Γνωμοδότηση 7/2017 Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Αθήνα, 03-11-2017

Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/7924/03-11-2017

Η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνήλθε, µετά από πρόσκληση του Προέδρου της, σε τακτική συνεδρίαση στην έδρα της την 17.07.2107, προκειµένου να εξετάσει την υπόθεση του αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν οι Κωνσταντίνος Μενουδάκος, Πρόεδρος της Αρχής, και τα τακτικά µέλη, Αντώνιος Συµβώνης, Σπύρος Βλαχόπουλος, Κωνσταντίνος Λαµπρινουδάκης (εισηγητής), Χαράλαµπος Ανθόπουλος και Ελένη Μαρτσούκου. Παρέστη επίσης ο Γεώργιος Νούσκαλης, αναπληρωµατικό µέλος, σε αντικατάσταση του τακτικού µέλους Κωνσταντίνου Χριστοδούλου, ο οποίος αν και εκκλήθη νοµίµως εγγράφως, δεν παρέστη λόγω κωλύµατος. Με εντολή του Προέδρου παρέστη επίσης και η Γεωργία Παλαιολόγου, υπάλληλος του τµήµατος διοικητικού, ως γραµµατέας.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Με αφορµή τον Γενικό Κανονισµό Προστασίας ∆εδοµένων (ΓΚΠ∆) που υιοθετήθηκε τον Απρίλιο του 2016 και πρόκειται να τεθεί σε εφαρµογή την 25η Μαΐου 2018, έχει υπάρξει έντονη δραστηριότητα πολλών φορέων (κερδοσκοπικών και µη) για παροχή συµβουλευτικών υπηρεσιών αναφορικά µε τις απαιτήσεις συµµόρφωσης του ΓΚΠ∆, προετοιµασία και προσφορά εκπαιδευτικών προγραµµάτων που ως στόχο έχουν την κατάρτιση επαγγελµατιών σε θέµατα που άπτονται του ΓΚΠ∆ και των αρµοδιοτήτων/υποχρεώσεων του Υπεύθυνου Επεξεργασίας ∆εδοµένων (DPO), καθώς και για παροχή υπηρεσιών πιστοποίησης. Στο πλαίσιο αυτό και δεδοµένης της εξειδίκευσης του αντικειµένου, υπάρχουν συνεχή αιτήµατα προς τα µέλη και το προσωπικό της Αρχής να παράσχουν συµβουλευτικές υπηρεσίες (µε ή χωρίς αµοιβή) ή/και να συµµετάσχουν ως εισηγητές (µε ή χωρίς αµοιβή) σε εκπαιδευτικά σεµινάρια (εκτός ωραρίου). Τίθενται λοιπόν τα παρακάτω ερωτήµατα:

α) Η παροχή συµβουλευτικών υπηρεσιών, από οποιοδήποτε µέλος/υπάλληλο της Αρχής, στην προετοιµασία / πιστοποίηση ενός οργανισµού σε θέµατα του ΓΚΠ∆ ή η συµµετοχή του, µε την ιδιότητα του εισηγητή, σε εκπαιδευτικά σεµινάρια που σχετίζονται, µε οποιοδήποτε τρόπο, µε τη νοµοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδοµένων είναι επιτρεπτή από την ισχύουσα νοµοθεσία;

β) Ακόµα και αν το ερώτηµα (α) τυγχάνει θετικής απάντησης, είναι δεοντολογικά ορθό;

γ) Υπάρχει επίπτωση στο κύρος και τη φήµη της Αρχής ;

1. ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Κατά το άρθρο 17 του ν. 2472/1997 συνιστούν ασυµβίβαστο µε την ιδιότητα του µέλους της Αρχής Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα, πράξεις, εργασία, έργο, ιδιότητα «που, κατά την κρίση της Αρχής, δεν συµβιβάζονται µε τα καθήκοντά του ως µέλους της Αρχής».

