logo-print

Το δικαίωμα της απεργίας μετά τον Ν. 4808/2021

08/02/2022

28/02/2022

Νομολογία - Θεωρία και πρακτικά ζητήματα εργατικού δικαίου

ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΛΕΒΕΝΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΖΕΡΔΕΛΗΣ

ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Επιμέλεια: Ευάγγελος Τερζής - Περικλείου, τελειόφοιτος φοιτητής Νομικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Η πρόληψη μιας συλλογικής διαφοράς με τη συλλογική διαπραγμάτευση ή η επίλυσή της με ειρηνικό τρόπο με την παρέμβαση τρίτου (μεσολαβητή, διαιτητή), ανεξάρτητα αν αυτή μπορεί να ρυθμιστεί με συλλογική σύμβαση εργασίας ή όχι, δεν έχουν πάντοτε επιτυχή έκβαση. Έτσι, απομένουν τα αγωνιστικά μέσα επίλυσης, με κύρια μορφή τον απεργιακό αγώνα. Η νομική έννοια της απεργίας είναι άμεσα συνδεδεμένη με την έννοια της συλλογικής διαφοράς.

Στο παρόν άρθρο εξετάζονται ορισμένες καινοτομίες του Ν. 4808/2021 ως προς το δικαίωμα απεργίας, οι οποίες είναι ενδεικτικές της αυξανόμενης πολυπλοκότητας του Συλλογικού Εργατικού Δικαίου. Σκοπός είναι να παρουσιασθεί η εξέλιξη της νομολογίας και οι πρόσφατες νομοθετικές αλλαγές, αλλά και να τεθούν ορισμένοι προβληματισμοί ως προς την ορθότητα και λειτουργικότητα αυτών.

Το δίκαιο εξελίσσεται διαρκώς. Με το πέρασμα των χρόνων και με την αύξηση των περιπτώσεων συλλογικών διαφορών εργασίας, η εργατική νομοθεσία θα εμπλουτίζεται ολοένα και περισσότερο. Το άρθρο αυτό θα είναι στο μέλλον απλή εισαγωγή στα διαρκώς εξελισσόμενα δεδομένα στον εργασιακό χώρο.

1. Η ιδιότητα του εργαζομένου

Η απεργία είναι μια συλλογική αποχή των εργαζομένων από την εργασία τους προκειμένου να ασκηθεί πίεση στον εργοδότη, με σκοπό την προάσπιση και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, κοινωνικών κι ασφαλιστικών τους συμφερόντων. Αναφέρεται, δηλαδή, σε εργαζομένους που απασχολούνται με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Αυτό ίσχυε μέχρι πρότινος. Τι γίνεται, όμως, με τους οικονομικά εξαρτημένους εργαζόμενους;

Με το άρθρο 70 του Ν. 4808/2021 ορίζεται πως, ειδικά για τις ψηφιακές πλατφόρμες, οι εργαζόμενοι με συμβάσεις ανεξάρτητων υπηρεσιών/έργου δικαιούται να συστήνουν οργανώσεις, να κηρύσσουν απεργία, να διαπραγματεύονται συλλογικώς και να καταρτίζουν συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Λαμβάνονται, έτσι, υπόψιν εργαζόμενοι που ναι μεν δεν συνδέονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας, παρέχουν όμως εργασία υπό συνθήκες ουσιαστικής εξάρτησης και παρουσιάζουν ανάγκη προστασίας αντίστοιχη με αυτή των εργαζομένων. Πρόκειται για τους οικονομικά εξαρτημένους ελεύθερους επαγγελματίες, που δεν είναι stricto sensu νομικά εργαζόμενοι. Για τους τελευταίους, ισχύει πως μπορούν να καταρτίζουν συλλογικές συμβάσεις εργασίας, χωρίς όμως να μπορούν να περιληφθούν ρήτρες για εφαρμογή των διατάξεων των παραδοσιακών συλλογικών συμβάσεων, καθώς οι οικονομικά εξαρτημένοι ελεύθεροι επαγγελματίες δεν δύνανται να μετέχουν στις συνδικαλιστικές οργανώσεις που τις συνάπτουν. Έτσι, το άρθρο 70 του Ν. 4808/2021 εναρμονίζεται με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 1876/19901.

