logo-print

Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων - Αποδεικτικά μέσα - Δημόσιες αναρτήσεις στο Facebook (ΕιρΣαλαμίνας 13/2021)

Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα· καθήκον ειλικρινούς δήλωσης των περιουσιακών στοιχείων και εισοδημάτων του οφειλέτη· αποδεικτικά μέσα· οι εκτυπώσεις που αποτυπώνουν αναρτήσεις στις οποίες προέβη κάποιος χρήστης στο «προφίλ» του στο µέσο κοινωνικής δικτύωσης «facebook» ώστε να είναι ορατές µόνο από τους «φίλους» του στο συγκεκριμένο µέσο κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν στα πλαίσια της δίκης· πληροφορίες όμως που αναρτώνται από το υποκείμενο των δεδομένων σε δημόσια πρόσβαση στο διαδίκτυο δεν συνιστούν προσωπικά δεδομένα και δεν εμπίπτουν στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 2472/1997.

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ

ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

Αριθµός Απόφασης

13 / 2021

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ

Συγκροτήθηκε απὀ την Ειρηνοδίκη Ελισάβετ Δοκιανάκη µε την παρουσία και της Γραμματέα Αικατερίνης Καταγά.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 13.10.2020, για να δικάσει την υπόθεση:

ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ: 1) ... και 2) ..., αμφοτέρων κατοίκων Σαλαμίνας, επἰ της οδού …, οι οποίοι παραστάθηκαν διά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Μαρίας Καμαρινού.

ΤΩΝ ΜΕΤΕΧΟΥΣΩΝ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΡΙΩΝ που κατέστησαν διάδικοι µετά τη νόμιμη κλήτευση τους (άρθρα 5 του Ν. 3869/2010 και 745 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως νόμιμα εκπροσωπούνται, φέρουν δε τις εξής επωνυμίες : 1) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας µε την «………………» που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 2) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας µε την «………………» που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 3) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας µε την επωνυμία …………… που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, …………………………, που παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Μπίτσιου και 4) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας µε την επωνυμία ………………… που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Οι αιτούντες ζητούν να γίνει δεκτή η από ……….2016 αίτηση τους κατά των καθ ων πιστωτριών, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου µε αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………………… και προσδιορίστηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης και γράφτηκε στο πινάκιο, οπότε υπόθεση αυτή εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο και κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, όπως εκτίθενται στις προτάσεις που κατέθεσαν, και ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθ. 744, 745, 751 ΚΠολΔ, ο ιδιόρρυθµος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, παρέχει στο Δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και πρωτοβουλίας συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων που ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης, και επιβάλλει την ενεργό συμμετοχή του δικαστή στη συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης (ΕφΑθ 2735/00, 4462/02, 2188/05 ο.π, και Π. Αρβανιτάκη στον ΚΠολΔ Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, υπ’ άρθρο 747, αριθ. 7). Για το λόγο αυτό εξάλλου, στις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, εφαρµόζεται το ανακριτικό (άρθρα 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και όχι το συγκεντρωτικό σύστημα (άρθρα 745 και 765 του ΚΠολΔ). Η ως άνω ειδική, για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, ρύθμιση δεν καταλαμβάνει µόνο τις γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, αλλά εκτείνεται και στις µη γνήσιες, δηλαδή και σε εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει προς εκδίκαση κατά την ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Ως πρόσφορα µμέτρα για την διακρίβωση πραγματικών γεγονότων νοούνται οποιεσδήποτε δικαστικές ενέργειες, που αποβλέπουν στην εξακρίβωση της αλήθειας πραγματικών γεγονότων, και αν ακόμη δεν προβλέπονται από το νόμο. Η εξουσία του Δικαστηρίου για τη λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου, που απ᾿ αυτό κρίνεται κατάλληλο, για την ανεύρεση της αλήθειας ως προς την πραγματική κατάσταση δεν οριοθετείται από το νόμο και συνεπώς είναι απεριόριστη, αφού µπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά µέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά µμέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά µμέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015). Έτσι, περιλαμβάνει την εξουσία να διαταχθεί η προσκόμιση εγγράφου, οποιουδήποτε εγγράφου, επικοινωνίας µε δημόσιες αρχές για την συλλογή πληροφοριών, προσαγωγής προς εξέταση μαρτύρων που δεν έχουν προταθεί από διαδίκους, αυτοψίας κ.α. Η εξουσία του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται µόνο στην ανεύρεση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων που επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αλλά και σε άλλα που δεν έχει γίνει επίκληση απ᾿ αυτούς τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (ΑΠ 636/2017 Α᾿ Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, Ερμηνευτική - νοµολογιακή ανάλυση, 1996 τόµος Δ’, σελ. 414).

