logo-print

Άρθρο 4 - Νόμος 2479/1997 - Περί του Συμβουλίου της Επικρατείας και τακτικών διοικητικών δικαστηρίων

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΙΣΧΥΟΣ:

06/05/1997

Υπό κωδικοποίηση
Συνταγματικό Δίκαιο - Γ έκδοση

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ & ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ / ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΚΩΣΤΑΣ ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ

Η υποστήριξή της κατηγορίας υπό το πρίσμα του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΚΟΥΔΕΛΗ

ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ / ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

1. α. Οι προθεσμίες για την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αναστέλλονται για το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου. Δεν θίγεται η ισχύουσα

νομοθεσία που αφορά τις προθεσμίες του Δημοσίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης.

β. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν και για τις εκκρεμείς υποθέσεις.

2. α. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 27 του π.δ/τος 18/1989 αντικαθίστανται ως εξής:

1) Η πληρεξουσιότητα σε δικηγόρο παρέχεται με συμβολαιογραφική πράξη ή με συνυπογραφή του δικογράφου του ενδίκου μέσου εκ μέρους του διαδίκου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο. Στην περίπτωση συνυπογραφής του δικογράφου εκ μέρους του διαδίκου η υπογραφή του δικογράφου από το δικηγόρο θεωρείται ως βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του διαδίκου. Για τη Διοίκηση εφαρμόζονται οι κείμενες γι αυτήν διατάξεις. Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου η πληρεξουσιότητα παρέχεται από το νόμιμο εκπρόσωπο τους με προφορική δήλωση του στο ακροατήριο ή με ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Όταν ο νόμος ή το καταστατικό απαιτεί για να ασκηθεί ένδικο μέσο προηγούμενη άδεια άλλου οργάνου, ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου τεκμαίρεται ότι ενεργεί με την άδεια του άλλου οργάνου. Η τυχόν έλλειψη της άδειας δεν επηρεάζει το κύρος της δίκης και δημιουργεί αποκλειστικά ευθύνη του εκπροσώπου απέναντι στο νομικό πρόσωπο.

2) Για την υπογραφή του ενδίκου μέσου και την ενέργεια των πράξεων της προδικασίας από δικηγόρο, η πληρεξουσιότητα τεκμαίρεται ότι υπάρχει εάν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1. Διαφορετικά, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο και εκείνος που το ήσκησε καταδικάζεται στη δικαστική δαπάνη."

β. Στο αυτό άρθρο 27 προστίθεται νέα παράγραφος 5 ως εξής:

5. Αν από λογούς ανώτερης βίας εμποδίσθηκε η νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου, δύναται να υποβληθεί αίτηση επανασυζητήσεως της υποθέσεως που κατατίθεται στον αρμόδιο γραμματέα πριν από την έκδοση της αποφάσεως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη συζήτηση της υποθέσεως Η αίτηση, η οποία πρέπει να περιέχει με σαφήνεια τους προβαλλόμενους; λόγους, δικάζεται από το οικείο Τμήμα καλουμένων αμφοτέρων των διαδίκων προ είκοσι (20) ημερών. Σε περίπτωση παραδοχής της αιτήσεως η υπόθεση εκδικάζεται εν συνεχεία επι της ουσίας από το ίδιο Τμήμα.

γ, Η κατά το προηγούμενο εδάφιο αίτηση δύναται, συντρεχουσών των υπό τούτου προβλεπομένων προϋποθέσεων, να υποβληθεί εντός προθεσμίας τριών μηνών οπό της ισχύος του παρόντος για αποφάσεις οι οποίες απέρριψαν ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο για μη νομιμοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου και δημοσιεύθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 1996.

