logo-print

Άρθρο 19 - Εγκύκλιος 2/2015/ΔΕΠ/5.1.2016 - Επί του άρθρου 25 Γενικές ρυθμίσεις για θέματα αποδοχών

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΙΣΧΥΟΣ:

05/01/2016

Κωδικοποιημένο

Με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου αντιμετωπίζονται διάφορα θέματα που αναφύονται κατά τη διαδικασία εκκαθάρισης των αποδοχών των υπαλλήλων. Οι συγκεκριμένες διατάξεις λειτουργούν συμπληρωματικά προς όμοιες του Υπαλληλικού Κώδικα ή επαναλαμβάνουν παλαιότερες, στην προσπάθεια συγκέντρωσής τους σε ένα άρθρο, προκειμένου να βοηθηθούν οι υπάλληλοι των οικονομικών υπηρεσιών. Ειδικότερα : Με την παρ. 1 ορίζεται ρητά ότι η αξίωση του υπαλλήλου για αποδοχές αρχίζει από την ανάληψη υπηρεσίας και παύει με τη λύση της υπαλληλικής του σχέσης. Δεν καταβάλλονται αποδοχές όταν ο υπάλληλος από υπαιτιότητά του δεν παρέσχε υπηρεσία καθόλου ή εν μέρει.

Με την παρ. 2 προβλέπεται ότι για τον υπολογισμό των αποδοχών σε όλες τις περιπτώσεις, ο μήνας λογίζεται για τριάντα (30) ημέρες. Στις περιπτώσεις αποχής του υπαλλήλου από τα καθήκοντά του λόγω απεργίας, ο μήνας λογίζεται για είκοσι πέντε (25) ημέρες. Στην περίπτωση απεργίας, στην έννοια της οποίας υπάγονται και οι στάσεις εργασίας, γίνεται περικοπή των μεικτών μηνιαίων αποδοχών συμπεριλαμβανομένων και των κρατήσεων, εργοδότη και εργαζόμενου, για κύρια και επικουρική σύνταξη, στην περίπτωση που η ημέρα απεργίας αναγνωρίζεται ως συντάξιμη.

Επιπλέον, επισημαίνεται ότι οι υπάλληλοι που βρίσκονται: α) σε άδεια χωρίς αποδοχές και β) στην περίπτωση αδικαιολόγητης απουσίας, θα αναφέρονται ως μισθοδοτούμενοι από την Υπηρεσία τους, χωρίς να διενεργείται καμία κράτηση (υπέρ ασφαλιστικών ταμείων, κύριας σύνταξης κ.λ.π.).

Τονίζεται ότι οι ασφαλιστικές εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότη που αναλογούν στο διάστημα εκείνο της απουσίας των υπαλλήλων λόγω άδειας άνευ αποδοχών, όποιο (διάστημα) λογίζεται από τις ισχύουσες διατάξεις ως συντάξιμο, παρακρατούνται κανονικά από τις αποδοχές των επόμενων, από την επάνοδο του υπαλλήλου στην Υπηρεσία, μηνών και βαρύνουν εξ ολοκλήρου τον υπάλληλο.

Με την παρ. 3 προβλέπεται ότι ο υπάλληλος κατά τη διάρκεια θέσης του σε διαθεσιμότητα δικαιούται τα τρία τέταρτα (3/4) των αποδοχών του, πλην αυτών που συνδέονται με την ενεργό άσκηση των καθηκόντων του (π.χ. επίδομα θέσης ευθύνης, επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας κ.λ.π.). Ο χρόνος διαθεσιμότητας δεν λαμβάνεται υπόψη για μισθολογική εξέλιξη.

Με την παρ. 4 ορίζεται ότι ο υπάλληλος που τελεί σε κατάσταση αργίας δικαιούται το ήμισυ των αποδοχών του, πλην αυτών που συνδέονται με την ενεργό άσκηση των καθηκόντων του (π.χ. επίδομα θέσης ευθύνης, επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας κ.λ.π.). Ο χρόνος αργίας δεν λαμβάνεται υπόψη για μισθολογική εξέλιξη. Ειδικές διατάξεις παραμένουν σε ισχύ. Σε περίπτωση που σε συνέχεια της ποινής της αργίας επιβληθεί η ποινή της απόλυσης, οι αποδοχές που καταβλήθηκαν σε αυτόν κατά το διάστημα της αργίας αναζητούνται ως αχρεωστήτως καταβληθείσες.

