logo-print

Άρθρο 21 - Εγκύκλιος 2/2015/ΔΕΠ/5.1.2016 - Επί του άρθρου 27 Διασφάλιση αποδοχών

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΙΣΧΥΟΣ:

05/01/2016

Κωδικοποιημένο

Με την παρ. 1 προβλέπεται ότι σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του νόμου αυτού προκύπτουν βασικός μισθός ή τακτικές μηνιαίες αποδοχές χαμηλότερες από αυτές που δικαιούνταν ο υπάλληλος στις 31.12.2015, η διαφορά διατηρείται ως προσωπική. Για τον υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς δεν λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή και το επίδομα θέσης ευθύνης. Το επίδομα αυτό (θέσης ευθύνης) λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς, μόνο στην περίπτωση που καταβάλλεται στις αποδοχές του υπαλλήλου τον τελευταίο μήνα πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος αλλά δεν προβλέπεται η εκ νέου χορήγησή του με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος. Η νέα αυτή προσωπική διαφορά μειώνεται από οποιαδήποτε μελλοντική αύξηση των αποδοχών του υπαλλήλου, εκτός από την αλλαγή μισθολογικού κλιμακίου λόγω της προωθημένης μισθολογικής εξέλιξης της παρ. 1 του άρθρου 11 ή τη χορήγηση επιδόματος θέσης ευθύνης. Τυχόν αύξηση του επιδόματος θέσης ευθύνης καταβάλλεται στο ακέραιο.

Παραδείγματα εφαρμογής:

  • Έστω ότι υπάλληλος Π.Ε., προϊστάμενος Τμήματος, κατά την 31-12-2015, λαμβάνει βασικό μισθό 1.500 €, οικογενειακή παροχή 50 € και επίδομα θέσης ευθύνης 250 €. Με τις διατάξεις του νέου νόμου δικαιούται βασικό μισθό 1.450 €, οικογενειακή παροχή 50 € και επίδομα θέσης ευθύνης 290 €. Σε αυτήν την περίπτωση συγκρίνονται μόνο οι βασικοί μισθοί καθώς η οικογενειακή παροχή και το επίδομα θέσης ευθύνης δεν υπολογίζονται στη σύγκριση. Συνεπώς, δεδομένου ότι ο νέος του βασικός μισθός είναι κατά 50 € χαμηλότερος, το ποσό αυτό θα διατηρηθεί ως προσωπική διαφορά, η οποία θα μειώνεται με οποιαδήποτε μελλοντική αύξηση των αποδοχών του πλην της αύξησης ή χορήγησης επιδόματος θέσης ευθύνης και της προωθημένης μισθολογικής εξέλιξης λόγω αξιολόγησης. Κατόπιν αυτών οι νέες αποδοχές του υπαλλήλου θα είναι οι εξής : βασικός μισθός 1.450 €, οικογενειακή παροχή 50 €, επίδομα θέσης ευθύνης 290 € και προσωπική διαφορά 50 €.
  • Έστω ότι υπάλληλος Δ.Ε., κατά την 31-12-2015, λαμβάνει βασικό μισθό 1.100 €, οικογενειακή παροχή 50 € και υπερβάλλουσα μείωση του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, 250 €. Με τις διατάξεις του νέου νόμου δικαιούται βασικό μισθό 1.000 €, οικογενειακή παροχή 50 € και προσωπική διαφορά 350 € (σε αυτήν προστίθεται η ήδη καταβαλλόμενη υπερβάλλουσα μείωση 250 € συν τη διαφορά των 100 € από τη μείωση του βασικού μισθού.).
  • Έστω ότι υπάλληλος Π.Ε. Οικονομικός Επιθεωρητής, ο οποίος σήμερα κατέχει τον Α΄ βαθμό με βασικό μισθό 2.097 €, επίδομα θέσης ευθύνης 300 € και υπερβάλλουσα μείωση 500 €. Με τις νέες διατάξεις δικαιούται βασικό μισθό 1.800 € χωρίς επίδομα θέσης ευθύνης. Το επίδομα αυτό όμως λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς, δεδομένου ότι προβλεπόταν η καταβολή του στον υπάλληλο τον τελευταίο μήνα πριν από την έναρξη ισχύος του κοινοποιούμενου νόμου, αλλά δεν προβλέπεται η εκ νέου χορήγησή του με την εφαρμογή του. Κατόπιν αυτών, οι αποδοχές του ως άνω υπαλλήλου διαμορφώνονται ως εξής : βασικός μισθός 1.800 € και προσωπική διαφορά 1.097 € (500 € η υπερβάλλουσα μείωση συν 297 € από τη μείωση του βασικού μισθού συν 300 € από την κατάργηση του επιδόματος θέσης ευθύνης).
  • Επισημαίνεται ότι στους υπαλλήλους που ήταν προϊστάμενοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν από την έναρξη ισχύος του νέου νόμου, αλλά λήγει η θητεία τους και πλέον κατά τον πρώτο μήνα έναρξης ισχύος των νέων διατάξεων δεν ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου παύει και η χορήγηση του αντίστοιχου επιδόματος χωρίς να προστίθεται σε τυχόν υπάρχουσα προσωπική διαφορά ή να δημιουργεί νέα τέτοια. Στην αντίθετη περίπτωση υπάλληλος που ασκεί πρώτη φορά καθήκοντα με την έναρξη εφαρμογής του νέου νόμου λαμβάνει το αντίστοιχο επίδομα θέσης ευθύνης χωρίς αυτό να επηρεάζει τις λοιπές αποδοχές του.