Επομένως, ειδικά για τις πλατφόρμες, οι ανεξάρτητοι πάροχοι υπηρεσιών μπορούν να κυρήξουν απεργία, εφόσον φυσικά έχουν συστήσει νομίμως συνδικαλιστική οργάνωση. Η διαπίστωση αυτή — που αποτελεί και στοιχείο καινοτομίας του άρθρου 70 Ν. 4808/2021 — αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα που αναφέρθηκε παραπάνω, ότι απεργία μπορούν να ασκήσουν οι εργαζόμενοι που απασχολούνται από εργοδότες με σχέση εξαρτημένης εργασίας.

2. Προϋποθέσεις έναρξης και διεξαγωγής της απεργίας

2.1 Γνωστοποίηση των αιτημάτων και προειδοποίηση του εργοδότη

Πριν από την έναρξη της απεργίας, η νόμιμα συστημένη συνδικαλιστική οργάνωση οφείλει να γνωστοποιεί στην εργοδοτική πλευρά τα αιτήματα που διεκδικεί, ώστε να καταβάλλεται προσπάθεια να λυθεί η συλλογική διαφορά με ειρηνικά μέσα (διαπραγματεύσεις). Επιπλέον, απαιτείται προειδοποίηση. Συγκεκριμένα, η προειδοποίηση για την κήρυξη της απεργίας θα πρέπει να γίνεται εγγράφως και να επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή στον εργοδότη ή τους εργοδότες που αφορά (άρθρο 91 Ν. 4808/2021). Η νέα αυτή διάταξη τροποποιεί τη διάταξη του άρθρου 19 Ν. 1264/1982, η οποία προέβλεπε πως απαιτείτο προειδοποίηση του εργοδότη ή της συνδικαλιστικής του οργάνωσης. Δηλαδή, πλέον, η προειδοποίηση δεν μπορεί να γίνει στη συνδικαλιστική οργάνωση στην οποία είναι μέλος ο εργοδότης, αλλά αποκλειστικά προς την εργοδοτική πλευρά.

Ωστόσο, με την τροποποίηση αυτή ζήτημα γεννάται για τις περιπτώσεις που Ομοσπονδίες με πανελλαδική έκταση κηρύσσουν απεργία για τους εργαζόμενους του κλάδου που εκπροσωπούν2. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν αναφέρεται σε ποιους εργοδότες θα πρέπει να απευθύνεται η προειδοποίηση (αφού αποκλείονται οι εργοδοτικές οργανώσεις) από τη στιγμή που εργοδότης δεν είναι ένας συγκεκριμένος, λόγω του ευρύτερου χαρακτήρα της απεργίας. Μια άποψη που έχει διατυπωθεί είναι πως αρκεί να επιδίδεται σε έναν εργοδότη. Σε κάθε περίπτωση, η διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί τελολογικά, με ratio ότι οι διαδικαστικές προϋποθέσεις κήρυξης της απεργίας τίθενται για να δοθεί μια προμήνυση στον εργοδότη.

Μάλιστα δε, το άρθρο 91 Ν. 4808/2021 ορίζει ότι η προειδοποίηση για την κήρυξη της απεργίας θα πρέπει να είναι έγγραφη. Μέχρι πρότινος, δεν προβλεπόταν ιδιαίτερος τύπος για τη γνωστοποίηση. Δηλαδή, μπορούσε να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο (έγγραφο, τηλεγράφημα, ακόμη και προφορικά), ωστόσο στην πράξη γινόταν συνήθως με επίδοση εγγράφου γνωστοποίησης της απεργίας με δικαστικό επιμελητή3. Επίσης, το περιεχόμενο της γνωστοποίησης παρουσιάζεται με περιοριστική αναφορά στη νέα διάταξη. Έτσι, πρέπει να γνωστοποιούνται η ημέρα, η ώρα έναρξης, η διάρκεια της απεργίας, η μορφή της, τα αιτήματα στα οποία στηρίζεται καθώς και οι λόγοι που τη θεμελιώνουν. Σε αντίθετη περίπτωση, η προειδοποίηση θα είναι άκυρη.