3. Το δεύτερο και τρίτο εδάφια της παραγράφου 1 ' του άρθρου 36 του π.δ/τος 18/1989 αντικαθίστανται ως εξής:

"Το παράβολο ορίζεται, όταν πρόκειται για αίτηση ακυρώσεως, έφεση, υπαλληλική προσφυγή, τριτανακοπή ή αίτηση αναιρέσεως σε διαφορές κοινωνικής ασφάλισης σε πέντε χιλιάδες (5.000) δραχμές, όταν πρόκειται για αίτηση αναστολής εκτελέσεως σε τρεις χιλιάδες (3.000) δραχμές και όταν πρόκειται για αίτηση αναιρέσεως, πλην εκείνων που αφορούν διαφορές κοινωνικής ασφάλισης, σε δέκα χιλιάδες (10.000) δραχμές. Τα παράβολα στις αιτήσεις ερμηνείας ή διόρθωσης ορίζονται σε τρεις χιλιάδες (3.000) δραχμές."

4. Η παράγραφος 3 του άρθρου 304 Κ.Πολ.Δ., η οποία προστίθεται με την παρ. 10 του άρθρου 6 του παρόντος νόμου, ισχύει και για τις αποφάσεις των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

5. Από τις διαφορές ουσίας που ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων στην αρμοδιότητα του μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ 1 του άρθρου 2 του π.δ/τος 341/1978 (ΦΕΚ 71 Α') και του άρθρου 73 παρ. 2 του ν.δ/τος 356/1974 (Κ Ε.Δ.Ε.. ΦΕΚ 90 Α'), οι διαφορές ουσίας που ανακύπτουν από την επιβολή χρηματικών κυρώσεων συνολικού ποσού μέχρι πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών και από χρηματικές απαιτήσεις το συνολικό ποσό των οποίων δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές Σε περίπτωση ομοδικίας, αν πρόκειται για ένοχη εις ολόκληρον, λαμβάνεται υπόψη το καταλογιζόμενο ή αιτούμενο συνολικό ποσό για όλους τους ομοδίκους. Αν πρόκειται για χωριστές υποχρεώσεις ή απαιτήσεις των ομοδίκων, η αρμοδιότητα για όλους καθορίζεται με βάση το ποσό της μεγαλύτερης υποχρέωσης η απαίτησης. Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, που ρυθμίζει διαφορετικά την καθ' ύλην αρμοδιότητα των διοικητικών πρωτοδικείων, καταργείται.

6. Οι εφέσεις κατά των αποφάσεων του μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου, εκτός από τις εφέσεις στις υποθέσεις του άρθρου 73 παρ. 2 του ν.δ/τος 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου, εφόσον το χρέος για το οποίο εχώρησε η εκτέλεση υπερβαίνει το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών.

7. α. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 6 του Κώδ. Φορ. Δικ. που κυρώθηκε με το ν. 4125/1960 (ΦΕΚ 202 Α') και μεταγλωττίσθηκε στη δημοτική με το π.δ. 331/1985 (ΦΕΚ 116 Α'). όπως ισχύει μετά την αντικαταστασή του από το άρθρο 19 του ν, 1805/1988 (ΦΕΚ 199 Α'), αντικαθίσταται ως εξής:

”To μονομελές διοικητικό πρωτοδικείο δικάζει τις διαφορές στις οποίες α) ο αμφισβητούμενος ή αξιούμενος προς επιστροφή φόρος, δασμός, τέλος ή άλλο δικαίωμα του Δημοσίου, χωρίς συνυπολογισμό προσθέτων ή προσαυξήσεων, δεν υπερβαίνει το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών, β) το επιβαλλόμενο πρόστιμο ή άλλη χρηματική κύρωση δεν υπερβαίνει συνολικά το ποσό των πεντακοσίων χιλιάδων (500,000) δραχμών."

β. Η παράγραφος 4 του άρθρου 6 του Κώδ. Φορ. Δικ., που κυρώθηκε με το ν. 4125/1960 και μεταγλωττίσθηκε στη δημοτική με το π.δ. 331/1985, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 19 του ν. 1805/1988, καταργείται και οι παράγραφοι 5. 6 και 7 του ίδιου άρθρου λαμβάνουν τον αριθμό 4, 5 και 6. αντιστοίχως.

