logo-print

Άρθρο 6 - Νόμος 2479/1997 - Επιτάχυνση της πολιτικής δίκης - Τροποποιήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας - Πτωχευτική διαδικασία

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΙΣΧΥΟΣ:

06/05/1997

Υπό κωδικοποίηση
Από τον πολιτικώς ενάγοντα στον παριστάμενο για την υποστήριξη της κατηγορίας

ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα υποκειμενικά και αντικειμενικά όρια της συμφωνίας περί διαιτησίας

ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ

1. α. Στο άρθρο 148 του Κ.Πολ.Δ. προστίθεται παρ. 2 ως εξής:

"2. Η παράταση αυτή όταν αφορά προθεσμίες γιο τη διεξαγωγή των αποδείξεων μπορεί να γίνει το πολύ δύο φορές και δεν θα μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες κάθε φορά,"

β. Η διάταξη του προηγουμένου εδαφίου δεν ισχύει για εκκρεμείς διεξαγωγές αποδείξεων κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού,

γ. Η ήδη υπάρχουσα παράγραφος του άρθρου 148 του Κ.Πολ.Δ. λαμβάνει τον αριθμό 1

2. Μετά το άρθρο 214 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Κ.Πολ.Δ.) προστίθεται άρθρο 214 Α. που έχει ως εξής:

"Άρθρο 214 Α

1. Αγωγές, που έχουν ως αντικείμενο τους διαφορές ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες υπάγονται στην καθ ύλην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία, για τις οποίες επιτρέπεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο να συνομολογηθεί συμβιβασμός, δεν μπορεί να συζητηθούν, αν δεν προηγηθεί απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων,

2. Κατά τη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης της αγωγής και τον ορισμό δικασίμου ο γραμματέας θέτει στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα ευδιάκριτη σφραγίδα ότι συζήτηση δεν επιτρέπεται αν δεν προηγηθεί απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς.

3. Στην κλήση για συζήτηση πρέπει να περιλαμβάνεται και πρόσκληση προς τον εναγόμενο να προσέλθει στο γραφείο του δικηγόρου του ενάγοντος ορισμένη ημέρα και ώρα, με αντικείμενο την απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς. Αν η επίσπευση γίνεται από τον εναγόμενο ή από άλλο διάδικο., αυτός προσκαλεί τον αντίδικο στο γραφείο του δικηγόρου του. Η ημερομηνία της πρώτης συνάντησης ορίζεται μέσα στο χρονικό διάστημα από τη δέκατη ημέρα μετά την επίδοση έως την εικοστή ημέρα πριν από την δικάσιμο, Ο προσκαλούμενος οφείλει να παραστεί με δικηγόρο ή να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο εφοδιασμένο με την κατά το άρθρο 98 ειδική πληρεξουσιότητα. Στη συνάντηση μπορεί να κληθεί και ο τυχόν προσεπικαλούμενος. Οι δικηγόροι μπορούν από κοινού να ορίσουν άλλη ημερομηνία συνάντησης η να αναβάλουν τη συνάντηση για άλλη ημέρα και ώρα σε ορισμένο τόπο, έως τη δικάσιμο, ή να ορίσουν και νέα συνάντηση, έως τη δικάσιμο, εφόσον απαιτείται για τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς.

4. κατά τη συνάντηση οι διάδικοι με τους δικηγόρους τους ή εκπροσωπούμενοι από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, επικουρούμενοι, εφόσον το επιθυμούν, και από τρίτο πρόσωπο κοινής επιλογής, εξετάζουν ολόκληρη τη διαφορά καθώς και την τυχόν ανταγωγή του εναγομένου, χωρίς να δεσμεύονται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Χρησιμοποιούν όλα τα πρόσφορα μέσα για να εξακριβώσουν τα κρίσιμα περιστατικά και τα σημεία συμφωνίας και διαφωνίας τους, καθώς και τις συνέπειες που δέχονται ή αμφισβητούν, ώστε να επιτύχουν αμοιβαίως αποδεκτή λύση της διαφοράς, εν όλω ή εν μέρει. Το τρίτο πρόσωπο κοινής επιλογής που μετέσχε τυχόν στη συνάντηση, έστω και σε μέρος της, αν η απόπειρα αποτύχει εν όλω ή εν μέρει και ακολουθήσει συζήτηση της διαφοράς, δεν εξετάζεται ως μάρτυρας ούτε μπορεί να οριστεί ως πραγματογνώμονας ή τεχνικός σύμβουλος ούτε επιτρέπεται να μετάσχει στην εκδίκαση με οποιαδήποτε ιδιότητα.