Αυτό που παρατηρούμε αμέσως, είναι πως ο νομοθέτης του Ν. 4808/2021 αυστηροποίησε τις διαδικαστικές προϋποθέσεις με τον νέο νόμο, αν λάβουμε υπόψιν μας πως παλαιότερα αρκούσε η προειδοποίηση «για την άσκηση του δικαιώματος απεργίας», χωρίς αναφορά στον ακριβή χρόνο έναρξής της. Βέβαια, με τη νομολογία γινόταν δεκτό πως έπρεπε να αναφέρεται με ακρίβεια η διάρκεια της απεργίας4, σε κάθε περίπτωση, όμως, τα στοιχεία που πρέπει να γνωστοποιούνται στον εργοδότη, μετά την τροποποίηση, είναι εξαιρετικά λεπτομερειακά, σε σύγκριση με ό,τι ίσχυε.

Σκοπός της προειδοποίησης και της γνωστοποίησης παραμένει η προσπάθεια λύσης της συλλογικής διαφοράς με ειρηνικά μέσα (διαπραγματεύσεις). Όπως γίνεται δεκτό, η υποχρέωση προειδοποίησης «αποσκοπεί αφενός μεν στην παροχή ενός ελάχιστου χρόνου στον εργοδότη για τη λήψη των στοιχειωδών μέτρων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκύπτουν στην επιχείρησή του από την πραγματοποίηση της απεργίας, αφετέρου δε στην παροχή στα μέρη μιας στοιχειώδους δυνατότητα αποφυγής της απεργιακής κινητοποίησης με την ενδεχόμενη ικανοποίηση κάποιου ή κάποιων εκ των αιτημάτων των εργαζομένων με άμεσες διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών»5.

2.2 Οι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας ή δημοσίου χαρακτήρα

Ο νομοθέτης του Ν. 1264/1982 ορίζει ρητά στη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 τις επιχειρήσεις, η λειτουργία των οποίων «έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου»6. Με το άρθρο 92 του Ν. 4808/2021, οι επιχειρήσεις ραδιοφωνίας και τηλεόρασης παύουν να θεωρούνται επιχειρήσεις κοινής ωφελείας ή δημοσίου χαρακτήρα.

Για τις συνδικαλιστικές οργανώσεις που κηρύσσουν απεργία στις επιχειρήσεις αυτές, εκτός από την υποχρέωση γνωστοποίησης των αιτημάτων προ τεσσάρων ημερών, ο νομοθέτης, λόγω της φύσης των υπηρεσιών που οι επιχειρήσεις αυτές παρέχουν στο κοινό, επιβάλλει μια πρόσθετη υποχρέωση, την υποχρέωση πρόσκλησης του εργοδότη σε δημόσιο διάλογο. Ο διάλογος έχει σκοπό να δώσει μια «τελευταία ευκαιρία» (ύστατο μέσο) για την ειρηνική επίλυση της διαφοράς ώστε να αποφευχθούν οι συνέπειες της απεργίας, η οποία δεν πλήττει μόνο τον εργοδότη αλλά και το κοινωνικό σύνολο, ονομάζεται δε «δημόσιος» γιατί στην διεξαγωγή του μπορούν να κληθούν — μετά από συμφωνία των μερών — να συμμετέχουν εκπρόσωποι των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων, των αρμοδίων δημοσίων υπηρεσιών, των κοινωνικών φορέων και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης7.