8. α. Η παράγραφος 3 ταυ άρθρου 31 του π.δ/τος 341/1978 αντικαθίσταται ως εξής:

"3. Κατ' αίτηση του ασκήσαντος την προσφυγή το δικαστήριο μπορεί, με αιτιολογημένη απόφασή του, να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της προσφυγής. Η απόφαση εκδίδεται εν συμβουλίω αν πρόκειται για υπόθεση της καθ ύλην αρμοδιότητας δικαστηρίου πολυμελούς σύνθεσης και από δικαστή οριζόμενο από τον πρόεδρο, αν πρόκειται για υπόθεση της καθ' ύλην αρμοδιότητας δικαστηρίου μονομελούς σύνθεσης."

β. Η παράγραφος 1 του άρθρου 38 του π.δ/τος 341/1978 αντικαθίσταται ως εξής:

1. Ως προς την έγγραφη στο πινάκιο, το έκθεμα των συζητούμενων υποθέσεων και τη συζήτηση στο ακροατήριο έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 86 παρ. 1. 87 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο και 2, 88 έως 94 και 96 έως 10ι του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας."

9. Το άρθρο 159 του Κώδ. Φορ. Δικ., που κυρώθηκε με το ν. 4125/1960 και μεταγλωττίσθηκε στη δημοτική με το π.6. 331/1985 όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 29 του ν.δ/τος 4242/1962 (ΦΕΚ 125 Α; και τροποποιήθηκε με την παρ, 2 του άρθρου 2 του ν 4600/1966 (ΦΕΚ 242 Α'). αντικαθίσταται ως εξής:

' Άρθρο 159

1. Η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων, καθώς και η άσκηση τους δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της αποφάσεως.

2. Μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου ο πρόεδρος του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί το ένδικο μέσο, μπορεί να διατάξει με αιτιολογημένη απόφαση την αναστολή εκτελέσεως της απόφασης με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 2 του ν. 320/1976 (ΦΕΚ 174 Α), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 του ν. 1406/1983 (ΟΕΚ 182 Α), με την παρ. 2 του άρθρου 4 του ν 1582/1990 (ΦΕΚ 43 Α') και με το άρθρο 41 παρ. 3 του ν 2065/1992 (ΦΕΚ 113 Α')."

10. Η παράγραφος 1 του άρθρου 3C του ν 1406/1983 αντικαθίσταται ως εξής·

"Για τη συζήτηση των καταψηφιστικών αγωγών, των προσφυγών με καταψηφιστικό αίτημα και κύριων παρεμβάσεων καταβάλλεται το δραστικό ένσημο που προβλέπεται από το ν. ΓΠΟΗ/1912 (ΦΕΚ 43 Α'), όπως ισχύει έκτος από τις προσφυγές για επιστροφή ποσών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως."

1". Το άρθρο 63 του π.δ/τος 341/1378 αντικαθίσταται ως εξής:

"Άρθρο 63

1. Για το παραδεκτό των κατά το άρθρο 60 ενδίκων μέσων πρέπει να καταβληθεί παράβολο τριών χιλιάδων (3.000) δραχμών, αν πρόκειται για ένδικο μέσο κατά αποφάσεως πολυμελούς δικαστηρίου, και χιλίων (1.000) δραχμών, αν πρόκειται για ένδικο μέσο κατά αποφάσεως μονομελούς δικαστηρίου. Από την υποχρέωση αυτή απαλλάσσονται το Δημόσιο και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης.

2. Αν έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο δεν καταβληθεί το παράβολο ή καταβληθεί ελλιπές, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο.

3. Αν το ένδικο μέσο απορριφθεί, το παράβολο που κατατέθηκε περιέρχεται στο Δημόσιο. Αν γίνε; δεκτό εν όλω ή εν μέρει ή καταργηθεί η δίκη. αποδίδεται σ' αυτόν που το ήσκησε και αν το δικαστήριο δεν διέταξε την απόδοση του."

12. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 35 του Κωδ. Φορ. Δικ., που κυρώθηκε με το ν. 4125/1960 και μεταγλωττίσθηκε στη δημοτική με το π.δ. 331/1985. προστίθενται τα εξής:

"Επίσης ο διορισμός του πληρεξουσίου γίνεται και δια της συνυπογραφής του δικογράφου της προσφυγής ή του ενδίκου μέσου εκ μέρους του διαδίκου. Στην περίπτωση αυτή η υπογραφή του δικογράφου από το δικηγόρο θεωρείται ως βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του διάδικου."

