logo-print

Αστική ευθύνη του Δημοσίου από παράλειψη αστυνομικών οργάνων να προστατεύσουν την περιουσία πολιτών κατά τη διάρκεια των επεισοδίων του 2008 (ΣτΕ 1964 - 1972/2021)

Η ανωτέρα βία αποτελεί απαλλακτικό λόγο που διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των παράνομων πράξεων και παραλείψεων των αστυνομικών οργάνων και της ζημίας. Το βάρος επίκλησης και απόδειξης του λόγου αυτού φέρει το εναγόμενο Δημόσιο

16/11/2021

30/11/2021

Η αρχή IURA NOVIT CURIA στη διοικητική δίκη

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΤΣΙΓΑΡΙΔΑΣ

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

Προστασία της βιοποικιλότητας στο Άγιο Όρος

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΔΙΚΑΙΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΕΛΙΣΣΑΣ

Με σειρά αποφάσεών του, το Συμβούλιο της Επικρατείας επιλήφθηκε του ζητήματος της απαλλαγής, λόγω ανωτέρας βίας, του Ελληνικού Δημοσίου από την ευθύνη λόγω παράλειψης των αστυνομικών οργάνων να προστατεύσουν την περιουσία των εναγόντων κατά τη διάρκεια των επεισοδίων που έλαβαν χώρα την 7η και 8η/12/2008, μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου.

Ο ισχυρισμός περί απαλλαγής από την ευθύνη λόγω ανωτέρας βίας προβλήθηκε από το εναγόμενο Δημόσιο με τη μορφή καταλυτικής της αγωγής ένστασης, κατά την εξέταση του οποίου, όπως τόνισε το ΣτΕ, το δικαστήριο ερευνά αν τα βίαια επεισόδια και οι ζημιογόνες συνέπειές τους μπορούσαν να προβλεφθούν και να αποτραπούν με τη λήψη των επιβεβλημένων σε παρόμοιες περιστάσεις μέτρων και δεν περιορίζεται στην αξιολόγηση των μέτρων που λήφθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Με την υπ’ αριθμ. ΣτΕ 1964/2021 έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης απόφασης, με την οποία το διοικητικό εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι  δεν συνέτρεχε  παράνομη παράλειψη των αστυνομικών οργάνων, διότι η μη αποτροπή τελικά των ζημιών που προκλήθηκαν από επιθέσεις αγνώστων στο πολυώροφο κτίριο της αναιρεσείουσας εταιρείας οφειλόταν στον αιφνιδιαστικό και απρόβλεπτο χαρακτήρα των επεισοδίων, τα οποία, λόγω της αγριότητας και της άνευ προηγουμένου γενίκευσής τους, δεν θα μπορούσαν να αποτραπούν ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας.

Ωστόσο, κατά το σκεπτικό του Συμβουλίου της Επικρατείας, η ανωτέρα βία δεν συνιστά λόγο άρσης του παράνομου χαρακτήρα πράξης ή παράλειψης δημοσίου οργάνου. Περαιτέρω, μη νομίμως χαρακτηρίσθηκε ως αιφνίδιο και απρόβλεπτο γεγονός τα βίαια επεισόδια που εκδηλώθηκαν στο πλαίσιο προγραμματισμένης πορείας διαμαρτυρίας για τον θάνατο του Αλ. Γρηγορόπουλου από αστυνομικό όργανο, ενώ, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις κρατούσες κοινωνικές συνθήκες, η μεν εκδήλωση τέτοιων συμπεριφορών στο πλαίσιο συγκεντρώσεων ή συναθροίσεων διαμαρτυρίας δεν αποτελεί ασύνηθες κοινωνικό φαινόμενο στη χώρα μας, ο δε θάνατος ανηλίκου από όπλο αστυνομικού είναι λίαν πιθανό και αναμενόμενο να πυροδοτήσει μεγάλης έντασης και έκτασης επεισόδια.

Επιπλέον, το διοικητικό εφετείο δεν απεφάνθη  για το  αν τα επεισόδια αυτά ήταν αναπότρεπτα, ακόμα και αν τα όργανά του λάμβαναν αμέσως και εγκαίρως κάθε επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις προληπτικό  και κατασταλτικό μέτρο με βάση τις πληροφορίες που μπορούσαν να συγκεντρώσουν αμέσως μετά το θανατηφόρο περιστατικό και στο πλαίσιο ήδη καταστρωμένων επιχειρησιακών σχεδίων, ασκώντας τις εξουσίες που τους παρείχε ο νόμος, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την έκρυθμη αυτή κατάσταση εν τη γενέσει της, προτού επεκταθεί σε διάφορα σημεία της Αθήνας και καταστεί ανεξέλεγκτη.