Έτσι, λοιπόν, με γνώμονα το άρθρο 93 του Ν. 4808/2021, για τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας ή δημοσίου χαρακτήρα, προβλέπεται υποχρέωση δημοσίου διαλόγου πριν την κήρυξη της απεργίας, αλλιώς η απεργία θα είναι παράνομη, είναι δηλαδή προϋπόθεση του κύρους της. Αντίθετα, στις κοινές επιχειρήσεις δεν γίνεται λόγος για «υποχρέωση» δημοσίου διαλόγου, αλλά είναι απλώς μια δυνατότητα, ανήκει στην διακριτική ευκαιρία των εν λόγω επιχειρήσεων. Όσον αφορά στη διαδικασία διεξαγωγής δημοσίου διαλόγου, κατ’αρχάς η συνδικαλιστική οργάνωση υποβάλλει αίτηση στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (εφεξής Ο.ΜΕ.Δ), ο οποίος θα ορίσει συγκεκριμένη ημέρα και, έπειτα, με δικαστικό επιμελητή θα επιδοθεί πρόσκληση στον εργοδότη για να παρευρεθεί στον δημόσιο διάλογο. Το αν θα παρευρεθεί ή όχι η εργοδοτική πλευρά στον δημόσιο διάλογο δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της απεργίας. Επισπεύδεται, λοιπόν, δημόσιος διάλογος. Αν δεν παρευρεθεί καμία συνδικαλιστική οργάνωση στο δημόσιο διάλογο, ο Ο.ΜΕ.Δ κηρύσσει τον δημόσιο διάλογο άκαρπο, χωρίς πάλι να ασκείται επιρροή στην νομιμότητα της απεργίας.

Περαιτέρω δε, ορίζεται μεσολαβητής από τον κατάλογο μεσολαβητών του Ο.ΜΕ.Δ. Κι αν μεν τα μέρη συμφωνήσουν για τον ορισμό μεσολαβητή, αυτός αναλαμβάνει τα καθήκοντά του εντός 24 ωρών. Αν τα μέρη δεν συμφωνήσουν, ο μεσολαβητής ορίζεται με κλήρωση. Αξίζει εδώ να επισημανθεί ότι ο μεσολαβητής ασκεί όλα τα μέσα για να αποφευχθεί η απεργία, διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ των μερών, έχει δικαίωμα να καλεί και άλλους φορείς. Αν αποχωρήσει κάποιο από τα μέρη ή αν δεν επιτευχθεί συμφωνία εντός 48 ωρών, τότε ο μεσολαβητής έχει δικαίωμα να υποβάλει έκθεση με τις απόψεις των μερών, η οποία θα πρέπει να επιδοθεί στα μέρη εντός 24 ωρών από τη λήξη του διαλόγου.

Ο νόμος μέχρι πρότινος δεν προέβλεπε αναστολή του δικαιώματος απεργίας κατά τη διάρκεια του δημοσίου διαλόγου. Με βάση, όμως, το άρθρο 93 του Ν. 4808/2021, όσο διαρκεί ο δημόσιος διάλογος αναστέλλεται η άσκηση του δικαιώματος απεργίας. Αυτή η νέα ρύθμιση, ίσως αντικατοπτρίζει τη βούληση του νομοθέτη να ενισχύσει τη σημασία του δημοσίου διαλόγου, καθώς οι μόνες περιπτώσεις κατά τις οποίες αναστέλλεται το δικαίωμα της απεργίας είναι η κατάσταση πολιορκίας (άρθρο 48 Συντάγματος) και, υπό περιπτώσεις, η διαιτησία (για 10 ημέρες).

Διατηρείται και στον Ν. 4808/2021 η ρύθμιση πως κατά τη διάρκεια του δημόσιου διαλόγου απαγορεύεται η άσκηση αγωγής για θέματα σχετικά με την απεργία (εκ μέρους του εργοδότη κυρίως). Ratio της εν λόγω νομοθετικής πρόβλεψης είναι ότι ο δημόσιος διάλογος αποτελεί το «ύστατο μέσο για την αποφυγή της απεργίας»8, δηλαδή ο ίδιος ο νομος δίνει προτεραιότητα σε έναν ειρηνικό τρόπο επίλυσης της διαφοράς και αποκλείει τη δυνατότητα του εργοδότη να ζητήσει δικαστική προστασία ασκώντας αγωγή αναγνώρισης του παράνομου χαρακτήρα της απεργίας, ενώ τυχόν άσκηση αγωγής κατά τον χρόνο διεξαγωγής του δημοσίου διαλόγου συνεπάγεται την απόρριψή της ως απαράδεκτης9.