13. α. Στο άρθρο 50 του Κώδ. Φορ Δικ., που κυρώθηκε με το ν. 4125/1960 και μεταγλωττίσθηκε στη δημοτική με το π.δ. 331/1985, προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:

"3. Οι διάδικοι μπορεί να συμφωνήσουν ότι δεν θα εμφανισθούν στο ακροατήριο αλλά θα παραστούν με κοινή δήλωση που υπογράφεται από τους πληρεξουσίους δικηγόρους Τέτοια δήλωση μπορεί να γίνει και από έναν ή ορισμένους μόνο πληρεξουσίους. Η δήλωση αυτή παραδίνεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο στον αρμόδιο γραμματέα το αργότερο την παραμονή της δικασίμου και σημειώνεται αμέσως στο οικείο βιβλίο. Σε περίπτωση αναβολής συζητήσεως της υποθέσεως δεν κλητεύεται ο διάδικος που υπέβαλε δήλωση."

β. Το άρθρο 60 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το ν. 4125/1960 και μεταγλωττίστηκε στη δημοτική με το π.δ. 331/1985. αντικαθίσταται ως εξής:

-Άρθρο 60

Αν αυτός προς τον οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση ενεργεί ως αντίκλητος περισσοτέρων διαδίκων ή παρίσταται ως νόμιμος αντιπρόσωπος περισσότερων ανίκανων προσώπων, αρκεί να επιδοθεί σ' αυτόν ένα μόνο αντίγραφο ή πρωτότυπο του επιδοτέου εγγράφου."

14. α. Στο άρθρο 162 του Κώδ. Φορ. Δικ., που κυρώθηκε με το ν. 4125/1960 και μεταγλωττίσθηκε στη δημοτική με το π.δ. 331/1985, προστίθεται νέα παράγραφος 3 και η ήδη παράγραφος 3 αριθμείται ως 4:

"3. Ανακοπή μπορεί να ασκηθεί και αν από λόγους ανώτερης βίας εμποδίστηκε η νομιμοποίηση του πληρεξουσίου."

β. Η κατά το προηγούμενο εδάφιο ανακοπή δύναται να υποβληθεί εντός προθεσμίας τριών μηνών, από της ισχύος του παρόντος, για αποφάσεις οι οποίες απέρριψαν την προσφυγή ή το ένδικο μέοο ως απαράδεκτο για μη νομιμοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου και δημοσιεύθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 1996.

15. Στο άρθρο 163 του Κώδ. Φορ. Δικ., που κυρώθηκε με το ν 4125/1960 και μεταγλωττίσθηκε στη δημοτική με το π.δ. 331/1985, προστίθεται νέα παράγραφος 4 και οι ήδη παράγραφοι 4 και 5 αριθμούνται ως 5 και 6.

4. Η δικάσιμος για την εκδίκαση της ανακοπής δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από τρεις μήνες από την άσκησή της"

16. Το κατά το άρθρο 171 παρ. 3 εδάφιο δεύτερο του Κώδ. Φορ, Δικ., που κυρώθηκε με το ν. 4125/1960 και μεταγλωττίσθηκε στη δημοτική με το π.δ. 331/1985. όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 221/1975 (ΦΕΚ 263 Α'), παράβολο αυξάνεται σε τρεις χιλιάδες (3.000) δραχμές. Στο ίδιο ποσό καθορίζεται και το

παράβολο που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου 12 του π.δ./τος 932/1978 (ΦΕΚ 225 Α').

17. α. Τα κατά το άρθρο 181 παρ. 1 του Κώδ. Φορ. Δικ., που κυρώθηκε με το ν. 4125.'i960 και μεταγλωττίσθηκε στη δημοτική με το π.δ. 331/1985, παράβολα των πεντακοσίων (500) και εκατό (100) δραχμών αυξάνονται σε τρεις χιλιάδες (3.000) και χίλιες (1.000) δραχμές αντίστοιχα.