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 443, 444 παρ. 1γ και παρ. 2 ΚΠολΔ ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές ἡ κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση. Τέτοιο ιδιωτικό έγγραφο που προσκομίζεται ως αποδεικτικό µέσο σε πολιτική δίκη και αφορά σε ιδιωτική επαφή και συνομιλία εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση ενός εκ των συμμετεχόντων, καθίσταται απαράδεκτο αποδεικτικό µμέσο, διότι αποτελεί ανεπίτρεπτο περιορισμό της συνταγματικά προστατευόμενης ελεύθερης άσκησης της επικοινωνίας, σύμφωνα µε τα άρθρα 2 παρ. 1, 9 παρ. 1β', 9Α, 19 του Συντάγματος και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (βλ. ΑΠ 996/2010, ΑΠ 981/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέτοια απαγορευμένα αποδεικτικά µμέσα, τα οποία δεν λαμβάνονται υπ΄ όψιν στα πλαίσια της δίκης, αποτελούν και οι εκτυπώσεις που αποτυπώνουν αναρτήσεις στις οποίες προέβη κάποιος χρήστης στο «προφίλ» του στο µμέσο κοινωνικής δικτύωσης «facebook» ώστε να είναι ορατές µόνο από τους «φίλους» του στο συγκεκριμένο µμέσο κοινωνικής δικτύωσης (βλ. και ΜΠρΘεσσαλ 13748/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, ο Ν. 2472/1997 για την «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» τιμωρεί την κατάργηση του απορρήτου και της μυστικότητας της ιδιωτικής ζωής σε περίπτωση επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων χωρίς να υφίσταται συναίνεση για την επεξεργασία τους (βλ. ΕφΛαρ 3446/2015, ΕφΑθ 175/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αφορά, δηλαδή, σε επεμβάσεις σε αρχεία που είναι κρυφά και δεν έχουν δημοσιοποιηθεί και στην επεξεργασία κρυφών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από επέμβαση σε κρυφό αρχείο. Όσο η ιδιωτική ζωή είναι απόρρητη άξια προστασίας, όμως όταν πλέον έχει ευρέως δημοσιοποιηθεί παύει να είναι άξια προστασίας από τον εν λόγω νόμο, ήτοι όταν τέτοια προσωπικά δεδομένα του ατόμου είναι γνωστά σε ένα σχετικά µμεγάλο αριθμό προσώπων ή μπορούν να γίνουν από αυτούς εύκολα αντιληπτά και θεωρούνται εξακριβωμένα, τότε δεν προσβάλλεται το δικαίωμα για πληροφορική αυτοδιάθεση και στην ιδιωτική ζωή. Στην περίπτωση του µμέσου κοινωνικής δικτύωσης «facebook», ο χρήστης έχει τη δυνατότητα να προβεί σε ρυθμίσεις ιδιωτικότητας στο «προφίλ» του, εάν επιθυμεί να περιορίσει τον κύκλο των προσώπων που έχουν πρόσβαση σε αυτό, στις φωτογραφίες του και γενικότερα στις αναρτήσεις του, δηλαδή να προβεί σε ρυθμίσεις περιορισμού προσβάσεως στις πληροφορίες του. Ακόμη όμως, έχει τη δυνατότητα να καταστήσει δημόσια κι ελεύθερα προσβάσιµα σε όλους (ακόμη και σε χρήστες του διαδικτύου που δεν έχουν λογαριασμό στο «facebook») τα στοιχεία αυτά, µε την καταχώρισή τους στον εν λόγω ιστότοπο χωρίς ρυθμίσεις ασφαλείας. Πληροφορίες, όμως, οι οποίες αναρτώνται από το υποκείμενο των δεδομένων σε δημόσια πρόσβαση στο διαδίκτυο δεν συνιστούν προσωπικό δεδομένο και δεν εμπίπτουν στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 2472/1997 (βλ. ΤριμΕφΑθ 175/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ, Βούλευµα ΠλημμΑθ 1281/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘεσσαλ 6981/2018 Α᾿ Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑθ 5551/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Τέλος, µε την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3469/2010 («Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων …»), ορίζεται ότι «φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής». Σύμφωνα µε την διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε µόνιµη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως µμορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., µε την οποία ορίζεται ότι «ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές». Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νοολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει µε εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., που ορίζει ότι «Με δόλο (µε πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας πράξεως. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται». Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι µε άμεσο δόλο πράττει αυτός που «θέλει» την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει µεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν. Αντίθετα, µε ενδεχόµενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το «αποδέχεται» (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 677/2010). Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραµµές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματα του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλομένου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθµό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει µε µια πραγματική κατάσταση, που είναι ῃ μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α’ του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην «περιέλευση» του οφειλέτη σε κατάσταση (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο µετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι µμεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν µε τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του µε την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση πληρωμών (Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017). Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί µετά την ανάληψη του χρέους, αλλά µμπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν µμπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί µε ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ότι ο υπερδανεισµός του µε βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε µία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ’ ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπλήρωση των οποίων µε ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονοµικών συµφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, µε το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στην σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι’ αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και µόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 65/2017). Ο δόλος, δηλαδή, του οφειλέτη αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο συμπεριφοράς, η κατάφαση ή µη του οποίου κρίνεται µμόνον από την συμπεριφορά του ιδίου και όχι από την συμπεριφορά ετέρου προσώπου και δη της τράπεζας, η οποία οφείλει βεβαίως να αξιολογήσει την πιστοληπτική ικανότητα του υποψήφιου πελάτη της, όμως, εφόσον παραλείψει να το πράξει, τούτο δεν αίρει τον δόλο του οφειλέτη, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα την πραγματική του κατάσταση και σταθμίζοντας τις συνθήκες επιλέγει να συναλλαχθεί ή όχι µε την τράπεζα, παρά την όποια επιθετική τακτική ακολουθήσει η τελευταία. Όπως δε προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/ 2010, σύμφωνα µε την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών (ΑΠ 508/2020). Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά µετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ’ ένσταση και βαρύνεται µε την απόδειξη αυτής (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017).

Από τις µε αρ. .Α/29.07.2016, .Α/29.07.2016 και .Α/29.07.2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., τις οποίες προσκομίζουν οι αιτούντες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως τους, µε πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις µη παριστάµενες πρώτη, δεύτερη και τέταρτη εκ των καθ ων πιστώτριες (122 παρ. 1, 123, 124, 126 παρ. 1, 127 παρ. 1), πλην όμως, οι ως άνω καθ ων δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου και συνεπώς, πρέπει να δικαστούν ερήμην. Το Δικαστήριο, ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (271 παρ. 1 και 2, 741, 754 παρ. 2 ΚΠολΔ). Οι ανωτέρω αναφερόμενες καθ ων πιστώτριες, προς τις οποίες η κρινόμενη αίτηση κοινοποιήθηκε, κατ’ εφαρµογήν του άρθρου 5 του ν.3869/2010, καθίστανται υποκείμενα της παρούσης δίκης, κατ’ άρθρο 748 παρ. 2 ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως της συµµετοχής τους σ᾿ αυτήν, κέκτηνται δε τα υπό του νόμου οριζόμενα δικαιώματα ενώ υπόκεινται στις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις (Π. Αρβανιτάκη Η εκούσια δικαιοδοσία ως διαδικαστικό πλαίσιο του ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων).