2.3 Το προσωπικό ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας

Μια από τις προϋποθέσεις για κήρυξη νόμιμης απεργίας από τη νόμιμα συνεστημένη συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων, είναι ο ορισμός προσωπικού ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας όσον αφορά στις επιχειρήσεις κοινής ωφελείας ή δημοσίου χαρακτήρα (άρθρο 95 Ν. 4808/2021). Αντίστοιχα προβλεπόταν και πριν από αυτή την τροποποίηση, στο άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 1264/1982, προσωπικό για την εξυπηρέτηση των στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου. Πράγματι, λόγω της κρίσιμης σημασίας των υπηρεσιών που παρέχουν στο κοινωνικό σύνολο αυτές οι επιχειρήσεις, ορίζεται και προσωπικό ασφαλείας και πρόσθετο προσωπικό, με κριτήρια το είδος της επιχείρησης και την κρισιμότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας για το κοινό. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο ορισμός του εν λόγω προσωπικού δεν θα πρέπει να καθιστά δυσχερή την άσκηση του δικαιώματος απεργίας10.

Στην παράγραφο 2 του άρθρου 95 Ν. 4808/2021 ορίζεται συγκεκριμένα ποιο ποσοστό των αναγκών του κοινωνικού συνόλου πρέπει να καλυφθεί από την επιχείρηση κοινής ωφελείας ή δημοσίου χαρακτήρα στην οποία ασκείται η απεργία. Έτσι, λοιπόν, οι στοιχειώδεις ανάγκες ορίζονται ως το 1/3 της συνήθους παρεχόμενης υπηρεσίας. Ορίζεται δε στην ίδια παράγραφο πως με κοινή απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, δύναται να περιοριστεί το ποσοστό της συνήθους παρεχόμενης υπηρεσίας. Βλέπουμε, δηλαδή, πως ο νομοθέτης, ενώ όρισε στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 95 την in concreto στάθμιση ως προς την κρισιμότητα της παροχής για το κοινό, στη δεύτερη παράγραφο θέτει το ελάχιστο ποσοστό στο 1/3, με αποτέλεσμα να φαίνεται πως κατά κάποιον τρόπο αναιρεί τα προβλεπόμενα στην πρώτη παράγραφο. Με το ελάχιστο ποσοστό που τίθεται από τον νομοθέτη, γεννάται ζήτημα για το κατά πόσο τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Πιο συγκεκριμένα, το προσωπικό ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας θα ορίζεται στο 1/3 σε κάθε περίπτωση, σε κάθε ζήτημα, χωρίς να εξετάζονται ειδικότεροι όροι, όπως εάν είναι κατάλληλο το προσωπικό που θα οριστεί σε κάθε περίπτωση άσκησης απεργίας, εάν είναι αναγκαίο ή stricto sensu αναλογικό.

Προς επίρρωση αυτής της θέσης, αξίζει να γίνει μνεία στις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας 87 και 98, τις οποίες κύρωσε και η Ελλάδα. Ειδικότερα, η Επιτροπή Συνδικαλιστικής Ελευθερίας είχε πει πως σε κάθε περίπτωση η διαφωνία θα πρέπει να επιλύεται από ανεξάρτητο όργανο, με ανεξάρτητη κρίση, χωρίς να προβληματίζεται πως αν ρυθμίσει με ορισμένο τρόπο θα ευχαριστήσει τους μεν, όμως θα δυσαρεστήσει τους δε. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να επιλύεται από το Υπουργείο Εργασίας και το κατά περίπτωση αρμόδιο Υπουργείο. Διαπιστώνουμε πως η Επιτροπή Συνδικαλιστικής Ελευθερίας κινείται σε τελείως διαφορετική λογική από εκείνη του νομοθέτη του Ν. 4808/2021. Στην 9η παράγραφο του αυτού άρθρου προβλέπεται η δυνατότητα των μερών να προσφύγουν στη μεσολάβηση και, εάν αποτύχει η μεσολάβηση για ορισμό προσωπικού ασφαλείας και προσωπικού ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας, θα προσφύγουν τα μέρη στη διαιτησία. Όμως, ούτε ο μεσολαβητής ούτε και ο διαιτητής θα μπορούν να μεταβάλουν το ποσοστό αυτό του 1/3 που ρητά θέτει το γράμμα του νόμου.