Με την παρ. 2 ορίζεται ότι σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του νόμου αυτού προκύπτει βασικός μισθός υψηλότερος από αυτόν που ελάμβανε ο υπάλληλος στις 31.12.2015, η αύξηση που προκύπτει χορηγείται σε ισόποσες δόσεις σε χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) ετών. Στη συνέχεια οι λοιπές τακτικές μηνιαίες αποδοχές του υπαλλήλου, πλην του βασικού μισθού, συγκρίνονται με τη διαδικασία της παρ. 1., δηλαδή για τη σύγκριση δεν λαμβάνονται υπόψη η οικογενειακή παροχή και το επίδομα θέσης ευθύνης, εκτός και εάν η χορήγηση του τελευταίου δεν προβλέπεται από τις νέες διατάξεις. Τυχόν αύξηση του επιδόματος θέσης ευθύνης καταβάλλεται στο ακέραιο. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι κατά την πρώτη κατάταξη των υπαλλήλων η τυχόν αύξηση του βασικού μισθού δεν συμψηφίζεται με την τυχόν καταβαλλόμενη υπερβάλλουσα μείωση του άρθρου 29 του ν. 4024/2011.

Παραδείγματα εφαρμογής:

  • Έστω ότι υπάλληλος Π.Ε., προϊστάμενος Διεύθυνσης, κατά την 31-12-2015, λαμβάνει βασικό μισθό 1.800 €, οικογενειακή παροχή 50 € και επίδομα θέσης ευθύνης 400 €. Με τις διατάξεις του νέου νόμου δικαιούται βασικό μισθό 1.900 €, οικογενειακή παροχή 50 € και επίδομα θέσης ευθύνης 450 €. Στην περίπτωση αυτή που έχουμε αύξηση του βασικού μισθού, αυτή χορηγείται σε διάστημα τεσσάρων ετών. Δηλαδή ο βασικός μισθός του εν λόγω υπαλλήλου θα ανέρχεται στο ποσό των 1.825 € για το 2016, 1.850 € για το 2017, 1.875 € για το 2018 και 1.900 € για το 2019. Αντιθέτως, η αύξηση του επιδόματος θέσης ευθύνης κατά 50 € χορηγείται άμεσα.
  • Έστω ότι υπάλληλος Δ.Ε., κατά την 31-12-2015, λαμβάνει βασικό μισθό 1.100 €, οικογενειακή παροχή 50 € και υπερβάλλουσα μείωση του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, 250 €. Με τις διατάξεις του νέου νόμου δικαιούται βασικό μισθό 1.200 € και οικογενειακή παροχή 50 €. Δεδομένου ότι έχουμε αύξηση του βασικού μισθού αυτή καταβάλλεται σταδιακά σε διάστημα τεσσάρων ετών (βλ. προηγούμενο παράδειγμα). Οι λοιπές αποδοχές συγκρίνονται στη συνέχεια, όπως και στην