5. Αν οι διάδικοι καταλήξουν σε ολική ή μερική λύση της διαφοράς, συντάσσεται ατελώς πρακτικό στο οποίο αναγράφεται το περιεχόμενο της συμφωνίας τους και ιδίως το είδος του αναγνωριζόμενου δικαιώματος, το ποσό της οφειλόμενης παροχής και οι τυχόν όροι υπό τους οποίους θα εκπληρωθεί. Η συμφωνία περιορίζεται στα όριο της ένδικης διαφοράς. Καθορίζονται επίσης και επιβάλλονται τα έξοδα κατά τις διατάξεις των άρθρων 176 επ.. Το πρακτικό χρονολογείται και υπογράφεται από τους διαδίκους ή από τους δικηγόρους τους, αν έχουν την κατά το άρθρο 98 ειδική πληρεξουσιότητα, σε τόσα αντίτυπα όσοι οι αντιδικούντες διάδικοι η ομάδες διάδικων.

6. κάθε διάδικος μπορεί, προσκομίζοντας το πρακτικό σε πρωτότυπο, να ζητήσει από τον πρόεδρο του πολυμελούς πρωτοδικείου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αγωγή, την επικύρωση του. Ο πρόεδρος αφού διαπιστώσει, α) ότι η διαφορά είναι δεκτική συμβιβαστικής επίλυσης, συμφωνά με την παράγραφο 1, β) ότι το πρακτικό έχει υπογράφει σύμφωνα με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της προηγουμένης παραγράφου και γ) ότι από αυτό προκύπτει σαφώς το είδος του αναγνωριζόμενου δικαιώματος και το τυχόν ποσόν της οφειλόμενης παροχής, επικυρώνει το πρακτικό. Αν η διαφορά περιλαμβάνει και καταψήφιση, το πρακτικό από την επικύρωση του αποτελεί τίτλο εκτελεστό και ο πρόεδρος το περιάπτε; ταυτόχρονα με τον εκτελεστήριο τύπο. Αν η διαφορά έχει χαρακτήρα απλώς αναγνωριστικό, το πρακτικό αποδεικνύει το δικαίωμα. Σε κάθε περίπτωση με την επικύρωση του πρακτικού επέρχεται κατάργηση της δίκης. Αν η επικυρούμενη συμφωνία καλύπτει μέρος της διαφοράς, η κατάργηση της δίκης επέρχεται μόνο κατά τούτο.

7. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία, συντάσσεται και υπογράφεται πρακτικό αποτυχίας της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, στο οποίο μπορεί να εκτίθενται και τα αίτια της αποτυχίας Αν δεν υπογράφει κοινό πρακτικό, συντάσσεται από το δικηγόρο του ενάγοντος ή άλλου επισπεύδοντος δήλωση στην οποία μπορεί να εκτίθενται και τα αίτια της αποτυχίας. Όμοια δήλωση μπορεί να συνταχθεί και από το δικηγόρο του αντιδίκου. Το πρακτικό αποτυχίας ή οι δηλώσεις κατατίθενται κατά τη συζήτηση μαζί με τις προτάσεις. Σε περίπτωση μερικής συμφωνίας δεν απαιτείται να συνταχθεί ιδιαίτερο πρακτικό αποτυχίας ούτε δηλώσεις.