Ο ορισμός του προσωπικού αυτού αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας του εργοδότη και της πλέον αντιπροσωπευτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης. Ενώ προβλεπόταν πως η συμφωνία αυτή ήταν ετήσια, πλέον διευρύνεται η δυνατότητα και μπορεί να είναι συμφωνία είτε ορισμένης, είτε αόριστης διάρκειας.

Σε περίπτωση διαφωνίας ως προς τον ορισμό προσωπικού ασφαλείας και προσωπικού ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας, μεταβαίνουμε στην ειρηνική επίλυση συλλογικών διαφορών εργασίας και, συγκεκριμένα, στη μεσολάβηση. Μία ακόμη τροποποίηση του Ν. 4808/2021 είναι πως καταργείται η Επιτροπή Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών του άρθρου 15 Ν. 1264/1982 και στη θέση της έρχεται η διαιτησία. Ειδικότερα, η Επιτροπή αυτή, η οποία ήταν το αρμόδιο όργανο για να αποφανθεί για την αντιπροσωπευτικότητα των κάθε είδους οργανώσεων καθώς και για τον ορισμό προσωπικού ασφαλείας και προσωπικού ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας σε περίπτωση αποτυχίας της μεσολάβησης, καταργήθηκε με το άρθρο 101 του Ν. 4808/2021. Έτσι, το άρθρο 95 του Ν. 4808/2021 προβλέπει στην παράγραφο 9 πως εάν η μεσολάβηση δεν καταλήξει σε συμφωνία, κάθε ενδιαφερόμενη πλευρά έχει δικαίωμα να παραπέμψει το θέμα σε διαιτησία του άρθρου 16 του Ν. 1876/1990. Σε αυτή την περίπτωση, ο ορισμός διαιτητή εναπόκειται στη συμφωνία των μερών και, σε περίπτωση διαφωνίας, ορίζεται με κλήρωση.

3. Ευθύνη της συνδικαλιστικής οργάνωσης

Προκειμένου να γίνει λόγος για νομιμότητα της απεργίας, θα πρέπει, αναμφιβόλως, η συνδικαλιστική οργάνωση να τηρεί τις διαδικαστικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις: το αίτημα της απεργίας να είναι νόμιμο, να ληφθεί απόφαση από νόμιμα συνεστημένη συνδικαλιστική οργάνωση, να μεσολαβήσει προειδοποίηση στην εργοδοτική πλευρά για την κήρυξη απεργίας, να διεξαχθεί δημόσιος διάλογος, αλλά και να παρασχεθεί προσωπικό ασφαλείας και προσωπικό ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας. Περαιτέρω, η απεργία θα πρέπει να μην παραβιάζει την υποχρέωση ειρήνης και να μην είναι καταχρηστική. Ανάμεσα σε όλες τις ανωτέρω προϋποθέσεις, θα μπορούσαμε να πούμε πως τίθεται και μία ακόμη: η διασφάλιση απρόσκοπτης προσέλευσης στην εργασία. Ο Ν. 4808/2021 έρχεται με το άρθρο 93 να ρυθμίσει την προστασία του δικαιώματος στην εργασία, συγκεκριμένα για όσους εργαζόμενους δεν μετέχουν στην απεργία. Ορίζεται η υποχρέωση της συνδικαλιστικής οργάνωσης που κηρύσσει απεργία να προστατεύσει το δικαίωμα των εργαζομένων μη απεργών ώστε να παρέχουν την εργασία τους ανεμπόδιστα κατά τη διάρκεια της απεργίας. Ανεμπόδιστη παροχή εργασίας νοείται, κατά τον νομοθέτη, η χωρίς εμπόδιο και χωρίς άσκηση σωματικής ή ψυχολογικής βίας από οποιονδήποτε τρίτο εργασία. Στην πρώτη, λοιπόν, παράγραφο τίθεται μία θετική υποχρέωση της συνδικαλιστικής οργάνωσης.

