logo-print

Αγωγή αποζημίωσης κατά ΟΣΕ λόγω σιδηροδρομικού ατυχήματος (ΜονΕφΛάρισας 6/2023)

Αποκλειστική υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων του ΟΣΕ, ήτοι του μηχανοδηγού, του προϊσταμένου υπηρεσίας αμαξοστοιχίας και του σταθμάρχη

21/03/2023

10/04/2023

Κληρονομικό Δίκαιο Στ έκδοση

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Η αποζηµίωση από την επιδείνωση της υγείας του παθόντος, 2024

Απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη έφεση του «Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος Α.Ε» κατά απόφασης επί αγωγής αποζημίωσης λόγω σιδηροδρομικού ατυχήματος που είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό της ενάγουσας (ΜονΕφΛάρισας 6/2023).

Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, το έτος 2000 η ενάγουσα επιβιβάστηκε σε αμαξοστοιχία της εναγομένης, η οποία εκτελούσε το δρομολόγιο Αθήνα – Θεσσαλονίκη. Σε ενδιάμεσο σταθμό, η ενάγουσα επιχείρησε να κατέλθει από την αμαξοστοιχία μαζί με άλλους επιβάτες και κατά την κίνηση της αυτή και ενώ βρισκόταν στα σκαλοπάτια του βαγονιού, η αμαξοστοιχία ξεκίνησε, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να απωλέσει την ισορροπία της και να πέσει από το σκαλοπάτι στο οποίο βρισκόταν, στο κρηπίδωμα με τα πόδια της προς την κατεύθυνση της αμαξοστοιχίας, τα οποία ακρωτηριάστηκαν από τις μεταλλικές ρόδες του βαγονιού.

Έχει ήδη κριθεί, με δύναμη δεδικασμένου ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική αμέλεια του μηχανοδηγού της αμαξοστοιχίας, του προϊσταμένου Υπηρεσίας της αμαξοστοιχίας και του σταθμάρχη του σταθμού, οι οποίοι ήταν όργανα της εναγομένης, προστηθέντες από αυτήν στις ως άνω υπηρεσίες.

Αμέσως μετά το ατύχημα η ενάγουσα νοσηλεύτηκε και υποβλήθηκε σε ακρωτηριασμό των κάτω άκρων της, στη συνέχεια δε κρίθηκε αναγκαία η μετάβασή της στο εξωτερικό για την καλύτερη αποκατάσταση της υγείας της και την τοποθέτηση τεχνητών μελών. Με παλαιότερες τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, το δικαστήριο αναγνώρισε και επιδίκασε υπέρ της ενάγουσας τις δαπάνες για την μετάβαση, νοσηλεία και παραμονή στο εξωτερικό, δαπάνες διατροφής, έξοδα πρόσληψης οικιακή βοηθού λόγω ανικανότητας για κάθε είδους εργασίας αλλά και ατομικής συντήρησης

Εξετάζοντας την κρινόμενη αγωγή, το εφετείο διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι η κατάσταση της υγείας της ενάγουσας δεν έχει βελτιωθεί αλλά βαίνει επιδεινούμενη, η δε ασθένειά της χαρακτηρίζεται «ανθεκτική και μη ανατάξιμη», με αποτέλεσμα η ενάγουσα να μην μπορεί να αναπτύξει φυσιολογική δραστηριότητα, προσωπική και οικογενειακή ζωή. Τουναντίον, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εξακολουθεί να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις καθημερινές της ανάγκες, καθώς αδυνατεί να πραγματοποιήσει μόνη της την τοποθέτηση των τεχνητών μελών, την ένδυση και υπόδησή της και χρειάζεται τη βοήθεια τρίτου προσώπου για την εκτέλεση βασικών κινήσεων αλλά και για την προσωπική της υγιεινή, χρήζει δε διαρκούς ψυχολογικής υποστήριξης.

Το εφετείο, συνεπώς, απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους έφεσης που προβλήθηκαν από τον ΟΣΕ, έκρινε ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι λόγοι για τους οποίους καθίσταται αναγκαία η καθημερινή απασχόληση νοσηλεύτριας και οι καθημερινές περιποιήσεις και φροντίδα του συζύγου της.

Περαιτέρω, με παλαιότερη απόφαση είχε απορριφθεί αίτημα της ενάγουσας για επιδίκαση ποσού αντικατάστασης των τεχνητών μελών της στο μέλλον, με την αιτιολογία ότι δεν μπορούσε να προβλεφθεί με ασφάλεια το ακριβές ποσό αυτής.