8. Συζήτηση της αγωγής μπορεί να γίνει μόνο: α) αν από το κοινό πρακτικό ή δήλωση, κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, προκύπτει ότι η απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς απέτυχε εν όλω ή εν μέρει και

β) αν διάδικος αρνήθηκε ή δεν προσήλθε να μετάσχει στην απόπειρα. Η άρνηση ή η μη προσέλευση διάδικου πρέπει να προκύπτει από δήλωση του δικηγόρου του αντιδίκου, που κατατίθεται κατά τη συζήτηση μαζί με τις προτάσεις. Ψευδής δήλωση τιμωρείται κατά το άρθρο 225 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα.

9. Το απαράδεκτο της συζήτησης λόγω παράλειψης της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς μπορεί να προταθεί και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως μόνο κατά την πρώτη συζήτηση της διαφοράς στον πρώτο βαθμό. Μετά τη συζήτηση αυτή μπορεί να εξεταστεί μόνο αν προταθεί εκ νέου από το διάδικο που το είχε προτείνει παραδεκτά στην πρώτη συζήτηση.

10. Η τήρηση της διαδικασίας των προηγούμενων παραγράφων δεν είναι υποχρεωτική ως προς τις παρεμβάσεις, προσεπικλήσεις-και άλλες παρεμπίπτουσες αγωγές.

11. Αγωγή για αναγνώριση ακυρότητας η για ακύρωση της δήλωσης βούλησης που περιέχεται στο κατά την παράγραφο 5 πρακτικό ασκείται ενώπιον του εφετείου στην περιφέρεια του οποίου συντάχθηκε το πρακτικό, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της κατά την παράγραφο 6 επικυρωτικής πράξης του προέδρου. Αν η συμφωνία ακυρωθεί, η εκκρεμοδικία λογίζεται ότι δεν καταργήθηκε ποτέ. Σε περίπτωση μερικής ακύρωσης, η εκκρεμοδικία αναβίωνε: μόνο κατά τούτο. Νέα απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς δεν απαιτείται. Η διάταξη του άρθρου 164 του Αστικού Κώδικα εφαρμόζεται αναλόγως "

3. Μετά το άρθρο 157 του Κώδικα των Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954 ΦΕΚ 235 Α') προστίθεται άρθρο 157 Α, που έχει ως εξής:

"Άρθρο 157 Α

1. Κατά την πρώτη συνάντηση για την απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς κατά το άρθρο 214 Α του Κ.Πολ.Δ., κάθε διάδικος οφείλει να έχει προκαταβάλει την αμοιβή του δικηγόρου του για παράσταση ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου, κατά τις κείμενες διατάξεις. Το σχετικό γραμμάτιο προείσπραξης προσαρτάται στο οικείο πρακτικό συμφωνίας ή αποτυχίας της απόπειρας ή στη συντασσόμενη δήλωση.

2. Δικηγόρος, που παραστάθηκε χωρίς να προσαρτηθεί το γραμμάτιο καταβολής της αμοιβής του, κατά την προηγούμενη παράγραφο, υπέχει την υποχρέωση και την ευθύνη που προβλέπεται στην παρ 11 του άρθρου 5 του ν. 2408/1996, εφαρμοζομένων και των λοιπών διατάξεων της παραγράφου αυτής.

3. Αν επιτευχθεί εν όλω η εν μέρει συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, οι δικηγόροι των διαδίκων δικαιούνται και την κατά το άρθρο 124 παρ. 1 αμοιβή.

4. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται όταν υπάρχει συμφωνία αμοιβής που διέπεται από τις διατάξεις των παραγράφων 3 έως 6 του άρθρου 92 ή ο δικηγόρος απασχολείται με πάγια περιοδική αμοιβή."

4. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται στις αγωγές που κατατίθενται από την 16η Σεπτεμβρίου 199S και κατόπιν.

5. Το άρθρο 1 του ν. 2298/1995 καταργείται.

6. Η παράγραφος 2 του άρθρου 226 του Κ. Πολ. Δ. αντικαθίσταται ως εξής.