Άλλωστε, δεν πρέπει να λησμονούμε πως η απεργία θα μπορούσε να θεωρηθεί ανωτέρα βία, κατά την έννοια του άρθρου 656 ΑΚ, μόνο όταν καταλαμβάνεται το εργοστάσιο ή άλλες εγκαταστάσεις της επιχείρησης σε βαθμό που να παρεμποδίζεται η προσέλευση όσων εργαζομένων μη απεργών επιθυμούν να εργαστούν11. Ο εργοδότης, δηλαδή, προκειμένου να μην οφείλει να καταβάλει μισθό σε εργαζομένους που δεν μετέχουν στην απεργία, θα πρέπει η παροχή εργασίας εκ μέρους των τελευταίων να είναι αντικειμενικά αδύνατη. Δεν θα πρέπει να μιλάμε για περιπτώσεις που απλώς δεν είναι οικονομικά συμφέρουσες, αλλά το όριο θα πρέπει να είναι ένα αντικειμενικό γεγονός αδυναμίας αποδοχής, από τον εργοδότη, της εργασίας των μη απεργών12.

Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 93 Ν. 4808/2021 προβλέπει τη δυνατότητα διακοπής της απεργίας εάν η συνδικαλιστική οργάνωση που την έχει κηρύξει παραβεί την ως άνω υποχρέωσή της. Η διακοπή αυτή γίνεται με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου της έδρας της είναι συνδικαλιστικής οργάνωσης που έχει κηρύξει την απεργία, κατά την διαδικασία των άρθρων 663 έως 676 του ΚΠολΔ. Στη δε δεύτερη παράγραφο, επιτείνεται η ευθύνη της συνδικαλιστικής οργάνωσης, έτσι ώστε, αν παραβιάσει την υποχρέωση για διασφάλιση απρόσκοπτης προσέλευσης των εργαζομένων μη απεργών στην εργασία, Έχει ευθύνη για αποζημίωση τόσο ίδια όσο και τα υπαίτια μέλη του διοικητικού της συμβουλίου του, τόσο για πράξεις τους όσο και για παραλείψεις τους ως προς αυτή την υποχρέωση, γεννάται δηλαδή ζήτημα διά παραλείψεως ευθύνης. Ακόμη και η συνδικαλιστική οργάνωση που είναι φορέας άσκησης δημόσιας εξουσίας κατά παραχώρηση από το κράτος, δύναται να φέρει ευθύνη αποζημίωσης.

Η νέα αυτή η διάταξη ίσως να μη συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, υπό την έννοια ότι σε μία απεργία υπάρχει ένταση και οξυμένο κλίμα και είναι πολύ πιθανόν να υπάρξουν αρκετές παραβάσεις, οι οποίες θα πρέπει να κριθούν υπό το πρίσμα του σκοπού που επιδιώκει η απεργία, δηλαδή την προάσπιση και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, κοινωνικών, ασφαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων. Φαίνεται, δηλαδή, παράδοξο από τη μία μεριά να παραχωρείται στους εργαζόμενους η σημαντικότερη οδός για την προάσπιση των συμφερόντων τους και από την άλλη να τιμωρούνται για την άσκηση και τον τρόπο διεξαγωγής αυτού τους του δικαιώματος. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι οι συνέπειες που προβλέπονται είναι υπέρμετρα επαχθείς σε σύγκριση με το όφελος προς τους εργαζόμενους. Προβλέπονται συνέπειες, κυρώσεις, όχι μόνο για πράξεις αλλά και για παραλείψεις της οργάνωσης και των μελών του ΔΣ, που ευθύνονται μάλιστα για κάθε αμέλεια.