Με την υπό κρίση τους, όπως παραδεκτώς διορθώθηκε / συμπληρώθηκε µε δήλωση επί της έδρας της πληρεξούσιας δικηγόρου των αιτούντων και µε τις έγγραφες προτάσεις, οι αιτούντες, έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς τις καθ ων πιστώτριες, όπως αναφέρεται αναλυτικά στην αίτησή τους, ζητούν κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχόμενου της αίτησης, αφού ληφθούν υπόψη τα εισοδήματα τους η περιουσιακή και οικογενειακή τους κατάσταση, να γίνει ρύθμιση των χρεών τους σύμφωνα µε το υποβαλλόμενο σχέδιο διευθέτησης, άλλως σύμφωνα µε το Ν. 3569/2010, µε σκοπό την εν µέρει απαλλαγή τους από αυτά, εξαιρουμένης από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας τους και των λοιπών ακινήτων τους.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη αίτηση αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στην περιφέρεια του οποίου έχουν την κατοικία τους οι αιτούντες (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010), κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ. Για το παραδεκτό της αίτησης τηρήθηκαν όσα προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 4 Ν. 3869/2010 (όπως αυτή ισχύει µετά την αντικατάστασή της από την παρ. 4 του άρθρου 1 της Υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015), αφού προσκομίσθηκαν τα αναφερόμενα στην ανωτέρω διάταξη έγγραφα, καθώς επίσης και υπεύθυνες δηλώσεις των αιτούντων για την ορθότητα και πληρότητα των Καταστάσεων της περιουσίας και των εισοδημάτων τους, των πιστωτών και των απαιτήσεων τους, καθώς και για τις τυχόν μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων του κατά την τελευταία τριετία πριν από την κατάθεση της ένδικης αίτησης. Επίσης, από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη σχετική αίτηση των αιτούντων για ρύθμιση των χρεών τους στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας ούτε έχει εκδοθεί σε προγενέστερο χρόνο απόφαση για ρύθμιση και απαλλαγή από τις οφειλές τους (άρ. 13 παρ. 2 Ν. 3869/2010). Περαιτέρω, η κρινόµενη αίτηση τυγχάνει επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα όσα ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 3869/2010 (όπως αυτή ισχύει µετά την αντικατάσταση της από την παρ. 3 του άρθρου 1 της Υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015), µη απαιτουµένου κανενός άλλου στοιχείου για την πληρότητα της, απορριπτοµένου του, περί του αντιθέτου, ισχυρισμού της καθ ης που παραστάθηκε. Είναι δε νόμιμη ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6 παρ. 3, 8 και 9 του Ν. 3869/2010, όπως αυτά τροποποιήθηκαν µε τους νόμους 4336/2015 και 4346/2015 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση ενόψει του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης (26.07.2016), πλην του αιτήματος περί εξαίρεσης των λοιπών, πλην της κύριας κατοικίας, ακινήτων των αιτούντων, το οποίο τυγχάνει µη νόμιμο, καθώς κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης µμπορεί να ζητήσει να εξαιρεθεί από την εκποίηση µόνο το ακίνητο που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, κατά το µμέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, δεδομένου ότι απέτυχε η απόπειρα προδικαστικού συμβιβασμού των μερών, µετά την καταβολή των νομίμων τελών της συζήτησης.

Η παρασταθείσα πιστώτρια, πέραν της ένστασης αοριστίας, η οποία δικονομικά λειτουργεί όχι ως ένσταση, αλλά ως αιτιολογημένη άρνηση διαδικαστικής προϋπόθεσης και για την οποία έγινε ήδη λόγος ανωτέρω, προέβαλε, επιπλέον, τις ακόλουθες ενστάσεις:

α) την ένσταση δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής, ισχυριζόμενη ότι οι αιτούντες έλαβαν συνολικά 24 τραπεζικά προϊόντα, µε συνολικό δανεισμό που ξεπερνά τα 385.000,00 ευρώ, ότι οι συνολικές μηνιαίες δόσεις των δανείων ξεπερνούν το ποσό των 3.000,00 ευρώ, ότι οι αιτούντες προέβαιναν σε δανεισμό γνωρίζοντας ότι δεν θα μπορούσαν να ανταποκριθούν σε αυτόν και κατά συνέπεια περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής µε δόλο. Ότι, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα έγγραφα, ενώ είχαν ήδη ληξιπρόθεσμες οφειλές από το έτος 2010 και 2011, τα ίδια έτη δανείζονταν και από την καθ ης και από τρίτες τράπεζες, ακόμα και το έτος 2012. Ότι ουσιαστικά οι αιτούντες έκαναν ανακύκλωση δανείων, και ότι έλαβαν δάνεια από την καθ ης που µμέσα σε λίγους µμήνες έπαψαν να πληρώνουν και ότι γνώριζαν ότι δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους και να πληρώνουν τις δόσεις των δανείων που κάθε φορά αναλάμβαναν. Η εν λόγω ένσταση προβάλλεται παραδεκτώς και νομίμως, σύμφωνα και µε τα διαλαμβανόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, και θα κριθεί ως προς την ουσιαστική βασιµότητά της,