περίπτωση της μείωσης. Δηλαδή εξαιρείται η οικογενειακή παροχή ενώ η υπερβάλλουσα μείωση υπολογίζεται ως νέα προσωπική διαφορά. Συνεπώς ο εν λόγω υπάλληλος λαμβάνει νέο βασικό μισθό 1.125 € (το ¼ της αύξησης), οικογενειακό επίδομα 50 € και προσωπική διαφορά 250 €. Επισημαίνεται ότι κατά την πρώτη κατάταξη των υπαλλήλων η τυχόν αύξηση του βασικού μισθού δεν συμψηφίζεται με την τυχόν καταβαλλόμενη υπερβάλλουσα μείωση του άρθρου 29 του ν. 4024/2011. Η νέα προσωπική διαφορά θα μειώνεται στο μέλλον από οποιαδήποτε μελλοντική αύξηση των αποδοχών του υπαλλήλου, πλην της αύξησης ή χορήγησης επιδόματος θέσης ευθύνης και της προωθημένης μισθολογικής εξέλιξης λόγω αξιολόγησης.

Η προσωπική διαφορά υπόκειται στις προβλεπόμενες για τα επιδόματα κρατήσεις και ως προς την περικοπή της για οποιονδήποτε λόγο, ακολουθεί το βασικό μισθό, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 19. Το ανωτέρω ποσό της προσωπικής διαφοράς, για όσο χρόνο καταβάλλεται, βαρύνει τον ΚΑΕ 0221 του Κρατικού Προϋπολογισμού για τις υπηρεσίες του Δημοσίου και τον ΚΑΕ 0227 για τα Ν.Π.Δ.Δ.

Με την παρ. 3 ορίζεται ότι για τους υπαλλήλους, οι οποίοι είναι αποσπασμένοι κατά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του κοινοποιούμενου νόμου, για την εφαρμογή των διατάξεων των παρ. 1 και 2, συνυπολογίζονται και οι αποδοχές που λαμβάνουν κατά τη διάρκεια της απόσπασης. Τυχόν προσωπική διαφορά καταβάλλεται μόνο για όσο χρόνο ο υπάλληλος είναι αποσπασμένος. Στην περίπτωση λήξης της απόσπασης και επιστροφής στην οργανική θέση πραγματοποιείται εκ νέου σύγκριση των αποδοχών του, προκειμένου να υπολογισθεί η τυχόν προσωπική διαφορά που θα είχε δημιουργηθεί εάν υπηρετούσε, κατά την έναρξη ισχύος του κοινοποιούμενου νόμου, στην οργανική θέση του και όχι στη θέση απόσπασης. Τα ανωτέρω ισχύουν και σε περίπτωση που την απόσπαση ακολουθεί είτε απόσπαση σε άλλη θέση είτε μετάταξη σε άλλη ή και στην ίδια θέση, δεδομένου ότι οποιαδήποτε υπηρεσιακή μεταβολή (απόσπαση ή μετάταξη) λογίζεται ότι πραγματοποιείται πάντα από την οργανική θέση του υπαλλήλου.