Ιδίως, μάλιστα, υπερβολική θα μπορούσε να θεωρηθεί η θεμελίωση ευθύνης στην οργάνωση και στα υπαίτια μέλη του ΔΣ ακόμη και για πράξεις προσώπων που δεν συνδέονται άμεσα ούτε με την απεργία, ούτε με την συνδικαλιστική οργάνωση. Για πράξεις, δηλαδή, τρίτων προσώπων με τις οποίες πίεσαν τους μη απεργούς εργαζομένους και τους παρεμπόδισαν να παράσχουν την εργασία τους, ευθύνεται το αρμόδιο όργανο κήρυξης της απεργίας. Ωστόσο, είναι δυσχερής στην πράξη μια τέτοια απόδειξη, πολλώ δε μάλλον να η ικανοποιηθεί η ζημία — δυνάμει αστικής ευθύνης — από την περιουσία της συνδικαλιστικής οργάνωσης, δεδομένου ότι η τελευταία είναι ακατάσχετη και προστατεύεται από αξιώσεις τρίτων προσώπων ως προς το τμήμα εκείνο της περιουσίας που είναι απαραίτητο για τη στοιχειώδη λειτουργία της.

4. Η επίλυση των δικαστικών διαφορών – άρθρο 22 Ν. 1264/1982

Στο άρθρο 22 του Ν. 1264/1982 προστέθηκε η παράγραφος 6, με το άρθρο 95 παρ. 2 Ν. 4808/2021. Σύμφωνα δε με το άρθρο 100 παρ. 3 του αυτού νόμου, εφαρμόζεται σε απεργίες που κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4808/2021. Προβλέπεται, λοιπόν, πως εάν η απεργία ή η στάση εργασίας που έχει κηρυχθεί από πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση κριθεί παράνομη από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της, αφού εκδοθεί απόφαση, δεν επιτρέπεται να κηρυχθεί απεργία από ανώτερου επιπέδου συνδικαλιστική οργάνωση κατά του ίδιου εργοδότη και με την ίδια ημερομηνία έναρξης. Αποτρέπεται, δηλαδή, η «επέμβαση» δευτεροβάθμιων ή τριτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων στο δικαιοδοτικό έργο, από τη στιγμή που με δικαστική απόφαση έχει κριθεί παράνομη μια απεργία. Δεν μπορεί συνδικαλιστική οργάνωση ανώτερου επιπέδου να καταστρατηγήσει, έστω και εμμέσως, τον νόμο, κηρύσσοντας εκ νέου απεργία με ενδεχομένως ίδια αιτήματα προς αυτά μιας κριθείσας ως παράνομης, και με συνέπεια ο εργοδότης να πλήττεται επανειλλημένα με πολλαπλές απεργίες.

  • 1. Παπαδημητρίου Κ., Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, 2η έκδοση, 2019, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 105.
  • 2. Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ, Δίκτυο Υπηρεσιών Πληροφόρησης και Συμβουλευτικής Εργαζομένων 2012-2015, Εργασιακά Θέματα «Απεργία», σ. 8
  • 3. Ζερδελής Δ., Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, Δ’ έκδοση, 2020, εκδόσεις Σάκκουλα, σ. 328.
  • 4. ΕφΑθ 1702/1985, ΔΕΝ 1985, 385.
  • 5. ΑΠ 185/2019, Επιθεώρησις Εργατικού Δικαίου 2019, 465.
  • 6. Παπαδημητρίου Κ., Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, ό.π., σ. 241.
  • 7. Ζερδελής Δ., Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, ό.π., σ. 333.
  • 8. Παπαδημητρίου Κ., Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, ό.π., σ. 243.
  • 9. Έτσι και άρθρο 3 παρ. 6 Ν. 2224/1994.
  • 10. Παπαδημητρίου Κ., Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, Συμπλήρωμα στη 2η έκδοση – Ενημερωμένη με τον Ν 4808/2021, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 13.
  • 11. ΑΠ 1303/2004, ΕλλΔνη 2005, 1437.
  • 12. Λεβέντης Γ., Συλλογικό εργατικό δίκαιο, 2η έκδοση, 2007, Δελτίον Εργατικής Νομοθεσίας, σ. 636.