logo-print

«Μπλόκο» στη διαβίβαση δεδομένων Ευρωπαίων πολιτών στις ΗΠΑ από τον Γενικό Εισαγγελέα του δικαστηρίου της ΕΕ

Η παρακολούθηση στην οποία προβαίνουν οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών είναι μαζική και μη στοχευμένη, στοιχειοθετώντας επέμβαση σε θεμελιώδη δικαιώματα των Ευρωπαίων πολιτών. Πρόταση για αναστολή της εφαρμογής του Safe Harbor

Δίκαιο της πληροφορικής Δ

ΔΙΚΑΙΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ & ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ - ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ & ΔΙΚΑΙΟ - ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

ΙΓΓΛΕΖΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

Ζητήματα από την εφαρμογή του κανονισμού 1215/2012 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία και την Εκτέλεση Αποφασεων

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΕΛΗΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Με μία ιδιαίτερα σημαντική γνωμοδότηση αναφορικά με το επίπεδο προστασίας των προσωπικών δεδομένων των Ευρωπαίων πολιτών, ο γενικός εισαγγελέας του Δικαστηρίου της ΕΕ, Yves Bot, προτείνει την αναστολή της εφαρμογής της απόφασης 2000/520/ΕΚ, ευρέως γνωστή ως Αρχές Ασφαλούς Λιμένα (Safe Harbor).

Υποβάλλοντας τις προτάσεις του στην υπόθεση του Maximilian Schrems, του Αυστριακού ακτιβιστή δικηγόρου, κατά της ιρλανδικής αρχής προστασίας προσωπικών δεδομένων, ο Bot εκτιμά ότι η ύπαρξη αποφάσεως της Κομισιόν που διαπιστώνει ότι τρίτη χώρα διασφαλίζει ικανοποιητικό επίπεδο ελέγχου στα διαβιβαζόμενα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν μπορεί να αναιρέσει, ούτε καν να συρρικνώσει τις εξουσίες που διαθέτουν οι εθνικές αρχές ελέγχου δυνάμει της οδηγίας περί της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Με άλλα λόγια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει την αρμοδιότητα να περιορίζει τις εξουσίες των εθνικών αρχών ελέγχου.

Να σημειωθεί ότι οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο, καθώς έργο του να προτείνει στο Δικαστήριο, με πλήρη ανεξαρτησία, νομική λύση για την υπόθεση που του έχει ανατεθεί.

Ιστορικό

Η οδηγία 95/46/ΕΚ περί της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ορίζει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να διαβιβαστούν προς τρίτη χώρα μόνον εάν η εν λόγω τρίτη χώρα διασφαλίζει ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας των δεδομένων αυτών.

Πάντοτε κατά την οδηγία, η Επιτροπή μπορεί να διαπιστώσει ότι τρίτη χώρα διασφαλίζει ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας.

Άπαξ η Επιτροπή εκδώσει απόφαση με τέτοιο περιεχόμενο, μπορεί να συντελεστεί η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς την οικεία τρίτη χώρα.

O Maximilian Schrems, που έχει την αυστριακή ιθαγένεια, χρησιμοποιεί το Facebook από το 2008.

Όπως και για τους λοιπούς συνδρομητές που διαμένουν στο έδαφος της Ένωσης, τα δεδομένα που παρέχει ο M. Schrems στη Facebook διαβιβάζονται, εν όλω ή εν μέρει, από την ιρλανδική θυγατρική της Facebook σε εγκατεστημένους στο έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών διακομιστές της Facebook USA όπου και διατηρούνται.

Ο M. Schrems υπέβαλε καταγγελία ενώπιον της ιρλανδικής αρχής προστασίας δεδομένων εκτιμώντας ότι, κατόπιν των αποκαλύψεων στις οποίες προέβη το 2013 ο E. Snowden σε σχέση με τις δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών (ιδίως της National Security Agency ή NSA), η νομοθεσία και η πρακτική των Ηνωμένων Πολιτειών ουδεμία πραγματική προστασία παρέχουν κατά της παρακολουθήσεως, από το αμερικανικό κράτος, των δεδομένων που διαβιβάζονται σε αυτήν την τρίτη χώρα.

Η ιρλανδική αρχή απέρριψε την καταγγελία, μεταξύ άλλων, για τον λόγο ότι με απόφαση της 26ης Ιουλίου 2000, η Επιτροπή εκτίμησε ότι, στο πλαίσιο του καλούμενου καθεστώτος ασφαλούς λιμένα, οι Ηνωμένες Πολιτείες διασφαλίζουν ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας στα διαβιβαζόμενα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

Επιληφθέν της υποθέσεως, το High Court of Ireland (ιρλανδικό Ανώτατο Δικαστήριο) ερωτά εάν αυτή η απόφαση της Επιτροπής έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίζει την εθνική αρχή ελέγχου να ερευνά καταγγελία με την οποία προβάλλεται ότι τρίτη χώρα δεν διασφαλίζει ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας των διαβιβαζόμενων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, να αναστέλλει τη διαβίβαση των δεδομένων αυτών.

Οι προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα

Ο γενικός εισαγγελέας φρονεί κατ’ αρχάς ότι, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας του ρόλου τους στον τομέα της προστασίας των δεδομένων, οι εξουσίες παρεμβάσεως των εθνικών αρχών ελέγχου πρέπει να παραμείνουν ακέραιες.

Εάν οι εθνικές αρχές ελέγχου δεσμεύονταν απολύτως από τις αποφάσεις που εκδίδει η Επιτροπή, τούτο αφεύκτως θα περιόριζε την όλη ανεξαρτησία τους την οποία διαθέτουν δυνάμει της οδηγίας.