β. Η παράγραφος 2 του άρθρου 181 του Κωδ. Φορ. Δικ.. που κυρώθηκε με το ν. 4125/1960 και μεταγλωττίσθηκε στη δημοτική με το π.δ. 331/1985, αντικαθίσταται ως εξής:

"2. Οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 171 και του άρθρου 173 εφαρμόζονται αναλόγως και στις αιτήσεις αναθεώρησης "

18. Η περίπτωση γ της παραγράφου 7 του άρθρου 57ε του ν.δ/τος 136/1946 (ΦΕΚ 298 Α'), που προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν. 1732/1987 (ΦΕΚ 164 Α'), καταργείται και οι περιπτώσεις δ' και ε' αριθμούνται ως γ' και δ'.

19 Τα χρηματικά ποσά, που προβλέπονται από δικονομικές διατάξεις, εφαρμοζόμενες ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, μπορεί να αναπροσαρμόζονται με προεδρικά διατάγματα, τα οποία εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης

20. α. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 136 του Κωδ. Φορ. Δικ.. που κυρώθηκε με το ν 4125/1960 και μεταγλωττίσθηκε στη δημοτική με το π.δ. 331/1985, αντικαθίστανται ως εξής:

1. Πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται όταν για τη διερεύνηση και εκτίμηση των πραγμάτων είναι απαραίτητες ειδικές γνώσεις η ιδιάζουσα εμπειρία.

2. Η απόφαση με την οποία διατάσσεται πραγματογνωμοσύνη πρέπει να αιτιολογείται ειδικά ως προς την ανάγκη διενέργειάς της. Με αυτήν ορίζονται το αντικείμενα που θα εξετασθούν, ο πραγματογνώμονας και ο χρόνος μέσα στον οποίο θα διεξαχθεί η πραγματογνωμοσύνη Αν υπάρχει ανάγκη, μπορεί να οριστούν και περισσότεροι από έναν πραγματογνώμονες, όχι όμως περισσότεροι από τρεις."

β. Στο ίδιο άρθρο του Κώδ. Φορ. Δικ., που κυρώθηκε με το ν. 4125/1960 και μεταγλωττίσθηκε στη δημοτική με το π.δ. 331/1985, προστίθεται παρ 5 ως εξής.

"5 Οι διατάξεις των άρθρων 391 και 392 του Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω"

21. Η παράγραφος 1 του άρθρου 142 του Κωδ Φορ. Δικ,, που κυρώθηκε με τα v. 4125/196C και μεταγλωττίσθηκε στη δημοτική με το π.δ 331/19Β5, αντικαθίσταται ως εξής:

"1. Η αμοιβή και τα έξοδο, των πραγματογνωμόνων εκκαθαρίζονται, προσωρινώς μετά από αίτηση τους, από τον πρόεδρο του δικαστηρίου που διέταζε την πραγματογνωμοσύνη και προκαταβάλλονται από το Δημόσιο, με ανάλογη εφαρμογή κατά τα λοιπά των διατάξεων του άρθρου 581 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η αμοιβή και τα έξοδα καθορίζονται τελικά με την οριστική απόφαση και συνυπολογίζονται στην επιδικαζόμενη δικαστική δαπάνη σε βάρος του ηττώμενου διαδίκου."

22. Οι ισχύουσες διατάξεις για την παραγραφή αξιώσεων κατά τη διάρκεια της επιδικίας δεν εφαρμόζονται στις εκδικαζόμενες από τα διοικητικά δικαστήρια υποθέσεις.

Το νέο πτωχευτικό δίκαιο των επιχειρήσεων και των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων

ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΩΝ - ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΥΓΗΤΙΔΗΣ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΟΚΑΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΑΡΟΥΔΑΚΗΣ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

Κλινικές δοκιμές φαρμάκων - Συμβάσεις ευθύνη και ειδικά ζητήματα Αστικού Δικαίου

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΣΚΟΥΤΕΛΗ

Κλινικές δοκιμές φαρμάκων - Συμβάσεις ευθύνη και ειδικά ζητήματα Αστικού Δικαίου