"2. Αν η αγωγή απευθύνεται στο πολυμελές πρωτοδικείο, αμέσως μετά την κατάθεση της ο πρόεδρος, εφόσον κατά την κρίση του απαιτείται η έκδοση προδικαστικής απόφασης, ορίζει με πράξη του, που καταχωρίζεται στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα της αγωγής, ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί συμφωνά με το άρθρα 341, Σε κάθε άλλη περίπτωση τηρείται η διαδικασία του άρθρου 270."

7. Το άρθρο 237 του Κ.Πολ.Δ. αντικαθίσταται ως εξής:

"Άρθρο 237

1. Ενώπιον του μονομελούς και του πολυμελούς πρωτοδικείου οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν προτάσεις το αργότερο ως την έναρξη της συζητήσεως. Μαζί με τις προτάσεις οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν και:

α) αντίγραφο των προτάσεων ατελώς, επικυρωμένο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου και

β) όλα τα αποδεικτικά και διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους

2. Η κατάθεση γίνεται στον αρμόδιο υπάλληλο της γραμματείας, που βεβαιώνει με επισημείωση τη χρονολογία της κατάθεσης των προτάσεων. Κάθε διάδικος δικαιούται να πάρει ατελώς με δική του δαπάνη αντίγραφα των προτάσεων των αντίδικων του και των εγγράφων που έχουν προσκομίσει. Το δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκηθεί και από το δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, την παρέμβαση ή τις προτάσεις ή από τρίτο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από το δικηγόρο αυτόν. Αν ο αντίδικος είναι μόνο ένας μπορεί να του δοθεί το αντίγραφο των προτάσεων που έχει κατατεθεί.

3. Οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη στις προτάσεις έως τις 12 το μεσημέρι της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση. Ο γραμματέας χρονολογεί την προσθήκη με επισημείωση. Με την προσθήκη νέοι ισχυρισμό; μπορεί να προταθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις.

4. Το αντίγραφο της αγωγής που οφείλει να προσκομίσει ο ενάγων, οι προτάσεις και τα αποδεικτικά και διαδικαστικά έγγραφα αποτελούν τη δικογραφία.

5. Μετά την περάτωση της δίκης οι διάδικοι οφείλουν να αναλάβουν όλα τα σχετικά έγγραφά τους. Ο γραμματέας βεβαιώνει στις προτάσεις κάθε διαδίκου ότι ανέλαβε τα έγγραφά του. Αν υπάρχει σπουδαίος λόγος, ο πρόεδρος του πολυμελούς δικαστηρίου ή ο δικαστής του μονομελούς δικαστηρίου επιτρέπει στο διάδικο να αναλάβει ορισμένο έγγραφο και πριν από την περάτωση της δίκης. Αν το έγγραφο αυτό είναι αναγκαίο, η ανάληψη επιτρέπεται μόνο αφού κατατεθεί επικυρωμένο αντίγραφο. Οι προτάσεις παραμένουν στο αρχείο του δικαστηρίου."

8. Το άρθρο 238 του Κ.Πολ Δ καταργείται.

9. Το άρθρο 239 του Κ.Πολ.Δ. αντικαθίσταται ως εξής:

Άρθρο 239

Καθυστερημένη κατάθεση προτάσεων - Συνέπειες

Ο διάδικος, που δεν κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις του ή δεν κατέθεσε καθόλου σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ.1, δικαιούται μια μόνο φορά να εμφανιστεί κατά τη συζήτηση και να ζητήσει προφορικά αναβολή λόγω σοβαρού κωλύματος που δικαιολογεί τη μη κατάθεση ή μη εμπρόθεσμη κατάθεση των προτάσεων του. Η συζήτηση αναβάλλεται μόνο αν το κώλυμα πιθανολογηθεί. Η αναβολή γίνεται με επισημείωση στο πινάκιο και δεν μπορεί να υπερβεί τους δύο μήνες. Αν αυτό είναι απολύτως αδύνατο, η αναβολή γίνεται στη συντομότερη δικάσιμο. Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο διάδικος που δεν κατέθεσε καθόλου ή εμπρόθεσμα τις προτάσεις του δικάζεται ερήμην."

