελφή της, ωστόσο τον Μάρτιο του …., έλαβε χώρα ληστεία στο εν λόγω κατάστημα και αφαιρέθηκε εμπόρευμα πολύ μεγάλης αξίας. Έκτοτε η αιτούσα αναφέρει ότι αποχώρησε από την ομόρρυθμη εταιρεία που είχε συστήσει με την αδελφή της, η οποία εταιρεία λύθηκε στις ……………… του ……. Επιπλέον από την κατάθεση της αίτησης μέχρι τη συζήτηση αυτής τονίζει ότι παραμένει άνεργη με μηδενικά εισοδήματα. Ο σύζυγός της είναι αξιωματικός του Γενικού Επιτελείου …………………, κατά την κατάθεση των προτάσεων δήλωνε ότι έχει τον βαθμό του …………….., ωστόσο από πρόσφατη μισθοδοσία του προέκυψε ότι έχει τον βαθμό του ……………... Τα μηνιαία εισοδήματά του κατά τα τελευταία έτη πριν τη συζήτηση της αίτησης ανέρχονταν στα 2.200 ευρώ κατά μέσο όρο, ενώ λαμβάνει και πτητικό επίδομα της τάξης των 9.000 ευρώ περίπου, σε δύο δόσεις στη διάρκεια κάθε έτους.

Πέραν αυτού, το συνολικό δηλωθέν εισόδημα της αιτούσας ανήλθε για το οικονομικό έτος 2008 σε μηδενικό και του συζύγου της σε 18.033,65€, για το οικονομικό έτος 2009 σε μηδενικό και του συζύγου της σε 20.001,45€, για το οικονομικό έτος 2010 σε 7.804,42€ και του συζύγου της σε 21.204,60€, για το οικονομικό έτος 2011 σε 2.738,36€ και του συζύγου της σε 23.808,44€, για το οικονομικό έτος 2012 σε 788,74€ και του συζύγου της σε 23.147,70€, για το οικονομικό έτος 2013 σε 705,28€ και του συζύγου της σε 23.194,02€, για το φορολογικό έτος 2014 σε 3,09€ και του συζύγου της σε 23.413,78€, για το φορολογικό έτος 2015 σε 0,60€ και του συζύγου της σε 24.218,19€, για το φορολογικό έτος 2016 σε μηδενικό και του συζύγου της σε 25.472,88€, για το φορολογικό έτος 2017 σε μηδενικό και του συζύγου της σε 25.887.52€, για το φορολογικό έτος 2018 σε μηδενικό και του συζύγου της σε 25.891,74€, για το φορολογικό έτος 2019 σε μηδενικό και του συζύγου της σε 26.207,83€, για το οικονομικό έτος 2020 σε 1.660,45€ και του συζύγου της σε 27.159,40€, όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα των ανωτέρω ετών που η αιτούσα προσκομίζει και επικαλείται. Σημειώνεται δε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια των ως άνω αναφερόμενων ετών, ο σύζυγος της αιτούσας ελάμβανε και λαμβάνει ετησίως ……… επίδομα ανερχόμενο από 8.000 έως 11.000.

Η αιτούσα είναι πλήρης κυρία, νομέας και κάτοχος σε ποσοστό 100% ενός ακινήτου κείμενου σε οικόπεδο στ…. …………… Αττικής, επί της οδού …………….., ήτοι μιας μεζονέτας ισογείου και πρώτου ορόφου, συνολικού εμβαδού των κύριων χώρων …………… τ.μ„ στην οποία περιλαμβάνονται και βοηθητικοί χώροι εμβαδού …………. τ.μ., ήτοι αποθηκευτικοί χώροι και θέση στάθμευσης αυτοκινήτου. Η συνολική αντικειμενική αξία της εν λόγω οικίας ανέρχεται σε 180.701,30€.

Πέραν αυτών, η αιτούσα διαθέτει ένα όχημα Ι.Χ με αριθμό κυκλοφορίας ……………, κυβικών ………….., το οποίο κατά δήλωσίν της δεν χρησιμοποιείται και έχουν κατατεθεί οι πινακίδες του, λόγω μεγάλης ζημιάς που υπέστη σε τρακάρισμα.