β) τον ισχυρισμό ότι οι αιτούντες υπέβαλαν ανειλικρινή δήλωση κατ’ άρθρο 10 του Ν. 3869/2010 για το λόγο ότι οι αιτούντες αποκρύπτουν εισοδήματα, καθώς είναι αδύνατο να δηλώνουν μηνιαία έσοδα ύψους 2.350,00 ευρώ και μηνιαία έξοδα 2.500,00 ευρώ. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι αναληθώς ισχυρίζονται πως το µμεγαλύτερο τέκνο της οικογένειας είναι οικονομικά εξαρτημένο από αυτούς, καθώς αυτό έχει μονιμοποιηθεί στο Πολεμικό Ναυτικό από δεκαετίας, ότι το δεύτερο τέκνο της οικογένειας δεν είναι άνεργο, όπως ισχυρίζονται οι αιτούντες και ότι το τρίτο τέκνο της οικογένειας έχει αποφοιτήσει και ομοίως δεν επιβαρύνει τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Ο ως άνω ισχυρισμός αποτελεί την ένσταση παράβασης του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης του άρθρου 10 του Ν. 3869/2010, η οποία είναι νόμιμη και θα εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από την δέουσα όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκομίστηκαν µε επίκληση ή και χωρίς επίκληση αλλά παραδεκτά - όπως προκύπτει από τα άρθρα 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ,- στον φάκελο της κρινοµένης υπόθεσης, άλλα εκ των οποίων μνημονεύονται ρητά στην παρούσα και άλλα όχι, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα των αιτούντων (η καθ ης δεν εξέτασε μάρτυρα), όσων ανέφεραν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, από τις ομολογίες των διαδίκων (άρθρο 261 ΚΠολΔ), από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και µε την αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων (άρθρο 744 ΚΠολΔ), την στο ακροατήριο προφορική διαδικασία, αλλά και από την όλη εν γένει διαδικασία αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα περιστατικά: ο πρώτος αιτών είναι σήμερα 65 ετών, στερείται πτωχευτικής ικανότητας, είναι συνταξιούχος του ΕΦΚΑ, από τις αρχές του έτους 2011 και λαμβάνει μηνιαία κύρια σύνταξη ποσού 1296,69 ευρώ (βλ. προσκομισθέν μηνιαίο ενημερωτικό σημείωμα πληρωμής σύνταξης μηνός Σεπτεμβρίου 2020). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα εκκαθαριστικά σημειώματα των φορολογικών ετών 2015-2019 και τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των αντίστοιχών ετών (πίνακας 4, Α. 3, κωδ. 321), λαμβάνει επιπλέον επικουρική σύνταξη, και έτσι το ατομικό εισόδημα εκ της συνολικής συντάξεως του ανέρχεται στο ποσό των (19.648,04 - 2.322,56 ευρώ) 17.325,48 ευρώ ετησίως, αφαιρουµένου του αναλογούντος φόρου εισοδήματος, ήτοι μηνιαίως λαμβάνει 1.443,00 ευρώ περίπου. Είναι παντρεμένος µε την δεύτερη αιτούσα, ηλικίας σήμερα 58 ετών, η οποία στερείται πτωχευτικής ικανότητας, είναι συνταξιούχος του ΕΦΚΑ, από το έτος 2013 και λαμβάνει μηνιαία κύρια σύνταξη ποσού 1.007.30 ευρώ (βλ. προσκομισθέν μηνιαίο ενημερωτικό σημείωμα πληρωμής σύνταξης µμηνός Σεπτεμβρίου 2020). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα εκκαθαριστικά σημειώματα των φορολογικών 2019 και τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των αντίστοιχων ετών (πίνακας 4, Α, 3, κωδ. 322), λαμβάνει επιπλέον επικουρική σύνταξη, και έτσι το ατομικό της εισόδημά εκ της συνολικής (κύριας και επικουρικής) σύνταξης της ανέρχεται στο ποσό των (15.579,29 - 1.427,20) 14.152,09 ευρώ ετησίως, αφαιρουµένου του αναλογούντος φόρου εισοδήματος, ήτοι μηνιαίως ανέρχεται στα 1.179,00 ευρώ περίπου. Συνολικά, το μηνιαίο εισόδημα των αιτούντων ανέρχεται στο ποσό των 2.622,00 ευρώ περίπου. Οι αιτούντες από τον γάμο τους έχουν αποκτήσει δύο τέκνα,……………, µε τα οποία διαμένουν σε ιδιόκτητη οικία της δεύτερης αιτούσης στην Σαλαμίνα, ως κατωτέρω περιγράφεται. Ο ισχυρισμός των αιτούντων, όπως περιέχεται στο δικόγραφο των προτάσεων τους, ότι ο υιός τους…………… είναι άνεργος και ότι λόγω της πανδημίας COVID-19 δεν έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του (όπως προβλήθηκε µε προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου των αιτούντων επί της έδρας), δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό µμέσο. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ολοκλήρωσε τις σπουδές του ως ……………… από τα µμέσα του έτους 2016 (βλ. το από 9 Δεκεμβρίου 2013 έγγραφο του Πανεπιστημίου του ΗΣΤ ΛΟΝΤΟΝ που προσκομίζουν οι αιτούντες), εν συνεχεία παρακολούθησε μεταπτυχιακό πρόγραµµα στο ως άνω αντικείμενο, ολοκληρώνοντας τον συγκεκριμένο κύκλο σπουδών τον Οκτώβριο του έτους 2017 (βλ. δημόσια ανάρτηση του στον ιστότοπο κοινωνικής δικτύωσης «facebook» στις 20.10.2017, όπου αναφέρει ότι αποφοίτησε από την µμεταπτυχιακή σχολή ………………… στις 20.10.2017 και εκτύπωση αυτής, όπως την προσκομίζει η τρίτη καθ ης). Επιπλέον, στον ίδιο ως άνω ιστότοπο, ο υιός των αιτούντων έχει αναρτήσει πληροφορίες, προσβάσιµες και σε χρήστες του διαδικτύου που δεν έχουν λογαριασμό στο «facebook», ήτοι προσπελάσιμες αδιακρίτως από όλους τους χρήστες του διαδικτύου, σύμφωνα µε τις οποίες από τις 18.10.2019 εργάζεται ως εισηγητής (lecturer) στα …………… και από τις 28.08.2017 ως αυτοαπασχολούμενος. Σε κάθε περίπτωση, από την µε ημερομηνία 14.10.2020 εκτύπωση του e-ΕΦΚΑ που αφορά το χρονικό διάστημα από 01/2002 έως 12/2019 και από το εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογικού έτους 2019 που προσκομίζουν οι αιτούντες, προκύπτει ότι ο υιός τους τον Οκτώβριο του έτους 2019 και τουλάχιστον µμέχρι το τέλος του έτους εργαζόταν, ενώ ουδέν έγγραφο προσκοµίζεται για την εργασιακή του κατάσταση για το έτος 2020, ούτε κάρτα ανεργίας. Ως εκ τούτου, βρίσκεται σε πλήρη παραγωγική ηλικία και δεν αποτελεί εξαρτώμενο µέλος για τους αιτούντες. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των αιτούντων, όπως περιέχεται στις προτάσεις που κατέθεσαν επί της έδρας, ότι και η δεύτερη θυγατέρα τους …………………. τυγχάνει άνεργη, και έτι περαιτέρω, ότι λόγω της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί στην χώρα µας λόγω της πανδημίας COVID-19 δεν έχει καταφέρει να ολοκληρώσει τις σπουδές της, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό µμέσο, ενώ, όπως προκύπτει από την από 14.10.2020 εκτύπωση του e-ΕΦΚΑ που προσκομίζουν οι αιτούντες, απασχολήθηκε κατά τα έτη 2018 και 2019 ως εργαζόμενη φοιτήτρια και για το φορολογικό έτος 2019 το ετήσιο δηλωθέν εισόδημα της ανήλθε στα 1.059.861 ευρώ. Επιπλέον, ο πρώτος αιτών έχει αποκτήσει από τον πρώτο του γάμο ένα τέκνο, ……………… ηλικίας σήμερα …. ετών, οικονομικά ανεξάρτητο, ο οποίος από το έτος …………… είναι παντρεμένος µε ………………… και από τον γάμο τους απέκτησαν τον …………………….ο του έτους ………………….. ένα τέκνο.