Με την παρ. 4 ορίζεται ότι, σε περίπτωση μετάταξης ή μεταφοράς (υποχρεωτικής ή προαιρετικής) του υπαλλήλου σε άλλο φορέα, η προσωπική διαφορά του παρόντος άρθρου παύει να καταβάλλεται. Στην περίπτωση όμως που η υποχρεωτική μετάταξη ή μεταφορά του υπαλλήλου σε άλλο φορέα πραγματοποιείται λόγω συνολικής μεταφοράς της Υπηρεσίας του, από 1-1-2016 και εφεξής, τότε η προσωπική διαφορά εξακολουθεί να καταβάλλεται. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο υπάλληλος μετατάσσεται ή μεταφέρεται, υποχρεωτικά ή προαιρετικά σε άλλο φορέα στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας κινητικότητας των υπαλλήλων, όπως αυτή κάθε φορά καθορίζεται από το αρμόδιο Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης.

Με την παρ. 5 προβλέπεται ότι η τυχόν ύπαρξη προσωπικής διαφοράς, των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου καταβάλλεται μόνο για όσο διάστημα οι υπάλληλοι αυτοί εξακολουθούν να παρέχουν αδιάλειπτα τις υπηρεσίες τους με ανανέωση ή παράταση της αρχικής σύμβασης εργασίας τους, που προβλέπεται από κείμενες διατάξεις. Αυτό σημαίνει ότι η προσωπική διαφορά καταβάλλεται μόνο για το συνεχές διάστημα που προσφέρουν υπηρεσία. Στην περίπτωση που λήξει η σύμβασή τους για ένα χρονικό διάστημα και επανέλθουν στη συνέχεια τότε κατατάσσονται στα Μ.Κ. της κατηγορίας τους, σύμφωνα με τα έτη υπηρεσίας και τα τυπικά τους προσόντα, χωρίς όμως τη διατήρηση προσωπικής διαφοράς.

Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, θεωρείται ότι οι υπάλληλοι ορισμένου χρόνου, κατά την 31-12-2015 έχουν καταταγεί μισθολογικά σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά την ίδια ημέρα διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 4024/2011 και όχι αυτές της παρ. 7 του άρθρου 7 του ίδιου νόμου. Κατατάξεις που έχουν πραγματοποιηθεί με διαφορετικό τρόπο θεωρούνται νόμιμες και αποδοχές που έχουν καταβληθεί δεν αναζητούνται.

Π.χ. έστω υπάλληλος Π.Ε. κατηγορίας, ορισμένου χρόνου με προϋπηρεσία επτά (7) έτη. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 7 του ν. 4024/2011 θα έπρεπε να καταταγεί στο βαθμό Δ και Μ.Κ. Δ0 (1.381 €). Σύμφωνα όμως με τις διατάξεις του άρθρου 12 του ίδιου νόμου θα έπρεπε να καταταγεί στο βαθμό Ε και Μ.Κ.1 (1.225 €). Εννοείται ότι σε αυτήν την περίπτωση δεν τίθεται θέμα επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών, αλλά για την κατάταξη στο νέο μισθολόγιο και τη σύγκριση των αποδοχών του θα ληφθεί υπόψη η σωστή κατάταξη (η δεύτερη ανωτέρω).

Σε κάθε περίπτωση και προκειμένου να επιλυθεί οριστικά το θέμα που είχε προκύψει σχετικά με την ορθή μισθολογική κατάταξη και εξέλιξη του εν λόγω προσωπικού, σύμφωνα με τις μέχρι 31-12-2015 ισχύουσες διατάξεις του ν. 4024/2011, χρήζει να διευκρινισθούν τα εξής σημεία:

Για τη μισθολογική εξέλιξη του εν λόγω προσωπικού στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 12 του ανωτέρω νόμου, λαμβάνεται υπόψη χρόνος προϋπηρεσίας μέχρι επτά (7) έτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ.1,3 και 4 του άρθρου 6 του ιδίου νόμου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν.4024/2011 η εξέλιξη του προσωπικού αυτού στα μισθολογικά κλιμάκια γίνεται αυτοδίκαια με την παρέλευση του απαιτούμενου χρόνου στα προηγούμενα μισθολογικά κλιμάκια.