Κατά τα άρθρα 4 παρ. 2 ν. 3051/2002 (Συνταγµατικά κατοχυρωµένες ανεξάρτητες αρχές και άλλες ρυθµίσεις), 14 π.δ. 410/1988 (Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείµενο των διατάξεων της κείµενης νοµοθεσίας που αφορούν το προσωπικό µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του δηµοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠ∆∆) και 31 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007), για τη συµµετοχή υπαλλήλου σε ιδιωτικό έργο ή εργασία µε αµοιβή απαιτείται άδεια που χορηγείται κατόπιν σύµφωνης αιτιολογηµένης γνώµης του υπηρεσιακού συµβουλίου. Η πρόσθετη απασχόληση πρέπει να συµβιβάζεται µε τα καθήκοντα της θέσης του υπαλλήλου και να µην παρεµποδίζει την οµαλή εκτέλεση της υπηρεσίας του.

Κατά πάγια νοµολογία, ο ενδιαφερόµενος οφείλει να προσδιορίζει κατά τρόπο ειδικό, σαφή και λεπτοµερή (εργοδότης, τόπος, χρόνος, είδος και συνθήκες απασχόλησης) την αιτούµενη απασχόλησή του ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος των νόµιµων προϋποθέσεων (πρβλ. ΝΣΚ Γνµδ. 170/2008 και 436/2012). Ταυτόχρονα η απασχόληση πρέπει να συµβιβάζεται µε τα καθήκοντα της θέσης του υπαλλήλου που ασκεί, να µην προκαλεί σύγκρουση του ιδιωτικού συµφέροντός του µε το συµφέρον της υπηρεσίας και γενικότερα να µη µειώνει το κύρος της (πρβλ. ΝΣΚ Γνµδ. 436/2012 (Ολοµ.), 382/2008 (Ολοµ ∆ιακοπών), 380/2009, 170/2008). Αν µε το αίτηµα του υπαλλήλου, επιδιώκεται η παροχή ιδιωτικού έργου, προς πρόσωπα, η δράση των οποίων, εµπίπτει στο πεδίο αρµοδιοτήτων της υπηρεσίας του, γεγονός που δύναται να προκαλέσει σύγκρουση µεταξύ του ιδιωτικού συµφέροντος αυτού προς το συµφέρον της δηµόσιας υπηρεσίας του, καθώς και σύγχυση µεταξύ του δηµόσιου καθήκοντος του (αρ. 24 και 30 Υ.Κ.) και της ιδιωτικής του δράσης, µε εµφανή τον περαιτέρω κίνδυνο κλονισµού της κοινής εµπιστοσύνης προς την υπηρεσία (άρθρο 27 Υ.Κ.), και εν γένει µείωσης του κύρους αυτής (άρθρο 106 παρ. 2 Υ.Κ.), τότε το αιτούµενο έργο, εργασία ή ελευθέριο επάγγελµα, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν συµβιβάζονται προς τη δράση της υπηρεσίας και τα καθήκοντα της θέσης του υπαλλήλου (βλ. και Γνµδ. ΝΣΚ 170/2008, 25/2008). Επίσης, η πρόσθετη απασχόληση δεν είναι επιτρεπτή αν απαγορεύεται από άλλες διατάξεις (πρβλ. ΝΣΚ Γνµδ. 268/2010), πρέπει δε να ασκείται κατά τρόπο που να µην παρακωλύει ή επηρεάζει την απρόσκοπτη άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου και την εύρυθµη λειτουργία της υπηρεσίας από απόψεως χρονικής απασχόλησης, σύµπτωσης ή µη µε το χρόνο άσκησης των καθηκόντων του ή άλλων δυσχερειών πχ. µειωµένης απόδοσης ή κόπωσης (πρβλ. ΝΣΚ Γνµδ. 380/2009, οµοφ.).

Μετά από διεξοδική συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων η Αρχή, εκδίδει την ακόλουθη :

ΓΝΩΜΟ∆ΟΤΗΣΗ

Η Ολοµέλεια, αφού έλαβε υπόψη το ισχύον νοµικό πλαίσιο, τους ευρέως αποδεκτούς ηθικούς και δεοντολογικούς κανόνες, τις συνθήκες που έχουν διαµορφωθεί υπό την παρούσα συγκυρία, κυρίως σε σχέση µε δραστηριότητες παροχής συµβουλευτικών υπηρεσιών, υπηρεσιών πιστοποίησης αλλά και υπηρεσιών εκπαίδευσης / επιµόρφωσης σε θέµατα του ΓΚΠ∆ ενόψει της επικείµενης έναρξης της εφαρµογής του, καθώς και τις πιθανές επιπτώσεις για το κύρος της Αρχής από συµµετοχή µελών και κάθε κατηγορίας προσωπικού της στις δραστηριότητες αυτές, διατυπώνει την εξής γνώµη:

Η συµµετοχή (µε ή χωρίς αµοιβή) στις προεκτεθείσες δραστηριότητες, οποιουδήποτε µέλους/υπαλλήλου της Αρχής αποτελεί απασχόληση συνδεόµενη µε εκείνη που αποτελεί το αντικείµενο των υπηρεσιακών του καθηκόντων µε αποτέλεσµα να δηµιουργείται σύγχυση µεταξύ του δηµόσιου καθήκοντος του µέλους ή υπαλλήλου της Αρχής και της ιδιωτικής του δράσης.

Συγκεκριµένα, η παροχή υπηρεσιών συµβουλευτικών, εκπαιδευτικών/επιµορφωτικών ή πιστοποίησης σε θέµατα προστασίας δεδοµένων, όπως είναι εκείνα που ρυθµίζονται µε τον ΓΚΠ∆, προϋποθέτει την ερµηνεία κειµένων διατάξεων αλλά, κυρίως, ενηµέρωση ή καθοδήγηση ως προς τον τρόπο που αυτές οι διατάξεις εφαρµόζονται στην πράξη. Εποµένως, αν ο πάροχος της εκάστοτε υπηρεσίας είναι µέλος ή υπάλληλος της ΑΠ∆ΠΧ ελλοχεύει ο κίνδυνος να δηµιουργηθεί σύγχυση του υπηρεσιακού του ρόλου µε την εξω- υπηρεσιακή του δραστηριότητα. Επίσης, εµµέσως επηρεάζεται η πιθανή µελλοντική σχέση «ελεγκτή-ελεγχόµενου» λόγω της ιδιότητας του παρόχου αλλά και της προσδοκίας των ληπτών των υπηρεσιών ότι δεν παρέχεται σ’ αυτούς µόνο η µεγάλη εξειδίκευση του συµβούλου / εκπαιδευτή στο αντικείµενο της προστασίας των δεδοµένων αλλά και η κρίση / γνώµη / σύσταση / αυθεντία της Αρχής επί υποθέσεων για τις οποίες ενδέχεται ο λήπτης των υπηρεσιών, ως επαγγελµατίας, να προσφύγει στην ΑΠ∆ΠΧ για απόφαση / γνωµοδότηση.

Επιπροσθέτως, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι οποιαδήποτε συνεργασία µέλους/υπαλλήλου της Αρχής µε συγκεκριµένο φορέα παροχής υπηρεσιών συµβουλευτικών, εκπαιδευτικών/επιµορφωτικών ή πιστοποίησης είναι δεδοµένο ότι προσδίδει στο συνεργαζόµενο φορέα ένα συγκριτικό πλεονέκτηµα έναντι των ανταγωνιστών του για τους ίδιους λόγους που αναλύθηκαν παραπάνω, δηλαδή ότι µεταφέρεται στους λήπτες των υπηρεσιών εκτός της γνώσης και η γνώµη / σύσταση της Αρχής. Σ’ ένα άκρως ανταγωνιστικό περιβάλλον παροχής υπηρεσιών στον τοµέα της προστασίας των προσωπικών δεδοµένων, η οποιαδήποτε εµπλοκή της Αρχής µπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ως στόχο να προωθήσει ορισµένους φορείς έναντι άλλων. Είναι λοιπόν εµφανής η ανάγκη να προστατευτεί η ΑΠ∆ΠΧ ακόµη και από την υπόνοια ότι συµπράττει µε οποιοδήποτε τρόπο στην πώληση/εµπορική προώθηση των σχετικών υπηρεσιών. Εν όψει των παραπάνω, υφίσταται ανάγκη αυστηρού ελέγχου, από την Αρχή, των περιπτώσεων παροχής υπηρεσιών στον τοµέα της προστασίας προσωπικών δεδοµένων και ιδίως άσκησης ιδιωτικού έργου συνιστάµενου σε συµβουλευτικές, εκπαιδευτικές και επιµορφωτικές δραστηριότητες καθώς και σε υπηρεσίες πιστοποίησης.