Ως προς την περιουσιακή κατάσταση των αιτούντων αποδείχθηκε ότι ο πρώτος αιτών έχει κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα : α) ένα διαμέρισμα πρώτου ορόφου, επιφανείας 24 τ.µ., έτους κατασκευής 1949, που βρίσκεται εντός οικοπέδου επιφανείας 91,51 τ.µ., που βρίσκεται στο ……………………, αντικειμενικής αξίας 16.252,27 ευρώ (βλ. ΕΝΦΙΑ έτους 2020), β) ένα διαμέρισμα πρώτου ορόφου, επιφανείας 22,87 τ.µ., έτους κατασκευής 1949, που βρίσκεται εντός οικοπέδου επιφανείας 91,51 τ.μ., που βρίσκεται ………………………., αντικειμενικής αξίας 15.743,04 ευρώ (βλ. ΕΝΦΙΑ 2020) και γ) ένα αγροτεμάχιο (µμονοετής καλλιέργεια), επιφανείας 221 τ.µ., που βρίσκεται …………………………., αντικειμενικής αξίας 530,40 ευρώ (βλ. έντυπο ΑΑ-ΓΗΣ που προσκομίζουν οι αιτούντες). Η δεύτερη αιτούσα έχει κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα: α) µία μονοκατοικία, επιφανείας κύριων χώρων 137,30 τ.μ. και βοηθητικών 5,80 τ.µ., έτους κατασκευής 2005, η οποία βρίσκεται εντός οικοπέδου πλήρους και αποκλειστικής κυριότητας της αιτούσης, επιφανείας 503 τ.µ., που βρίσκεται ……………………………………, αντικειμενικής αξίας 105.351,71 ευρώ (βλ. ΕΝΦΙΑ 2020), η οποία αποτελεί την κύρια κατοικία των αιτούντων και της οικογένειας τους και για την οποία η δεύτερη αιτούσα υποβάλλει αίτημα εξαίρεσης αυτής από την ρευστοποίηση της περιουσίας της κατ’ άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, β) ένα ισόγειο διαμέρισμα, επιφανείας 86 τ.µ., έτους κατασκευής 1966, που βρίσκεται ……………………, αντικειμενικής αξίας 44.118,00 ευρώ και γ) το δικαίωμα υψούν στην ως άνω οικοδομή, αντικειμενικής αξίας 12.476,64 ευρώ (βλ. ΕΝΦΙΑ έτους 2020).

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης, οι αιτούντες ανέλαβαν τις κάτωθι οφειλές προς τις καθ ων πιστώτριες, οι οποίες θεωρούνται µε την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμες και υπολογίζονται µε την τρέχουσα αξία τους, κατά το χρόνο κοινοποίησης αυτής, µε εξαίρεση τα εμπραγμάτως εξασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται µε το επιτόκιο ενήµερης οφειλής, µμέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (βλ. άρθρο 6 παρ. 3 του Ν.3869/2010). Ειδικότερα, ο πρώτος αιτών οφείλει (βλ. τις από 21.12.2015 και 01.01.2016 βεβαιώσεις οφειλών των καθ ων που προσκομίζουν οι αιτούντες): προς την πρώτη καθ ης ………………: α) για την υπ᾿ αριθμ. ...σύμβαση πιστωτικής κάρτας το συνολικό ποσό των 0,44 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 21.12.2015, β) για την με αρ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου το συνολικό ποσό των 39,36 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 21.12.2015, γ) ως εγγυητής στην πρωτοφειλέτρια σύζυγο του, για την με αρ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου το συνολικό ποσό των 144,34 ευρώ συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 21.12.2015, δ) για την µε αρ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου το συνολικό ποσό των 16.342,80 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 21.12.2015. Στην τρίτη καθ ης …………………………. οφείλει: ε) ως εγγυητής στην σύζυγο του, για την µε αρ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου το συνολικό ποσό των 14.612.98 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 21.12.2015, στ) ως εγγυητής στην σύζυγο του, για την µε αρ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου το συνολικό ποσό των 10.621,74 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 21.12.2015, ζ) ως εγγυητής στην σύζυγο του, για την µε αρ. . σύμβαση στεγαστικού δανείου το συνολικό ποσό των 39.528,30 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 21.12.2015, η) για την με αρ. . σύμβαση στεγαστικού δανείου το συνολικό ποσό των 9.689,53 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 21.12.2015. Στην τέταρτη καθ ης ……………… οφείλει: Θ) για την µε αρ. . σύμβαση πιστωτικής κάρτας το συνολικό ποσό των 1.261,71 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 01.01.2016. Συνολικά, οφείλει το ποσό των 92.241,20 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 64.907,36 ευρώ, αφορά κοινά µε την σύζυγο του δάνεια.

Η δεύτερη αιτούσα οφείλει (βλ. τις από 21.12.2015, 20.01.2016, 19.01.2016 και 01.01.2016 βεβαιώσεις οφειλών των καθ ων που προσκομίζουν οι αιτούντες) : Στην πρώτη καθ ης ………………… : α) ως πρωτοφειλέτρια µε εγγυητή τον σύζυγο της, για την µε αρ. . σύμβαση καταναλωτικού δανείου το συνολικό ποσό των 144,34 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 21.12.2015, β) για την µε αρ. . σύμβαση πιστωτικής κάρτας το συνολικό ποσό των 25,85 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 21.12.2015, γ) για την µε αρ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας το συνολικό ποσό των 0,22 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 21.12.2015. Στην δεύτερη καθ ης οφείλει: δ) για την µε αρ. ... σύμβαση δανείου το συνολικό ποσό των 3.035.63 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 20.01.2016, ε) για την µε αρ. ... σύμβαση δανείου το συνολικό ποσό των 2.230,76 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 25.12.2015, στ) για την µε αρ. ... σύμβαση δανείου το συνολικό ποσό των 4.986,38 ευρώ, τόκων και εξόδων έως 25.12.2015, ζ) για την µε αρ. ... σύμβαση δανείου το ποσό των 15.1224,04 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 19.01.2016, η) για την µε αρ. ... σύμβαση δανείου το συνολικό ποσό των 3.188,41 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 19.01.2016. Στην τρίτη καθ ης …………………… οφείλει: θ) για την µε αρ. σύμβαση ... στεγαστικού δανείου το συνολικό ποσό των 73.731,45 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 19.01.2016, ι) για την µε αρ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου το συνολικό ποσού των 40.793,24 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 19.01.2016, ια) για την µε αρ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου το συνολικό ποσό των 78.845,84 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 19.01.2016, ιβ) για την µε αρ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου το συνολικό ποσό των 38.798,99 ευρώ, ιγ) ως πρωτοφειλέτρια με εγγυητή τον σύζυγο της, για την µε αρ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου το συνολικό ποσό των 14.612,98 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 19.01.2016, ιδ) ως πρωτοφειλέτρια, µε εγγυητή τον σύζυγο της, για την µε αρ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου το συνολικό ποσό των 10.621,74 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 19.01.2016, ιε) ως πρωτοφειλέτρια, µε εγγυητή τον σύζυγο της, για την µε αρ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου το συνολικό ποσό των 39.528,30 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 19.01.2016, ιστ) για την µε αρ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου το συνολικό ποσό των 22.509,29 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 19.01.2016, ιζ) για την µε αρ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας το συνολικό ποσό των 58,29 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 19.01.2016, ιη) για την µε αρ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας το συνολικό ποσό των 151,90 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 19.01.2016. Στην τέταρτη καθ ης …………… οφείλει: ιθ) για την µε αρ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας το συνολικό ποσό των 9.986,46 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων έως 01.01.2016. Συνολικά, οφείλει το ποσό των 358.372,11 ευρώ, εκ των οποίων, όπως ως άνω αναφέρεται, ποσό 64.907,36 ευρώ, αφορά κοινά δάνεια µε τον σύζυγο της, άπαντα εκ των οποίων είναι στεγαστικά, εκτός της οφειλής ποσού 144,34 ευρώ, που προέρχεται από καταναλωτικό δάνειο.