Σύμφωνα με το σκεπτικό του εφετείου, από το χρόνο δημοσίευσης της άνω τελεσίδικης απόφασης, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) με δύναμη δεδικασμένου και έκτοτε πλέον υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή η αξίωση της ενάγουσας για δαπάνη αντικατάστασης των τεχνητών μελών, αφού από τις αιτιολογίες της ανωτέρω απόφασης, προκύπτει σαφώς ότι η εν λόγω αξίωση δεν απορρίφθηκε ως δήθεν απρόβλεπτη, αλλά λόγω αδυναμίας κατά τον χρόνο υποβολής του ανωτέρω αιτήματος να προσδιορισθεί το ακριβές ποσό αυτής και να επιδικασθεί με ασφάλεια αυτό στην ενάγουσα.

Συνεπώς, η προταθείσα από την εκκαλούσα ένσταση παραγραφής των εν λόγω αξιώσεων της ενάγουσας, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Απόσπασμα απόφασης

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδαφ. Α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης νια την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαία, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Ως γνώση της ζημίας νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας, χωρίς ωστόσο να είναι απαραίτητη η γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας (ΑΠ 566/2010). Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' του ιδίου Κώδικα κατά την οποία: "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση κάθε αυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική αξίωση η ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, ή οποία υπόκειται κατ' αρχήν, στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος όλης αξίωσης για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση.

Και τούτο διότι, το μέρος αυτό της αξίωσης καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) στην περίπτωση αυτή με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικώς για κάθε ζημία από την αδικοπραξία. Αναγκαία όμως προϋπόθεση για τη δέσμευση οπό το δεδικασμένο εκδοθείσας απόφασης είναι η ασκούμενη με τη μεταγενέστερη αγωγή αξίωση καταβολής αποζημίωσης για βλάβη π.χ. του σώματος ή της υγείας του παθόντος σε ατύχημα από αυτοκίνητο να μπορούσε εξ αρχής να προβλεφθεί. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή η ζημία είναι απρόβλεπτη ισχύει νέα παραγραφή για εκείνες τις δυσμενείς συνέπειες που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν κατά τους Κοινούς Κανόνες, η οποία (παραγραφή) αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών και τις αιτιώδους συνάφειας τους με το ατύχημα.

Αν επομένως, με τελεσίδικη απόφαση, ο παθών από αυτοκινητικό ατύχημα κρίθηκε πρόσκαιρα ανίκανος για εργασία, για ορισμένο χρονικό διάστημα και του επιδικάσθηκε για το διάστημα αυτό αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων και με νέα αγωγή του ζητεί πρόσθετη αποζημίωση για τις ίδιες αιτίες λόγω της επικαλούμενης εφ' όρου ζωής ολικής ή μερικής αναπηρίας του, της οποίας έλαβε γνώση μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής, το δικαστήριο που καλείται να δικάσει την υπόθεση, δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απόφασης ως προς την έκταση των ζημιών, διότι το δικαστήριο καλείται να κρίνει, αξιώσεις του παθόντος από τις επιζήμιες συνέπειες του ατυχήματος που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και δεν κρίθηκαν με την τελεσίδικη απόφαση. Εάν όμως, πρόκειται περί προβλέψιμων αξιώσεων παρατείνεται η παραγραφή σε εικοσαετία με την αναγκαία προϋπόθεση, ότι η απόφαση κατέστη τελεσίδικη, εντός του χρόνου της πενταετίας ή της διετίας κατά περίπτωση καθώς και ότι μέχρι την τελεσιδικία δεν έχει υποκύψει η αξίωση σε προβλεπόμενες βραχυχρόνιες παραγραφές.

Και τούτο διότι, η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή, κατ' άρθρο 261 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 36/1996 24/2003). Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγω θανάτωσης ή βλάβης σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων γη το χρονικά διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή. Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση, είτε με αναγνωριστική αγωγή, είτε με καταψηφιστική και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν εισήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε.

Στην περίπτωση δε που από την ζημιογόνο πράξη προκύπτει και δυσμενής συνέπεια που είναι απρόβλεπτη και συνεπώς για τη σχετική αξίωση που απορρέει από αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση, αλλ' άρνηση της ενστάσεως παραγραφής. Έτσι ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεσθεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή, διότι αυτό είναι το περιεχόμενο της ενστάσεως του (ΑΠ 52/2018 ΤΝΠ Νόμος).

Πηγή: dsanet.gr
Δίκαιο επιταγής - 6η έκδοση
Ένδικα Μέσα και Ανακοπές - Β έκδοση

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΠΕΣ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ

send