logo-print

Άρθρο 35 - Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου - Προϋποθέσεις παραδεκτού

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΙΣΧΥΟΣ:

04/11/1950

Κωδικοποιημένο
Μαθήματα συνταγματικού δικαίου

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ & ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ / ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ

Μαθήματα συνταγματικού δικαίου

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ & ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ / ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ

1. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιληφθεί προσφυγής παρά μόνο αφού εξαντληθούν τα εσωτερικά ένδικα μέσα, όπως αυτά νοούνται σύμφωνα με τις γενικώς παραδεδεγμένες αρχές του δικαίου και εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από της ημερομηνίας της τελεσιδικίας της εσωτερικής απόφασης.

2. Το Δικαστήριο δεν θα επιληφθεί καμίας ατομικής προσφυγής που υποβάλλεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 34, εφόσον αυτή:

α. είναι ανώνυμη ή

β. είναι ουσιαστικά όμοια με προσφυγή που έχει προηγουμένως εξετασθεί από το Δικαστήριο ή έχει ήδη υποβληθεί σε άλλη διεθνή διαδικασία που διερευνά ή επιλύει διαφορές και εφόσον δεν περιέχει νέα στοιχεία.

3. Το Δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη οποιαδήποτε ατομική προσφυγή που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 34, όταν εκτιμά ότι:

α. η προσφυγή είναι ασυμβίβαστη προς τις διατάξεις της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της, προφανώς αβάσιμη ή καταχρηστική, ή

β. ο προσφεύγων δεν έχει υποστεί σημαντική βλάβη, εκτός εάν ο σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου, όπως αυτά ορίζονται από τη Σύμβαση και τα Πρωτοκολλά της, απαιτεί την εξέταση της προσφυγής επί της ουσίας και υπό την προϋπόθεση ότι δεν μπορεί να απορριφθεί για τον λόγο αυτό καμία υπόθεση η οποία δεν έχει εξεταστεί δεόντως από εσωτερικό δικαστήριο.

4. Το Δικαστήριο απορρίπτει κάθε προσφυγή που θεωρεί απαράδεκτη κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Μπορεί να πράξει καθ' όμοιο τρόπο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας.

Σημειώσεις επί του νόμου

Το κείμενο της Σύμβασης παρουσιάζεται όπως τροποποιήθηκε από τις διατάξεις του Πρωτοκόλλου υπ' αριθ. 14 από τη θέση του σε ισχύ την 1η Ιουνίου 2010. Είχαν προηγηθεί οι τροποποιήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Πρωτοκόλλου υπ' αριθ. 3 (21/9/1970), του Πρωτοκόλλου υπ'αριθ. 5 (20/12/1971), και του Πρωτοκόλλου υπ'αριθ. 8 (1/1/1990), ενώ η Σύμβαση ενσωμάτωνε επίσης το κείμενο του Πρωτοκόλλου υπ' αριθ. 2 (21/1/1970), το οποίο αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της Σύμβασης από την θέση του σε ισχύ.

Όλες οι διατάξεις που είχαν τροποποιηθεί ή προστεθεί σύμφωνα με αυτά τα Πρωτόκολλα αντικαταστάθηκαν από το Πρωτόκολλο υπ' αριθ. 11 (1/11/1998). Από αυτή την ημερομηνία, το Πρωτόκολλο υπ' αριθ. 9 (1/10/1994) καταργήθηκε και το Πρωτόκολλο υπ' αριθ. 10 κατέστη άνευ αντικειμένου.