Ειδικότερα, ο κύριος των αιτούντων ξεκίνησε το έτος 2002 µε την λήψη στεγαστικού δανείου (του µε αρ. σύμβασης ...) εκ µμέρους του πρώτου αιτούντος, εν συνεχεία τα έτη 2004-2005 η δεύτερη αιτούσα ανέλαβε τα µε αρ. συμβάσεων ..., ... και ... στεγαστικά δάνεια και τα έτη 2007-2008 έλαβε το µε αρ. ... στεγαστικό δάνειο και από κοινού έλαβαν το µε αρ. σύμβασης ... στεγαστικό δάνειο. Ο δανεισμός των αιτούντων διήρκησε µμέχρι το έτος 2012, έτος κατά το οποίο ανέλαβαν από κοινού τα µε αρ. ... και ... στεγαστικά δάνεια. Τα ως άνω προκύπτουν από την από 15.12.2015 αναλυτική αναφορά δεδομένων του ΤΕΙΡΕΣΙΑ, που προσκομίζει η τρίτη καθ ης. Κατά την διάρκεια των ως άνω ετών, ελήφθη το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του δανεισμού των αιτούντων. Περί το έτος 2012, ότε και οι αιτούντες είχαν αναλάβει το σύνολο των οφειλών τους, οι μηνιαίες δόσεις των δανείων που είχαν αναλάβει ανερχόταν στο ποσό των 3.100,00 ευρώ περίπου. Ειδικότερα, οι μηνιαίες δόσεις των δανείων που είχε αναλάβει ο πρώτος αιτών ως μοναδικός οφειλέτης ανερχόταν στο ποσό των 350,00 ευρώ περίπου, οι μηνιαίες δόσεις των δανείων που είχε αναλάβει η δεύτερη αιτούσα ως μοναδική οφειλέτης ανερχόταν στο ποσό των 2.500,00 ευρώ περίπου και οι μηνιαίες δόσεις των δανείων που είχαν αναλάβει από κοινού, ανερχόταν στο ποσό των 250,00 ευρώ περίπου (βλ. τις βεβαιώσεις οφειλών που προσκομίζουν οι αιτούντες και το αναγραφόμενο σε αυτές ποσό που αντιστοιχεί στο 10% της ενήμερης δόσης ενώ ο μάρτυρας τους δεν κατέθεσε ουδέν σχετικό περί της οφειλόμενης δόσης).

Περαιτέρω, από τα εκκαθαριστικά σημειώματα και τις αντίστοιχες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος που προσκομίζουν οι αιτούντες προκύπτει ότι κατά τα έτη 2003, 2004, 2005, 2006, 2007, 2008, 2009, 2010, 2011, 2012, 2013, 2014, 2015, 2016, 2017, 2018 και 2019 το ετήσιο δηλωθέν οικογενειακό εισόδημα τους αναιρουμένου του αναλογούντος φόρου εισοδήματος ανήλθε στα 42.962,13 ευρώ, ήτοι 3.663,51 ευρώ μηνιαίως, 43.995,15 ευρώ ήτοι 3.666,26 ευρώ μηνιαίως, 44.558,56 ευρώ ήτοι 3.713,21 ευρώ μηνιαίως, 46.241,83 ευρώ ήτοι 3.853,48 ευρώ μηνιαίως, 52.676,68 ευρώ ήτοι 4.389,72 ευρώ μηνιαίως, 59.989,02 ευρώ ήτοι 4.999,08 ευρώ μηνιαίως, 65.071,11 ευρώ ήτοι 5.422.59 ευρώ μηνιαίως,61.192,00 ευρώ ήτοι 5.099,33 ευρώ μηνιαίως, 40.835,74 ευρώ ήτοι 3.402,97 ευρώ μηνιαίως, 30.600,51 ευρώ ήτοι 2.550,04 ευρώ μηνιαίως, 27.571,06 ευρώ ήτοι 2.297,58 ευρώ μηνιαίως, 28.438,41 ευρώ ήτοι 2.369,86 ευρώ μηνιαίως, 29.984,42 ευρώ ήτοι 2.498,70 ευρώ μηνιαίως, 31.115,25 ευρώ ήτοι 2.592,93 ευρώ μηνιαίως, 31.548,23 ευρώ ήτοι 2.629,01 ευρώ μηνιαίως, 30.672,96 ευρώ ήτοι 2.556,08 ευρώ μηνιαίως και 31.477,57 ευρώ ήτοι 2.623,13 ευρώ μηνιαίως, αντίστοιχα.