Περαιτέρω σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης, είχαν αναληφθεί από την αιτούσα τα παρακάτω χρέη προς τις καθών πιστώτριες:

Από την τράπεζα «…………………….. ΑΕ.» δανειακή υποχρέωση συνολικού ύψους 194.912,37€, δυνάμει της με αριθμό ………………………. συμβάσεως (βλ. την από 11/11/2021 βεβαίωση που εξέδωσε η καθ’ ης για την αιτούσα, την οποία η καθής προσκομίζει και επικαλείται). Η ως άνω σύμβαση στεγαστικού δανείου είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης επί της κυρίας κατοικίας της αιτούσας και ως εκ τούτου συνεχίζει να εκτοκίζεται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως με επιτόκιο ενήμερης οφειλής.

Από την τράπεζα «……………..», δανειακή υποχρέωση συνολικού ύψους 3.396.40€, δυνάμει της με αριθμό ………………… συμβάσεως (βλ την από 19-11-2013 βεβαίωση που εξέδωσε η δεύτερη καθής για την αιτούσα, την οποία η αιτούσα προσκομίζει και επικαλείται).

Από τα παραπάνω οικονομικά στοιχεία που προσκόμισε η αιτούσα και αφορούν την περιουσιακή της κατάσταση και από τη μελέτη του φακέλου της δικογραφίας, προέκυψαν περισσότερες από μια φορές, ανειλικρινείς δηλώσεις της αιτούσας σχετικά με την εισοδηματική και την περιουσιακή της κατάσταση. Συγκεκριμένα η αιτούσα αναφέρει στην αίτηση και τις προτάσεις της ότι εργαζόταν από το ………. μέχρι το …………. στην οικογενειακή επιχείρηση λιανικού εμπορίου κοσμημάτων μαζί με την αδελφή της, ενώ επίσης αναφέρει ότι το ………… λύθηκε η ομόρρυθμη εταιρεία που διατηρούσε η αιτούσα με την αδελφή της λόγω ληστείας του ως άνω καταστήματος. Αφήνει τεχνηέντως η αιτούσα να εννοηθεί ότι το κατάστημα κατόπιν της ληστείας έκλεισε, αφού δεν κάνει λόγο πουθενά για το αν συνέχισε να λειτουργεί η οικογενειακή αυτή επιχείρηση. Ωστόσο από την προσκόμιση από την καθής δημοσίων φωτογραφιών που έχουν αναρτηθεί στο facebook, οι οποίες λόγω του δημόσιου χαρακτήρα τους μπορούν να προσκομιστούν στο Δικαστήριο ως αποδεικτικά μέσα και να ληφθούν υπόψη στο στάδιο μελέτης της δικογραφίας και του αποδεικτικού υλικού, όπως αναλύεται στη μείζονα πρόταση της παρούσας, προέκυψε ότι η οικογενειακή επιχείρηση συνεχίζει κανονικά τη λειτουργία της και λαμβάνει χωρά και διαδικτυακή προώθηση του εμπορεύματος αυτής. Μάλιστα από δημόσια ανάρτηση που έλαβε χώρα την ………….-2020 από την αδελφή της καθής, προκύπτει ότι κυκλοφορούν και προωθούνται στο κοινό επαγγελματικές κάρτες της επιχείρησης αυτής με τυπωμένα τα ονόματα της αιτούσας και της αδελφής της ως ιδιοκτητριών της επιχείρησης, ενώ η αιτούσα ισχυρίστηκε ότι έχει αποχωρήσει από την εταιρεία το ………... Οι κάρτες αυτές δεν είναι δυνατόν να μην έχουν αλλαχθεί από το ………. μέχρι το …………. που έλαβε χώρα η εν λόγω ανάρτηση, συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εν λόγω κάρτες είναι καινούργιες και με κάποιον τρόπο η αιτούσα συνεχίζει να εμπλέκεται στην ως άνω επιχείρηση ουσιαστικά, καίτοι τυπικά έχει διακόψει την εμπορική της δραστηριότητα, γεγονός που αποκρύπτει από το Δικαστήριο. Επιπροσθέτως, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω αναρτήσεις στο facebook έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια του lockdown του 2020, γεγονός επίσης αναληθές, αφού φαίνεται από τις ημερομηνίες αυτών ότι έλαβαν χώρα από τέλη Μαΐου έως τέλη Ιουλίου του 2020, ότε και είχε ήδη αρθεί το lockdown. Η αιτούσα δεν εξηγεί πως γίνεται να έχει αποχωρήσει από την εταιρεία από το ……….., ωστόσο να συνεχίζει να εμφανίζεται το όνομά της στην επαγγελματική κάρτα της εν λόγω επιχείρησης, ως συνιδιοκτήτριας, μαζί με το όνομα της αδελφής της. Η δε διεύθυνση που αναγράφεται στην επαγγελματική αυτή