Κατ’ αρχήν, η παροχή συµβουλευτικών υπηρεσιών και υπηρεσιών πιστοποίησης ή προετοιµασίας για πιστοποίηση (µε ή χωρίς αµοιβή) στο πεδίο της προστασίας των προσωπικών δεδοµένων κρίνεται ως ασυµβίβαστη για οποιοδήποτε µέλος / υπάλληλο της Αρχής. Εξαίρεση στο παραπάνω ασυµβίβαστο δύνανται να αποτελέσουν µόνο περιπτώσεις παροχής συµβουλευτικών υπηρεσιών, χωρίς αµοιβή, από µέλη / υπαλλήλους της Αρχής σε φορείς του δηµοσίου τοµέα εφόσον ο στόχος των προσφερόµενων υπηρεσιών είναι η απλή καθοδήγηση / ενηµέρωση των φορέων σε θέµατα που αφορούν τις υποχρεώσεις, οι οποίες προκύπτουν από τον ΓΚΠ∆ και γενικότερα από τη νοµοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδοµένων, αλλά και των διαδικασιών / µεθοδολογιών / πρακτικών που πρέπει να ακολουθούν για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών.

Ειδικά για τις εκπαιδευτικές / επιµορφωτικές δραστηριότητες προκειµένου να κριθεί το επιτρεπτό, από νοµική ή και δεοντολογική άποψη, της ιδιωτικής απασχόλησης µέλους ή υπαλλήλου της Αρχής µε εκπαιδευτικές / επιµορφωτικές δραστηριότητες σε θέµατα προστασίας προσωπικών δεδοµένων, πρέπει να λαµβάνονται υπόψη τα παρακάτω, ενδεικτικώς αναφερόµενα, κριτήρια, εκτιµώµενα αυτοτελώς ή σε συνδυασµό.

1) Η συνάφεια του αντικειµένου της εκπαίδευσης µε την προστασία των προσωπικών δεδοµένων και ο προσανατολισµός του σε θέµατα επικαιρότητας µε ζήτηση στην ελεύθερη αγορά, ή σε ζητήµατα µε γενικότερο – διαχρονικό- χαρακτήρα.

2) Ο χαρακτήρας του εκπαιδευτικού προγράµµατος ως εκπαίδευσης µε επιστηµονικό / ερευνητικό / ακαδηµαϊκό κατά βάση χαρακτήρα ή µε επαγγελµατικούς προεχόντως σκοπούς.

3) Οι κύριοι αποδέκτες του εκπαιδευτικού προγράµµατος π.χ. φοιτητές, δηµόσιοι υπάλληλοι ή επαγγελµατίες.

4) Ο φορέας διοργάνωσης του εκπαιδευτικού προγράµµατος και κυρίως αν µε τα σχετικά προγράµµατα ασκείται εµπορική ή κερδοσκοπική δραστηριότητα.

5) Η καταβολή διδάκτρων από τους εκπαιδευόµενους για τη συµµετοχή στο σχετικό εκπαιδευτικό πρόγραµµα καθώς και η καταβολή αµοιβής στους διδάσκοντες. Κριτήριο αποτελεί και το κατά πόσο τα καταβαλλόµενα από τους εκπαιδευόµενους δίδακτρα καλύπτουν µόνος δαπάνες του προγράµµατος ή περιλαµβάνουν και οικονοµικό όφελος για οποιονδήποτε εµπλεκόµενο.

Σε περίπτωση οποιουδήποτε είδους εκδηλώσεων όπως ιδίως συνέδρια, συµπόσια, ηµερίδες, οµιλίες, διαλέξεις, workshops, για τις οποίες ζητείται από την Αρχή να ορίσει εκπρόσωπο της, το σχετικό αίτηµα θα κρίνεται κατά περίπτωση στο πλαίσιο των παραπάνω αρχών. Τίθεται ωστόσο ως απαραίτητη προϋπόθεση ο διοργανωτής να καταβάλει τα έξοδα συµµετοχής (registration) και ο εκπρόσωπος της Αρχής να µη λαµβάνει αµοιβή.

Τέλος, επισηµαίνεται ότι οι παραπάνω προτάσεις και κριτήρια συνιστούν τις κατευθυντήριες αρχές στο πλαίσιο των οποίων κάθε υπόθεση πρέπει να κρίνεται ad hoc, κατ’ εκτίµηση των υφιστάµενων νοµικών και πραγµατικών δεδοµένων.

send