Από την παράθεση και επισκόπηση των ως άνω δεδομένων, ήτοι την συγκριτική επισκόπηση των οικονομικών στοιχείων των αιτούντων σε συνδυασμό µε τις οφειλές που δημιούργησαν, αποδεικνύεται ότι οι αιτούντες ανέλαβαν τις δανειακές τους υποχρεώσεις χωρίς να είναι σε θέση να αποπληρώσουν αυτές. Ειδικότερα, έλαβαν 24 πιστωτικά προϊόντα, εκ των οποίων τα 8 είναι στεγαστικά δάνεια και τα υπόλοιπα είναι καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, δημιουργώντας χρέη που ξεπερνούν τα 385.000,00 ευρώ, ενώ το εισόδημά τους κατά το συνολικό χρονικό διάστημα του δανεισμού δεν επαρκούσε για την εξυπηρέτηση αυτών. Ειδικότερα, µε εξαίρεση τα οικονομικά έτη 2009,2010 και 2011, που αφορούν τα εισοδήματα των ετών 2008,2009 και 2010 και κατά τα οποία το οικογενειακό μηνιαίο εισόδημα των αιτούντων ανήλθε στο ποσό των 4.999,08 ευρώ - 5.422,59 ευρώ, κατά τα υπόλοιπα έτη, το μηνιαίο δηλωθέν εισόδημα τους δεν επαρκούσε για την κάλυψη των μηνιαίων βιοτικών αναγκών των αιτούντων και των ανήλικων τότε και οικονομικά εξαρτώμενων τέκνων τους και για την εξυπηρέτηση των μηνιαίων δόσεων των δανείων που είχαν αναλάβει. Πράγματι, όπως συνομολογούν οι αιτούντες στην υπό κρίση αίτηση τους, το εκτιμώμενο μηνιαίο κόστος διαβίωσης ανέρχεται στο ποσό των 2.500,00 ευρώ μηνιαίως, και λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι τουλάχιστον µμέχρι το έτος 2017 τα τέκνα τους ήταν µαθητές/φοιτητές και δεν είχαν δικό τους εισόδημα, οπότε το ποσό που απαιτείτο για την κάλυψη των βασικών αναγκών της οικογένειας τους ανερχόταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου στο ποσό των 1.800,00 ευρώ τουλάχιστον (μολονότι οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι αυτό ανέρχεται σε 2.500,00 ευρώ), σε συνδυασμό µε τις μηνιαίες δόσεις των δανείων, οι οποίες όπως ως άνω αναλύεται, ανέρχονται στο ποσό των 3,100,00 ευρώ μηνιαίως, οι αιτούντες για να μπορούν να αντεπεξέρχονται στην κάλυψη αμφοτέρων (βασικών αναγκών και μηνιαίων δόσεων) θα έπρεπε να έχουν μηνιαίο εισόδημα της τάξης των (1.800,00 + 3.100,00) 4.900,00 ευρώ, τα οποία µε εξαίρεση τα τρία ως άνω έτη, ουδέποτε ελάμβαναν. Ως εκ τούτου, το μηνιαίο τους εισόδημα κατά την λήψη των δανείων δεν επαρκούσε για την κάλυψη και των μηνιαίων βιοτικών αναγκών τους αλλά και για την εξυπηρέτηση των μηνιαίων δόσεων των δανείων που είχαν αναλάβει. Οι ως άνω παραδοχές ενισχύονται και από το γεγονός ότι οι αιτούντες, ενώ ήταν ήδη επιβαρυμένοι µε τις δανειακές τους υποχρεώσεις, προέβησαν τον Απρίλιο του έτους 2012 στην λήψη δύο στεγαστικών δανείων (βλ. την από 15.12.2015 αναλυτική αναφορά δεδομένων του ΤΕΙΡΕΣΙΑ, που προσκομίζει η τρίτη καθ ης), τα οποία σταμάτησαν να εξυπηρετούν λίγους µήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους (βλ. την αίτηση δικαστικού συμβιβασμού που προσκομίζει η τρίτη καθ ης), επιβαρύνοντας έτι περισσότερο την οικονομική τους κατάσταση, και ενώ ήδη από τα µμέσα του έτους 2011 και κατά το έτος 2012 είχαν αρχίσει να εκδίδονται διαταγές πληρωμής εις βάρος της δεύτερης αιτούσης και ήδη είχαν καταγγελθεί από το έτος 2011 οι συμβάσεις ορισμένων εκ των επίδικων τραπεζικών προϊόντων που είχε λάβει τόσο ο πρώτος αιτών όσο και η δεύτερη (βλ. την ως άνω αναφορά του ΤΕΙΡΕΣΙΑ). Από τα ως άνω, προκύπτει ότι οι αιτούντες προέβησαν σε ανακυκλούµενη χρήση πιστωτικών προϊόντων προς εξόφληση χρεωστικών υπολοίπων άλλων και ότι συμβλήθηκαν σε δανειακές συμβάσεις, και μάλιστα σε έναν µμεγάλο αριθμό δανειακών συμβάσεων -μεταξύ των οποίων και καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών-, προβλέποντας ως ότι ο υπερδανεισμός τους µε βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό µε το ύψος των οφειλών τους, θα τους οδηγούσε σε κατάσταση µόνιµης αδυναμίας πληρωμών και παρ᾽ όλα αυτά αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό. Δηλαδή, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων τους προς τις οφειλές τους, την αποπληρωμή των οποίων µε δική τους πρωτοβουλία ανέλαβαν και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο των ιδίων όσο και των πιστωτών τους, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο καρπώθηκαν τελικά, προέβησαν αλόγιστα στη σύναψη διαδοχικών δανειακών συμβάσεων. Έτι περαιτέρω, οι αιτούντες συνέχιζαν να λαμβάνουν νέα τραπεζικά προϊόντα (το έτος 2011 από την ……………………… ο πρώτος αιτών και το έτος 2012 από την ………………. αμφότεροι), μολονότι γνώριζαν ότι θα συνταξιοδοτούνταν, ως εκ τούτου οι μηνιαίες απολαβές τους σε σχέση µε τον μισθό τους θα ήταν μειωμένες, και εν τέλει ο πρώτος εξ αυτών κατέθεσε αίτηση συνταξιοδότησης περί τα τέλη του έτους 2010, ήτοι σε ηλικία 55 ετών και η δεύτερη τον Ιούλιο του έτους 2012, σε ηλικία 50 ετών. Εξ άλλου, μολονότι το εισόδημα των αιτούντων από το έτος 2012 (οικονομικό έτος 2013) υπέστη µμείωση σε σχέση µε το ύψος στο οποίο ανήρχετο κατά τα αμέσως προηγούμενα έτη, ωστόσο η µμείωση αυτή δεν οφείλεται σε έκτακτα, αιφνίδια και απρόοπτα γεγονότα (όπως ισχυρίζονται), αντιθέτως οφείλεται σε απολύτως προβλέψιμα αλλά και προγραμματισμένα γεγονότα, ήτοι αυτά της συνταξιοδότησης αμφοτέρων, και δεν είναι αυτή που προκάλεσε την αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών οφειλών των αιτούντων, καθώς όπως προκύπτει από τις µε αρ. ... και την µε αρ. ... αποφάσεις απονομής σύνταξης που εξεδόθησαν από το ΙΚΑ Ε.Τ.Α.