10. Στο άρθρο 304 του Κ.Πολ.Δ. προστίθεται παράγραφος 3, που έχει ως εξής:

"3. Μετά τη δημοσίευση κάθε διάδικος δικαιούται να λάβει απλό φωτοτυπικό αντίγραφο του σχεδίου προκειμένου να μεριμνήσει για την καθαρογραφή με συμπληρωμένα τα στοιχεία που πρέπει, σύμφωνα με το επόμενο άρθρο, να αναφέρονται στο πρωτότυπο της απόφασης. Ο κατά την παράγραφο 1 εισηγητής η δικαστής οφείλει να θεωρήσει ενυπογράφως, το ταχύτερο δυνατόν, το πρωτότυπο, το οποίο ακολούθως υπογράφεται αμέσως κατά το άρθρο 306."

11. Στην παρ. 1 του άρθρου 573 του Κ.Πολ.Δ. προστίθεται και το άρθρο 242 παρ. 2 στα άρθρα τα οποία εφαρμόζονται στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση.

12. α. Το άρθρο 637 του Κ.Πολ.Δ. καταργείται.

β. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 641 του Κ.Πολ.Δ καταργείται.

γ. Η παρ. 2 του άρθρου 643 του Κ.Πολ.Δ. αντικαθίσταται ως εξής:

'Τα άρθρα 649 και 650 εφαρμόζονται αναλόγως."

δ. Η παρ. 2 του άρθρου 644 του Κ.Πολ.Δ. καταργείται.

ε. Τα άρθρα 645 και 646 του Κ.Πολ.Δ. καταργούνται.

στ. Εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος αγωγές η ανακοπές κατά διαταγής πληρωμής εξακολουθούν να διέπονται από το μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος ισχύον δίκαιο.

13. Στο τέλος του κεφαλαίου έκτου του τέταρτου βιβλίου του Κ Πολ Δ. προστίθενται τα ακόλουθα άρθρα 662 Α έως 662 Η:

"Άρθρο 662 Α

Κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 662 Β έως Η μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου, αν η μίσθωση αποδεικνύεται εγγράφως, στην περίπτωση καθυστέρησης του μισθώματος από δυστροπία, εφόσον έγγραφη όχληση έχει επιδοθεί με δικαστικό επιμελητή έναν τουλάχιστο μήνα πριν από την κατάθεση της αίτησης. Η καταβολή των μισθωμάτων εντός του μηνός, αποδεικνυόμενη εγγράφως, αποκλείει την έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου. Τούτο ισχύει μόνο μία φορά.

Άρθρο 662 Β

Αρμόδιος για την έκδοση της διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου είναι ο ειρηνοδίκης στις περιπτώσεις που αυτός έχει αρμοδιότητα κατά το άρθρο 14 παρ. 1 εδάφ. β' και ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου σε κάθε άλλη περίπτωση. Η τοπική αρμοδιότητα ρυθμίζεται κατά το άρθρο 29.

Άρθρο 662 Γ

1. Η διάταξη του άρθρου 626 παρ. 1 εφαρμόζεται αναλόγως.

2. Η αίτηση ή η έκθεση πρέπει να περιλαμβάνει, εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 117 ή 118 και εκείνα του άρθρου 119 παρ. 1, καθώς και: α) αίτημα να εκδοθεί διαταγή απόδοσης .της χρήσης του μίσθιου ακινήτου και μνεία του τόπου οπού βρίσκεται με περιγραφή του, β) επίκληση του εγγράφου από το οποίο αποδεικνύεται η μίσθωση, γ) επίκληση της κατά το άρθρο 662 Α περίπτωσης συμφωνά με την οποία ζητείται η απόδοση της χρήσης του μισθίου με μνεία των αναγκαίων περιστατικών, καθώς και της έκθεσης επίδοσης.