Διευκρινίζεται ότι δεν κατατάσσεται βαθμολογικά αλλά μόνο μισθολογικά και για το σκοπό αυτό πραγματοποιείται η εικονική του κατάταξη στου βαθμούς του ν.4024/2011 προκειμένου να καταταχθεί και να εξελιχθεί στα μισθολογικά κλιμάκια αυτών. Συνεπώς, εφόσον δεν προάγεται βαθμολογικά, απαιτείται η εξάντληση όλων των μισθολογικών κλιμακίων του οικείου βαθμού στον οποίο «εικονικά» κατατάσσεται προκειμένου να προχωρήσει στον επόμενο.

Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.4 του άρθρου 6 του ν.4024/2011 οι κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, συναφούς με τα αντικείμενα, στα οποία είναι δυνατόν, κατά τις οργανικές διατάξεις της υπηρεσίας τους, να απασχοληθούν, κατατάσσονται, στο βαθμό Δ. Οι κάτοχοι αναγνωρισμένου μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας, συναφούς με τα αντικείμενα, στα οποία είναι δυνατόν, κατά τις οργανικές διατάξεις της υπηρεσίας τους, να απασχοληθούν, κατατάσσονται στο βαθμό Ε.

Στην περίπτωση που οι υπάλληλοι κατέχουν προϋπηρεσία ή/και είναι κάτοχοι μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών ή/και είναι κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος εφαρμόζεται ο ευνοϊκότερος συνδυασμός ρυθμίσεων προκειμένου να μη θιγούν τα μισθολογικά οφέλη του υπαλλήλου. Εν κατακλείδι επισημαίνεται ότι από τις προαναφερόμενες διατάξεις της παρ.4 του άρθρου 6 του ν.4024/2011 εάν στο πρόσωπο του υπαλλήλου συντρέχουν περισσότερες της μιας ευνοϊκές ρυθμίσεις, εφαρμόζονται κατά ανώτατο όριο δύο (2) ρυθμίσεις από τις οποίες απορρέουν μισθολογικά οφέλη ήτοι η ευνοϊκότερη γι’ αυτόν ρύθμιση και το ήμισυ της δεύτερης ευνοϊκότερης ρύθμισης.

Εξυπακούεται ότι από 14.4.2014, σύμφωνα με την αριθμ. 2/24529/0022/24-3-2014 κ.υ.α. (928 Β΄), οι κάτοχοι διδακτορικού ή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, μπορούν να προσμετρήσουν τους ανωτέρω τίτλους σπουδών για μισθολογική εξέλιξη μόνο εφόσον οι τίτλοι αυτοί έχουν αποτελέσει τυπικό προσόν για την πρόσληψή τους. Επισημαίνεται ότι στις περιπτώσεις που οι ανωτέρω τίτλοι δεν έχουν απαιτηθεί ως τυπικό προσόν για την πρόσληψη, δεν μπορούν να προσμετρηθούν για μισθολογική εξέλιξη.

Για πληρέστερη κατανόηση των ως άνω τιθέμενων, αναφορικά με τη σωστή κατάταξη κατά την 1-11-2011 σας παραθέτουμε ενδεικτικά παραδείγματα εφαρμογής:

α)Υπάλληλος ΤΕ κατηγορίας με αναγνωρισμένη προϋπηρεσία οχτώ (8) έτη και χωρίς να συντρέχει στο πρόσωπό του άλλη ρύθμιση: Για την κατάταξή του θα ληφθούν υπόψη μόνο τα επτά (7) έτη προϋπηρεσίας και συνεπώς θα καταταχθεί μισθολογικά στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο του βαθμού Ε΄ με ένα χρόνο πλεονάζοντα και δύναται να εξελιχθεί στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο με τη συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου υπηρεσίας.