κάρτα, είναι ακριβώς ίδια με τη διεύθυνση στην οποία βρίσκεται η οικογενειακή αυτή επιχείρηση, συνεπώς πρόκειται για το ίδιο κατάστημα, επιβεβαιώνεται δε η συγκεκριμένη διαπίστωση από την από ………..2020 δημόσια ανάρτηση στο facebook της αδελφής της αιτούσας όπου φαίνεται μεν το όνομα του πατέρα της αιτούσας στην επωνυμία της επιχείρησης, ωστόσο σε σχόλιο στην εν λόγω ανάρτηση γράφει η αδελφή της αιτούσας: «Η νέα συλλογή της …….. είναι κοντά μας, σας περιμένουμε». Πρόκειται λοιπόν αναμφίβολα για την ίδια επιχείρηση, η οποία παραδέχεται η αιτούσα ότι λειτουργεί μεν στο όνομα του πατέρα της, προς τιμήν του επειδή εκείνος την ξεκίνησε, ωστόσο τώρα προωθείται μέσω επαγγελματικών καρτών με τα ονόματα της αιτούσας και της αδελφής της. Παράλληλα από την επισκόπηση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων της αιτούσας διαφαίνονται αντιφάσεις μεταξύ των ισχυρισμών της και των δηλωμένων εισοδημάτων της. Τα έτη ……… έως ………….. κατά τη διάρκεια των οποίων ισχυρίζεται η αιτούσα ότι ήταν ενεργή η ομόρρυθμη εταιρεία που είχε ιδρύσει με την αδελφή της, τα εισοδήματά της είναι από μηδενικά μέχρι 7.804,42 ευρώ, ήτοι αρκετά χαμηλά, στην αίτησή της ωστόσο δηλώνει ότι όσο εργαζόταν τα εισοδήματά της ήταν ικανοποιητικά και μπορούσε να αποπληρώνει τις μηνιαίες δόσεις των δανείων της. Η δήλωση αυτή δεν συμβαδίζει με τα προσκομισθέντα εκκαθαριστικά σημειώματα και το Δικαστήριο κρίνει ότι η αιτούσα απέκρυπτε εισοδήματα καθόλη τη διάρκεια της περιόδου από …… ως …………. Περαιτέρω, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι από το 2014 που κατατέθηκε η αίτηση έως τη συζήτηση αυτής, παραμένει άνεργη, εκτός από μια μικρή περίοδο του 2020 που εργάστηκε με τετράωρη απασχόληση σε μια πιτσαρία. Δεν αναφέρει δε, καμία περαιτέρω πληροφορία για αυτή την εργασία, πότε ακριβώς έλαβε χώρα, ούτε ποιος ήταν ο μισθός που ελάμβανε, καθώς και τον λόγο που διακόπηκε η απασχόληση αυτή. Κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης το δεύτερο τέκνο της αιτούσας ήταν ……………. και αυτό δυσχέραινε τις προσπάθειες της να εξεύρει νέα εργασία, ωστόσο η αιτούσα δεν εξηγεί για ποιον λόγο παραμένει άνεργη καθόλη τη διάρκεια των οκτώ ετών που μεσολάβησαν από την κατάθεση της αίτησης μέχρι τη συζήτηση αυτής, δεδομένου ότι πλέον τα τέκνα της είναι … και … ετών, πηγαίνουν στο σχολείο, ενώ παράλληλα η αιτούσα δεν αναφέρει τυχόν προβλήματα υγείας της, ή άλλες καταστάσεις που μπορούσαν να οδηγήσουν σε ανικανότητα για εργασία, είναι δε μόλις ….. ετών σήμερα, ήτοι αρκετά νέα και κατά την κατάθεση της αίτησης αλλά και κατά τη συζήτηση αυτής ώστε να μπορεί να εξεύρει εργασία και να συνεισφέρει με αυτόν τον τρόπο στις ανάγκες της οικογένειάς της, πολλώ δε μάλλον εφόσον είναι ενεργή η οικογενειακή επιχείρηση, μπορεί να απασχοληθεί και να εργαστεί σε αυτήν. Η συνεχιζόμενη ισχυριζόμενη ανεργία της αιτούσας, καθώς και οι ανωτέρω αντιφάσεις και ανειλικρινείς δηλώσεις της περί της οικογενειακής επιχείρησης, οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η αιτούσα είτε δεν καταβάλλει τη δέουσα επιμέλεια στην εξεύρεση εργασίας, ως απαιτεί ο νόμος 3869/2010 προκειμένου ένας οφειλέτης να υπαχθεί στις ευνοϊκές του διατάξεις, ενώ είναι ιδιαιτέρως πιθανόν να απασχολείται ουσιαστικά στην οικογενειακή επιχείρηση, αποκομίζοντας εισοδήματα, τα οποία δεν δηλώνονται στη ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος, προκειμένου η αιτούσα να απεικονίζεται ως άνεργη, ώστε να εμφανίζεται μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων και έτσι να επιτύχει παράνομα μειωμένη ικανοποίηση των πιστωτών της.