3. Στην αίτηση επισυνάπτεται το έγγραφο από το οποίο αποδεικνύεται η μίσθωση, η έκθεση επίδοσης της όχλησης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό έγγραφο. Ο δικαστής μπορεί να καλέσει τον αιτούντα να βεβαιώσει και ενόρκως τα περιστατικά που απαιτούνται για την έκδοση, της διαταγής.

4. διάταξη του άρθρου 627 εφαρμόζεται αναλόγως.

Άρθρο 662 Δ

1. Αν η αίτηση είναι νόμιμη και τα απαιτούμενα σε κάθε περίπτωση περιστατικά αποδεικνύονται εγγράφως ο δικαστής εκδίδει διάταξη με την οποία υποχρεώνει τον καθ' ου να αποδώσει στον αιτούντα τη χρήση του μισθίου, και τον καταδικάζει στα δικαστικά έξοδα.

2. Η διαταγή καταρτίζεται εγγράφως και περιέχει: α) τα ονοματεπώνυμο του δικαστή που την εκδίδει, β) το ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο και κατοικία του αιτούντος και του καθ ου η αίτηση, γ) περιγραφή του μισθίου, δ) την αιτία της απόδοσης με έκθεση των αναγκαίων περιστατικών και μνεία της έκθεσης επίδοσης της όχλησης, ε) διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου, στ) υπόμνηση στον καθ ου ότι μετά την πάροδο δύο μηνών από την προς αυτόν επίδοση η διαταγή θα αποτελεί τίτλο εκτελεστό και ότι δικαιούται να ασκήσει κατ αυτής ανακοπή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών από της επιδόσεως και ζ) υπογραφή του δικαστή που την εξέδωσε.

3. Η διαταγή αποτελεί τίτλο εκτελεστό αφού παρέλθουν δύο μήνες από την επίδοσή της στον καθ' ου. Η διαταγή εκτελείται και κατά των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 659.

Άρθρο 662 Ε

1. Ο δικαστής απορρίπτει την αίτηση: α) αν δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση της, και β) αν ο αιτών δεν δίνει τις τυχόν ζητούμενες από αυτόν εξηγήσεις ή δεν προβαίνει στις υποδεικνυόμενες συμπληρώσεις ή διορθώσεις της αίτησης ή δεν παρέχει τις τυχόν ζητούμενες από αυτόν βεβαιώσεις της υπογραφής ιδιωτικών εγγράφων ή αν, μολονότι έχει κληθεί να βεβαιώσει ενόρκως τα κατά το άρθρο 662 Γ περιστατικά, δεν προβαίνει στη βεβαίωση αυτή.

2. Η απόρριψη της αίτησης σημειώνεται κάτω από την αίτηση με σύντομη έκθεση του λόγου.

3. Η απόρριψη της αίτησης δεν εμποδίζει την υποβολή νέας ούτε την άσκηση αγωγής.

Άρθρο 662 ΣΤ

Ο καθ' ου η διαταγή δικαιούται να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του καθ' ύλην αρμόδιου για την εκδίκαση της αγωγής απόδοσης του μισθίου δικαστηρίου, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από της επίδοσης της διαταγής. Η ανακοπή εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επομ.

Άρθρο 662 Ζ

Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής. Ο δικαστής όμως που την εξέδωσε μπορεί, ύστερα από αίτηση του ανακόπτοντος, η οποία εκδικάζεται κατά τα άρθρα 686 επομ., να χορηγήσει αναστολή, είτε με εγγυοδοσία υπέρ του καθ ου η ανακοπή είτε χωρίς εγγυοδοσία, έως την έκδοση οριστικής απόφασης επι της ανακοπής. Μπορεί επίσης να χορηγήσει, κατά την ίδια διαδικασία, προθεσμία για την απόδοση της χρήσης του μίσθιου έως σαράντα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασής του.

Άρθρο 662 Η

1. Αν η ανακοπή ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου, διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή.