β)Υπάλληλος ΤΕ κατηγορίας κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών και με αναγνωρισμένη προϋπηρεσία επτά (7) έτη: Με μόνη την κατοχή του μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών θα έπρεπε να καταταχθεί μισθολογικά στο βασικό μισθό που αντιστοιχεί στο βαθμό Ε΄, ενώ λόγω της επταετούς προϋπηρεσίας θα έπρεπε να καταταχθεί στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο του βαθμού Ε΄ με ένα χρόνο πλεονάζοντα. Σε αυτήν την περίπτωση η ευνοϊκότερη για αυτόν ρύθμιση αποτελεί η επταετής προϋπηρεσία, ενώ η δεύτερη ευνοϊκότερη η κατοχή του μεταπτυχιακού τίτλου, από την οποία ωφελείται κατά το ήμισυ. Συνεπώς, θα καταταχθεί μισθολογικά στο 2ο μισθολογικό κλιμάκιο του βαθμού Ε΄.

γ)Υπάλληλος ΠΕ κατηγορίας κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού τίτλου σπουδών και με αναγνωρισμένη προϋπηρεσία πέντε (5) έτη:

Με μόνη την κατοχή του μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών θα έπρεπε να καταταχθεί μισθολογικά στο βασικό μισθό που αντιστοιχεί στο βαθμό Ε΄, ενώ με μόνη την κατοχή του διδακτορικού τίτλου σπουδών θα έπρεπε να καταταχθεί μισθολογικά στο βασικό μισθό που αντιστοιχεί στο βαθμό Δ΄ και λόγω της πενταετούς προϋπηρεσίας θα έπρεπε να καταταχθεί στο βασικό μισθό που αντιστοιχεί στο βαθμό Ε΄ με ένα χρόνο πλεονάζοντα. Σε αυτήν την περίπτωση η ευνοϊκότερη για αυτόν ρύθμιση αποτελεί ο διδακτορικός τίτλος, η δεύτερη ευνοϊκότερη η πενταετής προϋπηρεσία, από την οποία ωφελείται κατά το ήμισυ και η αμέσως επόμενη ο μεταπτυχιακός τίτλος, ο οποίος δεν θα ληφθεί υπόψη. Συνεπώς, θα καταταχθεί μισθολογικά στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο του βαθμού Δ΄ με μισό χρόνο πλεονάζοντα και δύναται να εξελιχθεί στα επόμενα δύο μισθολογικά κλιμάκια με τη συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου υπηρεσίας.

Πέραν των ανωτέρω, διευκρινίζεται ότι στις περιπτώσεις όπου οι ατομικές συμβάσεις εργασίας έχουν παραταθεί ή ανανεωθεί, από τη λήξη τους, με διάταξη νόμου, εφόσον δεν έχει επέλθει διακοπή του χρόνου απασχόλησης και η αρχική σύμβαση δεν έχει λήξει, ο εργαζόμενος συνεχίζει να εξελίσσεται στα μισθολογικά κλιμάκια.

Επισημαίνεται ότι στις περιπτώσεις υπογραφής νέας ατομικής σύμβασης εργασίας, (χωρίς δηλαδή να έχει επέλθει παράταση η ανανέωση της προηγούμενης) ακόμα και αν αυτή αφορά τα ίδια συμβαλλόμενα μέρη με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις της προηγούμενης σύμβασης, λογίζεται ως νέα σύμβαση, η οποία διέπει εξ αρχής την ατομική σχέση εργασίας και ο υπάλληλος θα πρέπει να καταταχθεί εκ νέου και να εξελιχθεί μισθολογικά.

Τα ανωτέρω έχουν ανάλογη εφαρμογή και για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που απασχολείται στα Ν.Π.Ι.Δ. και τις ΔΕΚΟ της περ.12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, σύμφωνα με την αριθ.οικ.2/840/0022/4.1.2013 (Φ.Ε.Κ. 37΄/Β) κ.υ.α.