Κρίθηκε δε πως η επίκληση και απόδειξη των στοιχείων που συγκροτούν την έννοια της ανωτέρας βίας, όπως τα «μέτρα άκρας επιμέλειας»,  βάρυνε το Ελληνικό Δημόσιο. Συνεπώς,  το εφετείο  για το σχηματισμό της κρίσης του ότι εν προκειμένω συνέτρεχε λόγος ανωτέρας βίας που απάλλασσε το αναιρεσίβλητο από την ευθύνη,  μη νομίμως έλαβε υπόψη ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία δεν είχε προβάλει με την αγωγή ειδικότερους ισχυρισμούς σχετικά με τις συγκεκριμένες παραλείψεις των αστυνομικών οργάνων κατά την αντιμετώπιση των επεισοδίων που συντέλεσαν στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Ομοίως, δεκτή έγινε η αίτηση αναίρεσης (ΣτΕ 1965/2021) της απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτό από το  διοικητικό εφετείο ότι δεν συνέτρεχε παράνομη παράλειψη των αστυνομικών οργάνων, διότι η ολοσχερής καταστροφή από επιθέσεις αγνώστων του καταστήματος της ασφαλισμένης στην αναιρεσείουσα  οφειλόταν στον αιφνιδιαστικό και απρόβλεπτο χαρακτήρα των επεισοδίων αυτών, τα οποία, λόγω της αγριότητας και της άνευ προηγουμένου γενίκευσής τους, δεν θα μπορούσαν να αποτραπούν ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας.

Κατά την κρίση του ΣτΕ, το δικάσαν δικαστήριο θεώρησε ως αιφνίδιο και απρόβλεπτο γεγονός τα βίαια επεισόδια που εκδηλώθηκαν πέντε περίπου ώρες μετά τη διάδοση της είδησης της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου, ενώ κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ο μεν θάνατος ανηλίκου από όπλο αστυνομικού αποτελεί γεγονός που προκαλεί  άμεσες και έντονες αντιδράσεις κοινωνικής διαμαρτυρίας και πυροδοτεί βίαια επεισόδια, τέτοια δε επεισόδια δεν αποτελούν ασύνηθες κοινωνικό φαινόμενο στη χώρα μας αλλά, αντιθέτως, είναι  αναμενόμενα με μεγάλη πιθανότητα και σε βραχύτατο χρονικό διάστημα.

Επιπλέον, το εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι τα πιο πάνω βίαια επεισόδια και οι  ζημιογόνες συνέπειές τους ήταν αναπότρεπτα, χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί αν τα αρμόδια προς τούτο όργανα του αναιρεσίβλητου προέβησαν σε εκτίμηση και ανάλυση του κινδύνου, με βάση και τις πληροφορίες που είχαν δυνατότητα να συγκεντρώσουν κατά τις αμέσως επόμενες του θανατηφόρου περιστατικού ώρες, και αν έθεσαν αμέσως και εγκαίρως σε εφαρμογή συγκεκριμένα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο ήδη καταστρωμένων επιχειρησιακών σχεδίων και με βάση τις εξουσίες που τους παρείχε ο νόμος, ώστε να αντιμετωπίσουν την έκρυθμη αυτή κατάσταση εν τη γενέσει της προτού οργανωθεί και επεκταθεί σε διάφορα σημεία της Αθήνας και καταστεί ανεξέλεγκτη.

Με την υπ΄αριθμ. ΣτΕ 1966/2021, κρίθηκε ότι το διοικητικό εφετείο νομίμως αιτιολόγησε την κρίση του ότι δεν συνέτρεχε ανωτέρα βία στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη ότι  η πορεία διαμαρτυρίας που έλαβε χώρα στις 8.12.2008 στην πόλη της Λάρισας έγινε στο πλαίσιο πανελλαδικών κινητοποιήσεων  που προκάλεσε η είδηση της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου, ότι η διοργάνωση της πορείας ήταν γνωστή στην Αστυνομία, ότι το κατάστημα της τραπεζικής επιχείρησης και ασφαλισμένης στην αναιρεσίβλητη βρισκόταν στη διαδρομή της διαδήλωσης και ότι τα τραπεζικά καταστήματα αποτελούν συνήθεις «στόχους» των κοινωνικών ομάδων που συμμετείχαν στην πιο πάνω πορεία. 

Τέλος, με τις υπ’ αριθμ. ΣτΕ  1967 - 1972/2021, απορρίφθηκαν οι αιτήσεις αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου. Συγκεκριμένα, το ΣτΕ έκρινε πως το διοικητικό εφετείο εξέφερε κρίση  ότι  υπήρξε υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας εκ μέρους των αστυνομικών οργάνων, αφού δέχθηκε ότι τα αστυνομικά όργανα, αν και επενέβησαν κατά τη διάρκεια των βίαιων επεισοδίων, δεν έλαβαν συγκεκριμένα μέτρα για την αποτροπή της καταστροφής των καταστημάτων επιχειρήσεων που είχαν ασφαλιστεί στις αναιρεσίβλητες ασφαλιστικές εταιρείες. Επίσης, έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία και σχημάτισε πλήρη και βέβαιη δικανική πεποίθηση ως  το ύψος της ζημίας  των αναιρεσιβλήτων και την επιδικαστέα σε αυτές αποζημίωση και δεν αρκέστηκε σε πιθανολόγηση.

Δείτε την περίληψη των αποφάσεων στο adjustice.gr

ΚΟΚ

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ

Ο προσδιορισμός και η είσπραξη του φόρου

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ

send