2. Η διάταξη του άρθρου 634 εφαρμόζεται αναλόγως."

14. Στο εδάφιο ε της παραγράφου 2 του άρθρου 904 του Κ.Πολ.Δ, και μετά τη λέξη "πληρωμής" προστίθενται οι λέξεις:

"και απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου."

15. Η παρ. 4 του άρθρου 938 του Κ.Πολ.Δ. αντικαθίσταται ως εξής:

"4. Η αναστολή της παρ.1 η η εγγυοδοσία μπορεί να διαταχθεί μόνο ώσπου να εκδοθεί η οριστική απόφαση για την ανακοπή και με τον όρο να συζητηθεί η ανακοπή μέσα σε προθεσμία που θα καθορίσει το Δικαστήριο. Όταν η προθεσμία αυτή περάσει άπρακτη ή σε περίπτωση που απορριφθεί η αίτηση που υποβλήθηκε ή αν δεν υποβλήθηκε αίτηση, η αναστολή κατά την παρ.1 ή η εγγυοδοσία μπορεί να διαταχθεί μόνο κατά τη συζήτηση της ανακοπής."

16. α. Στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 975 του Κ.Πολ.Δ., όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985 (ΦΕΚ 91 Α'), υπάγονται και οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις των δικηγόρων, είτε αμείβονται κατά υπόθεση είτε με πάγια περιοδική αμοιβή. Προκειμένου περί έμμισθων δικηγόρων υπάγονται και οι απαιτήσεις για αποζημίωση λόγω λύσεως της συμβάσεως εμμίσθου εντολής.

β. Η παρ. 5 του άρθρου 975 του Κ.Πολ.Δ. καταργείται, μεταβαλλόμενης αναλόγως της αριθμήσεως των επόμενων παραγράφων του ίδιου άρθρου.

17. Τα άρθρο 71 του Εισ.Ν.Κωδ.Πολ.Δικ. αντικαθίσταται ως ακολούθως

"Άρθρο 71

Στις εργατικές διαφορές δεν καταβάλλεται το κατά το νόμο Γ}ΟΗ/1912 (ΦΕΚ 3 Α'), όπως ήδη ισχύει, δικαστικό ένσημο, για το μέχρι του ποσού της εκάστοτε και καθ' ύλην αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου αίτημα της αγωγής."

18. Στο τρίτο βιβλίο του Εμπορικού Νομού επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις:

"α. Σε κάθε αίτηση για την κήρυξη πτώχευσης και σε κάθε δήλωση αναστολής πληρωμών αναγράφονται το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο ή η ακριβής επωνυμία, καθώς και η διεύθυνση της αστικής και εμπορικής κατοικίας η της έδρας και της επαγγελματικής εγκατάστασης του εμπόρου, φυσικού ή νομικού προσώπου. Αν η αίτηση η δήλωση αφορά ομόρρυθμη η ετερόρρυθμη εταιρία, τα ανωτέρω στοιχεία αναγράφονται και ως προς όλους τους ομόρρυθμους εταίρους. Όταν πρόκειται για πτώχευση νομικού προσώπου αναγράφεται επίσης, σε κάθε περίπτωση, το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο και η ακριβής διεύθυνση κατοικίας και επαγγελματικής εγκατάστασης του διαχειριστή ή των διαχειριστών ή του διευθύνοντος συμβούλου ή άλλου εκπροσώπου του. Αν τα στοιχεία αυτά δεν έχουν αναγραφεί ή εφόσον δεν συμπληρώθηκαν κατά το άρθρο 227 του Κ.Πολ.Δ.. η αίτηση η δήλωση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

β. Στην κατά το εδάφιο α αίτηση ή δήλωση αναφέρονται επίσης τα τυχόν υποκαταστήματα, αποθήκες και άλλοι κύριοι ή βοηθητικοί χώροι άσκησης της εμπορίας από το υπό πτώχευση φυσικό ή νομικό πρόσωπο και, αν πρόκειται για ομόρρυθμη η ετερόρρυθμη εταιρία, και από τους ομόρρυθμους εταίρους της.