Μ. και τις οποίες προσκομίζουν οι αιτούντες, κατά τον χρόνο συνταξιοδότησης τους η μηνιαία σύνταξη του πρώτου αιτούντος προβλεπόταν (γεγονός που γνώριζαν) να ανέρχεται στα 2.213,36 ευρώ μηνιαίως και της δεύτερης αιτούσης (όπως, ομοίως γνώριζαν) στα 1.337,28 ευρώ μηνιαίως, ήτοι συνολικά 3.610,64 ευρώ, ποσό που δεν επαρκούσε για την εξυπηρέτηση των μηνιαίων δόσεων και για την κάλυψη των οικογενειακών βιοτικών αναγκών, όπως και ως άνω αναλύεται. Αποδεικνύεται λοιπόν, ότι κατά τον χρόνο που οι αιτούντες έλαβαν το σύνολο των δανειακών τους υποχρεώσεων, δεν είχαν επαρκή εισοδήματα, ώστε να δύνανται να καλύπτουν τις βιοτικές ανάγκες των ίδιων και της οικογένειας τους και συγχρόνως να εξυπηρετούν τις ενήμερες δόσεις των δανείων που είχαν λάβει. Εξ άλλου, οι αιτούντες σαφώς γνώριζαν ότι η πληρωμής των χρεών τους αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα και παρ’ όλα αυτά συνέχιζαν να συμβάλλονται σε νέες συμβάσεις. Η ανάληψη, μάλιστα, από µέρους τους νέων δανειακών υποχρεώσεων, εν γνώσει της αναντιστοιχίας των εισοδημάτων τους προς τις οφειλές τους, συνιστά παράλληλα επιγενόμενο δόλο ως προς τις χρονικά προγενέστερες δανειακές υποχρεώσεις τους, ακόμα και αν αυτές να ικανοποιηθούν κατά τον χρόνο ανάληψής τους, µε βάση την κατά τα αντίστοιχα χρονικά σημεία κατάρτισης αυτών περιουσιακή τους κατάσταση. Και βέβαια ο αναφερόμενος ως άνω ανακυκλούµενος δανεισμός των αιτούντων για εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών τους είναι ένδειξη ενδεχόμενου δόλου, καθώς, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής λογικής και πείρας, που το παρόν Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του αυτεπάγγελτα (άρθρο 336 παρ. 4 σε συνδ. προς το άρθρο 741 ΚΠολΔ), ο οφειλέτης δανείζεται για να εξοφλήσει παλαιότερα δάνεια, όταν δεν µμπορεί πλέον να τα εξυπηρετήσει. Εξ άλλου, από κανένα αποδεικτικό µμέσο δεν αποδεικνύεται ότι οι αιτούντες ανέμεναν ή ήλπιζαν σε βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης, λαμβανομένης μάλιστα υπόψιν της ιδιότητας τους και της σε µμικρή ηλικία συνταξιοδότησης τους. Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι οι αιτούντες δεν επέδειξαν συμπεριφορά συνετού καταναλωτή, προβαίνοντας σε άκριτο και συνεχή δανεισμό, παρότι διέβλεπαν ως ενδεχόμενη την αδυναμία τους αποπληρωμής των υποχρεώσεών τους στο μέλλον και αποδέχτηκαν αυτό το ενδεχόμενο. Κρίνεται άλλωστε ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δε δικαιολογεί την πίστη τους ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορούσε ν᾿ αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του. Ως εκ τούτου, οι αιτούντες βρίσκονταν, σε ενδεχόμενο δόλο ως προς την αδυναμία πληρωμών στην οποία περιήλθαν. Γίνεται δε μνεία ότι, μολονότι οι τράπεζες έχουν υποχρέωση να αξιολογήσουν εκ των προτέρων την πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητά του δανειστή, τούτο δεν ανατρέπει την ύπαρξη δόλου εκ μέρους των αιτούντων. Τούτο διότι, ο δόλος αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο συμπεριφοράς, η κατάφαση ή µη του οποίου δεν µμπορεί να κριθεί από τη συμπεριφορά άλλου προσώπου και συγκεκριμένα της τράπεζας, αλλά κρίνεται µόνο από τη συμπεριφορά του ιδίου του καταναλωτή. Τυχόν ευθύνη της τράπεζας στη λήψη του δανείου δεν αίρει τις συνέπειες της δόλιας συμπεριφοράς του υπερχρεωμένου οφειλέτη που είναι η µη υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, ακόμη και αν σε αυτό συνέβαλε η συμπεριφορά του πιστωτικού ιδρύματος που χορήγησε δάνειο χωρίς να ελέγξει την οικονομική δυνατότητα του αιτούμενου το δάνειο και χωρίς «να διαπιστώσει και τις λοιπές δανειακές του υποχρεώσεις και την εν γένει οικονομική του συμπεριφορά» και που συνεπώς φέρει ευθύνη για την επισφάλεια αυτή. Και βεβαίως η τράπεζα οφείλει να αξιολογήσει την πιστοληπτική ικανότητα του υποψηφίου πελάτη της, τυχόν όμως παράλειψή της να το πράξει, δεν αίρει το δόλο του καταναλωτή, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα την πραγματική οικονομική του κατάσταση και, σταθμίζοντας τις συνθήκες, επιλέγει ἡ όχι να συναλλαχθεί µε την τράπεζα, παρά την όποια επιθετική τακτική ακολουθήσει η τελευταία (βλ. ΑΠ 2856/2017). Σε κάθε περίπτωση, η δόλια περιέλευση των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμών, ενισχύεται και από το γεγονός ότι κατά το έτος 2012 η δεύτερη αιτούσα έλαβε ποσό 30.070,15 ευρώ (βλ. δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2013, πίνακας 6, κωδ. 658 «εισοδήματα που εξαιρούνται της εισφοράς παρ. 2 άρθρου 29 Ν. 3986/2011»), το οποίο πιθανότατα προέρχεται από χορήγηση εφάπαξ, και το οποίο από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι έχει αναλωθεί και δη ότι αξιοποιήθηκε για την κάλυψη των δόσεων των δανείων που είχαν αναλάβει οι αιτούντες, ενώ, αντιθέτως κατά το ίδιο έτος, οι αιτούντες προέβησαν στην λήψη δύο στεγαστικών δανείων (µε αρ. … και …), συνολικού ποσού (κατά τον χρόνο έκδοσης των βεβαιώσεων οφειλών) περί τις 24.000,00 ευρώ. Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω, οι αιτούντες δημιούργησαν τα ανωτέρω χρέη, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή µε αλόγιστο και συνεχή δανεισμό µε την λήψη πιστωτικών καρτών και δανείων, αποδεχόμενοι πλήρως ως πιθανό αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες χωρίς να αλλάζουν συμπεριφορά. Κατόπιν των ανωτέρω, θεμελιώνεται δόλια συμπεριφορά των αιτούντων, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 εδαφ. β᾽ του Ν. 3869/2010, υπό τη µμορφή ενδεχόμενου δόλου, γενομένης δεκτής και ως ουσιαστικά βάσιµης της σχετικώς προβληθείσας από την τρίτη εκ των καθ ων πιστώτρια τράπεζα ενστάσεως (ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών ενστάσεων). Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Παράβολο ερημοδικίας δεν θα οριστεί, διότι δεν προβλέπεται η ανακοπής ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010). Τέλος, δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται κατ᾽ άρθρον 8 παρ. 6 του Ν. 3869/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ερήμην της πρώτης, δεύτερης και τέταρτης εκ των καθ ων πιστωτριών και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στη Σαλαμίνα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση την 26 Φεβρουαρίου 2021, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Κωνσταντίνος Μπίτσιος

Η Ποιοτική Ιδιαιτερότητα της Ενωσιακής Έννομης Τάξης

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΜΕΤΑΞΑΣ ΑΝΤΩΝΗΣ

Ηγεσία, πολιτική και κορωνοϊός

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ

ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ

ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ ΒΑΡΒΑΡΑ