Ο γενικός εισαγγελέας συνάγει εντεύθεν ότι, εάν η εθνική αρχή ελέγχου εκτιμά ότι η διαβίβαση δεδομένων θίγει την προστασία των πολιτών της Ένωσης όσον αφορά την προστασία των δεδομένων τους, έχει την εξουσία να αναστείλει αυτή τη διαβίβαση δεδομένων, και τούτο ανεξαρτήτως της γενικής εκτιμήσεως στην οποία έχει προβεί η Επιτροπή με την απόφασή της.

Πράγματι, η εκτελεστική εξουσία που παραχωρεί η οδηγία στην Επιτροπή δεν θίγει τις εξουσίες που παρέχει αυτή η ίδια οδηγία στις εθνικές αρχές ελέγχου. Με άλλα λόγια, η Επιτροπή δεν έχει την αρμοδιότητα να περιορίζει τις εξουσίες των εθνικών αρχών ελέγχου.

Ο γενικός εισαγγελέας φρονεί ότι, στην περίπτωση που διαπιστώνονται συστημικές πλημμέλειες στην τρίτη χώρα προς την οποία διαβιβάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τη διαφύλαξη των θεμελιωδών δικαιωμάτων που προστατεύονται από τον Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Από τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη τόσο το High Court of Ireland όσο και η ίδια η Επιτροπή συνάγεται ότι η νομοθεσία και η πρακτική των Ηνωμένων Πολιτειών επιτρέπει τη συλλογή, σε μεγάλη κλίμακα, των διαβιβαζόμενων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των πολιτών της Ένωσης, χωρίς αυτοί οι τελευταίοι να απολαύουν αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

Αυτές οι πραγματικές διαπιστώσεις καταδεικνύουν ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν περιέχει επαρκείς εγγυήσεις. Ελλείψει τέτοιων εγγυήσεων, η απόφαση αυτή εφαρμόστηκε κατά τρόπο που δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που επιβάλλει η οδηγία και ο Χάρτης.

Ο γενικός εισαγγελέας φρονεί περαιτέρω ότι η πρόσβαση που διαθέτουν οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών στα διαβιβαζόμενα δεδομένα στοιχειοθετεί επέμβαση στο δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και στο δικαίωμα της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που κατοχυρώνει ο Χάρτης. Ομοίως, το γεγονός ότι οι πολίτες της Ένωσης δεν έχουν πραγματικό δικαίωμα ακροάσεως για το ζήτημα της παρακολουθήσεως και της υποκλοπής των δεδομένων τους στις Ηνωμένες Πολιτείες συνιστά, κατά τον γενικό εισαγγελέα, επέμβαση στο δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης σε αποτελεσματική δικαστική προστασία το οποίο προστατεύει ο Χάρτης.

Κατά τον γενικό εισαγγελέα, η επέμβαση αυτή στα θεμελιώδη δικαιώματα αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, μεταξύ άλλων για τον λόγο ότι η παρακολούθηση στην οποία προβαίνουν οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών είναι μαζική και μη στοχευμένη.

Πράγματι, η πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα την οποία διαθέτουν οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών καλύπτει εν γένει κάθε πρόσωπο και κάθε μέσο ηλεκτρονικής επικοινωνίας, καθώς και το σύνολο των διαβιβαζόμενων δεδομένων (καθώς και το περιεχόμενο των επικοινωνιών), άνευ ουδεμίας διαφοροποιήσεως, περιορισμού ή εξαιρέσεως αναλόγως του επιδιωκόμενου σκοπού γενικού συμφέροντος.

Υπό τις συνθήκες αυτές, ο γενικός εισαγγελέας φρονεί ότι δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι τρίτη χώρα διασφαλίζει ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας, τούτο δε ισχύει κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση που το καθεστώς ασφαλούς λιμένα, όπως αυτό καθορίζεται στην απόφαση της Επιτροπής, δεν περιέχει ειδικές εγγυήσεις για την αποτροπή μαζικής και γενικευμένης προσβάσεως στα διαβιβαζόμενα δεδομένα.

Πράγματι, ουδεμία ανεξάρτητη αρχή δεν μπορεί να ελέγξει, στις Ηνωμένες Πολιτείες, την προσβολή των αρχών που διέπουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα την οποία διαπράττουν αμερικανικοί φορείς, όπως είναι οι αμερικανικές υπηρεσίες ασφαλείας, έναντι των πολιτών της Ένωσης.

Ενόψει μιας τέτοιας διαπιστώσεως περί παραβιάσεως των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών της Ένωσης, η Επιτροπή θα έπρεπε, κατά τον γενικό εισαγγελέα, να αναστείλει την εφαρμογή της αποφάσεως, και τούτο, έστω και εάν διεξαγάγει επί του παρόντος διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες προκειμένου να τερματιστούν οι παραβάσεις αυτές.

Ο γενικός εισαγγελέας επισημαίνει εξάλλου ότι, εάν η Επιτροπή αποφάσισε να αρχίσει διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο λόγος είναι πράγματι ότι, προηγουμένως, διαπίστωσε ότι το επίπεδο προστασίας που διασφαλίζει αυτή η τρίτη χώρα δεν ήταν πλέον ικανοποιητικό και ότι η απόφαση του 2000 δεν ανταποκρινόταν πλέον στη νέα πραγματικότητα.

Το πλήρες κείμενο των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα μπορείτε να βρείτε εδώ.

send