Με την παρ. 5 προβλέπεται ότι υπάλληλος, ο οποίος επανέρχεται από την κατάσταση της διαθεσιμότητας ή της αργίας ή λόγω πλάνης σχετικά με το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα στα καθήκοντά του δικαιούται πλήρεις αποδοχές από την εκ νέου ημερομηνία ανάληψης των καθηκόντων του. Στην περίπτωση που από οικείες διατάξεις, προβλέπεται επιστροφή αποδοχών για την περίοδο που ο υπάλληλος είχε τεθεί σε αργία (π.χ. με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου), αυτή δεν δύναται να περιλαμβάνει αποδοχές που συνδέονται με την ενεργό άσκηση των καθηκόντων του (π.χ. επίδομα θέσης ευθύνης, επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας κ.λ.π.). Στην περίπτωση που ο υπάλληλος επιστρέφει στα καθήκοντά του μετά από τη θέση του σε διαθεσιμότητα με υπαιτιότητα της Υπηρεσίας, για το διάστημα αυτό καταβάλλεται το σύνολο των αποδοχών του.

Με την παρ. 6 προβλέπεται ότι σε περίπτωση της πειθαρχικής ποινής της επιβολής προστίμου, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, αυτό υπολογίζεται επί των καθαρών μηνιαίων αποδοχών του υπαλλήλου, αφαιρουμένων των προβλεπόμενων κρατήσεων.

Με την παρ. 7 ορίζεται ότι οι υπάλληλοι μερικής απασχόλησης ή εργαζόμενοι ως ωρομίσθιοι λαμβάνουν αναλογία των αποδοχών αντίστοιχου υπαλλήλου πλήρους απασχόλησης. Ειδικότερα:

Ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών του προσωπικού μερικής απασχόλησης, καθώς και του προσωπικού που απασχολείται ως ωρομίσθιο, είναι ο εξής: σύνολο μηνιαίων αποδοχών επί τις ώρες της ημερήσιας ή εβδομαδιαίας απασχόλησης δια του αντίστοιχου υποχρεωτικού ωραρίου.

Παράδειγμα: Υπάλληλος ΠΕ κατηγορίας μερικής απασχόλησης με ημερήσια απασχόληση τεσσάρων ωρών. Λαμβάνει το βασικό μισθό του εισαγωγικού μισθού ΠΕ 1.092 € επί 4 ημερήσιες ώρες απασχόλησης διά 8 που είναι το υποχρεωτικό ωράριο. Συνεπώς οι αποδοχές του εν λόγω υπαλλήλου ανέρχονται στο ποσό των 546 €.

Ωρομίσθιος εκπαιδευτικός με απασχόληση οκτώ ωρών εβδομαδιαίως στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Λαμβάνει το βασικό μισθό του εισαγωγικού μισθού 1092 € επί 8 ώρες δια 23 (υποχρεωτικό ωράριο). Συνεπώς οι μηνιαίες του αποδοχές καθορίζονται στο ποσό των 379,83 €.

Με την παρ. 8 ορίζεται ότι οι μετακλητοί υπάλληλοι της περ. ιστ της παρ. 1 του άρθρου 7 μπορούν να παραιτούνται από τις αποδοχές της θέσης τους μετά από υπεύθυνη δήλωσή τους. Επισημαίνεται ότι οι μετακλητοί υπάλληλοι που δεν είναι υπάλληλοι των φορέων που υπάγονται στις διατάξεις του κοινοποιούμενου νόμου αλλά προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα, δικαιούνται αποδοχές, οι οποίες καταβάλλονται σε δεδουλευμένη βάση στο τέλος κάθε μήνα (κάθε 27 του μήνα εργασίας).