Ανειλικρίνεια δε προκύπτει και από την αναφορά των εισοδημάτων του συζύγου της αιτούσας, που η ίδια αναφέρει στις προτάσεις της ότι από το ….. έχει τον βαθμό του ………, ενώ από μισθοδοσία του που προσκομίστηκε το 2015, αλλά και από μισθοδοσία που προσκομίστηκε κατόπιν αιτήματος του Δικαστηρίου σύμφωνα με το αρ 227 του ΚΠολΔ, προέκυψε ότι ο σύζυγος της αιτούσας προήχθη κατά τη διάρκεια των ετών που μεσολάβησαν από την κατάθεση της αίτησης έως τη συζήτηση αυτής σε ………… και εν συνεχεία σε …………….., με την ανάλογη αύξηση μισθού, η οποία είναι φανερή και σταθερή στα εκκαθαριστικά των τελευταίων ετών. Ισχυρίζεται δε η αιτούσα ότι το μηνιαίο εισόδημα του συζύγου της ανέρχεται σε 1.400 ευρώ, από τη μελέτη ωστόσο των εκκαθαριστικών σημειωμάτων, προκύπτει ότι το μηνιαίο εισόδημα του ξεπερνά τις 2.000 ευρώ, το δε ……….. επίδομα το οποίο λαμβάνει ετησίως ο σύζυγος της αιτούσας και ανέρχεται στις 10.000 ευρώ περίπου, είναι πλέον αφορολόγητο στο 100% σύμφωνα με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 14/Α/29-1-2022.

Υπό τα άνω πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο δέχεται ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση της καθής περί ανειλικρινούς δήλωσης της αιτούσας που προτάθηκε νομότυπα και συνέπεια της ως άνω ανειλικρινούς δήλωσης των εισοδημάτων της είναι η έκπτωσή της αιτούσας από το δικαίωμα υπαγωγής της στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, η οποία επέρχεται ως προς όλους τους πιστωτές. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, Δικαστική δαπάνη δεν θα επιδικασθεί κατ’ άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β΄ του ν. 3869/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ την αίτηση ερήμην της δεύτερης καθής και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.

ΚΡΙΘΗΚΕ αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στις Αχαρνές σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού την 9/9/2022 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, παρούσας της Γραμματέως της έδρας.

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Κωνσταντίνος Μπίτσιος

Ο ανακριτής

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΛΑΓΑΚΟΣ

ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ / ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Δημόσιες Συμβάσεις - Σχόλια Νομολογία κατ

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΝΑΓΟΣ - ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