Με την παρ. 9 προβλέπεται ότι οι υπάλληλοι που αποσπώνται σε θέσεις μετακλητών υπαλλήλων ή ειδικών συμβούλων ή συνεργατών στις Γενικές Γραμματείες του Πρωθυπουργού και της Κυβέρνησης, στη Γενική Γραμματεία Συντονισμού, στα πολιτικά γραφεία των μελών της κυβέρνησης ή υφυπουργών ή ειδικών συμβούλων και ειδικών συνεργατών των Γενικών, Αναπληρωτών Γενικών Γραμματέων και Ειδικών Γραμματέων Υπουργείων, λαμβάνουν με δήλωσή τους είτε τις αποδοχές της οργανικής τους θέσης, με τις προϋποθέσεις χορήγησής τους είτε τις αποδοχές της θέσης που αποσπώνται. Η εν λόγω δήλωση θα πρέπει να υποβληθεί εκ νέου και από τους υπηρετούντες την 1-1-2016 στις ανωτέρω θέσεις. Τα ανωτέρω ισχύουν και για αυτούς που αποσπώνται σε θέσεις ειδικών συμβούλων, ειδικών ή επιστημονικών συνεργατών στις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, καθώς και στους Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, λαμβάνουν με δήλωσή τους προς τον οικείο εκκαθαριστή είτε τις αποδοχές της οργανικής τους θέσης με τις προϋποθέσεις χορήγησής τους είτε τις αποδοχές της θέσης στην οποία αποσπώνται. Σε περίπτωση παράλληλης ανάθεσης καθηκόντων σύμφωνα με το π.δ. 63/2005, καταβάλλονται οι αποδοχές της οργανικής θέσης και το σαράντα τοις εκατό (40%) του βασικού μισθού της θέσης του μετακλητού (είτε είναι Διευθυντής, είτε ειδικός σύμβουλος κ.λ.π.).

Επισημαίνεται ότι στην περίπτωση των Διευθυντών των πολιτικών γραφείων, είτε επιλέξουν τις αποδοχές της οργανικής τους θέσης, είτε αυτές του μετακλητού καταβάλλεται το επίδομα θέσης ευθύνης της υποπ. αε της περ. α της παρ. 1 του άρθρου 10, δηλαδή το ποσό των 450 €.

Με την παρ. 10 ορίζεται ότι οι υπάλληλοι που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος, οι οποίοι κατέχουν νόμιμα και δεύτερη έμμισθη θέση σε άλλον φορέα από αυτόν της οργανικής τους θέσης (π.χ. ιερείς που απασχολούνται παράλληλα και ως εκπαιδευτικοί της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης), λαμβάνουν το σύνολο των αποδοχών της θέσης τους και το τριάντα τοις εκατό (30%) των αποδοχών της δεύτερης θέσης στην οποία απασχολούνται. Ως δεύτερη θέση νοείται η δεύτερη χρονικά.

Με την παρ. 11 ορίζεται ότι οι υπάλληλοι που υπηρετούν σε φορείς που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος και διορίζονται ή αναλαμβάνουν θέση σε νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, ως διοικητές, αναπληρωτές διοικητές, υποδιοικητές, πρόεδροι, αντιπρόεδροι, διευθύνοντες ή εντεταλμένοι σύμβουλοι ή μέλη πλήρους απασχόλησης, μπορούν να επιλέγουν είτε τις αποδοχές της οργανικής τους θέσης, με τις προϋποθέσεις χορήγησής τους είτε τις αποδοχές της θέσης στην οποία διορίζονται. Π.χ. υπάλληλος του δημοσίου ο οποίος διορίζεται πρόεδρος ή διευθύνων σύμβουλος σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου υποχρεούται να επιλέξει μεταξύ των αποδοχών της οργανικής του θέσης και των αποδοχών του προέδρου ή του διευθύνοντος συμβούλου αντίστοιχα. Στην περίπτωση που ο υπάλληλος διορίζεται σε διοικητικό συμβούλιο ως μέλος χωρίς αποδοχές αλλά με προβλεπόμενη αποζημίωση για τη συμμετοχή του στις συνεδριάσεις του συμβουλίου αυτού, τότε σαφώς λαμβάνει τις αποδοχές της οργανικής του θέσης και την αποζημίωση για τη συμμετοχή του στις συνεδριάσεις, με την επιφύλαξη πάντοτε των διατάξεων περί ανωτάτου ορίου αποδοχών, τόσο του άρθρου 28 του παρόντος, όσο και της παρ. 2 του άρθρου 104 του Συντάγματος.

Με την παρ. 12 ορίζεται ότι ως δεύτερη απασχόληση, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α΄ 65), νοείται αυτή της οποίας η αμοιβή υπερβαίνει τον εισαγωγικό βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας υποχρεωτικής εκπαίδευσης (780 €).