γ. Τα στοιχεία που αναφέρονται στα δύο προηγούμενα εδάφια μνημονεύονται στην απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση.

δ. Η κατά το άρθρο 531 γνωστοποίηση στον ειρηνοδίκη της διάταξης για τη σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας γίνεται με διαβίβαση, με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο. ιδίως δε τηλεομοιοτυπικά η τηλεγραφικά, σχετικού αποσπάσματος από το σχέδιο της απόφασης αμέσως μόλις δημοσιευθεί. Η κατά τα άρθοα 544 επ. σφράγιση γίνεται από τον ειρηνοδίκη, ο οποίος μεταβαίνει επί τόπου τα ταχύτερο δυνατόν, μέσα σε τρεις το πολύ ημέρες από τη γνωστοποίηση. Ο ειρηνοδίκης οφείλει αυτοπροσώπως να διασφαλίσει με τη σφράγιση την πτωχευτική περιουσία, ειδοποιώντας, αν υπάρχει ανάγκη, το πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα για την αποτελεσματική φύλαξη.

ε. Σε κάθε αίτηση για κήρυξη πτώχευσης και σε κάθε δήλωση αναστολής πληρωμών επισυνάπτεται γραμμάτιο κατάθεσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων είκοσι χιλιάδων δραχμών, για την αντιμετώπιση από τον εισηγητή δικαστή, εφόσον παραστεί ανάγκη, της δαπάνης δημοσίευσης προσκλήσεων. Το αναγκαίο εκάστοτε ποσόν αναλαμβάνεται από το δικαστικό γραμματέα, με έγγραφο ένταλμα του εισηγητή δικαστή, το οποίο απευθύνεται προς το ως άνω Ταμείο. Μετά την περάτωση της πτώχευσης με συμβιβασμό ή ένωση, το τυχόν υπόλοιπο αναλαμβάνεται από τον καταθέσαντα ύστερα από πράξη του εισηγητή δικαστή, στην οποία βεβαιώνεται η περάτωση της πτώχευσης. Το ως άνω ποσό μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

στ. Αν ο προσωρινός σύνδικος βραδύνει, κατά την ελεύθερη κρίση του εισηγητή δικαστή, να δημοσιεύσει πρόσκληση προς τους εικαζόμενους πιστωτές, για την κατά το άρθρο 549 συνέλευση, μπορεί να το πράξει ο εισηγητής. Σε κάθε περίπτωση ματαίωσης της συνέλευσης, η επόμενη συνέλευση ορίζεται με απλή πράξη του εισηγητή δικαστή.

ζ. Αν ως οριστικός σύνδικος ορίστηκε ο προτεινόμενος από τη συνέλευση των πιστωτών προσωρινός, αυτός δεν μπορεί να αποποιηθεί κατά το άρθρο 552 εδάφιο β', εκτός αν είχε αντιλέξει κατά τη συνέλευση. Σε κάθε περίπτωση μπορεί, αφού αναλάβει τα έργα του και ενεργήσει τις επείγουσες διαχειριστικές πράξεις, να ζητήσει την απαλλαγή του, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο του ίδιου άρθρου.

η. Το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 574 αντικαθίσταται ως εξής:

"Τα χρήματα κατατίθενται από τους συνδίκους αποκλειστικά σε πιστωτικά .ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα. Μέσα σε προθεσμία τριών (3) ημερών one την κατάθεση, ο σύνδικος υποβάλλει στον Εισηγητή τη σχετική απόδειξη."

θ. Η προθεσμία του άρθρου 584 εδ. γ', μέσα στην οποία ο εισηγητής δικαστής μπορεί να συγκαλέσει και πάλι τους πιστωτές, ορίζεται σε τριάντα ημέρες

ι. Αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο το οποίο στερείται, από οποιονδήποτε λόγο, οργάνων νια την υποβολή των κατά το άρθρο 597 εδ. τελ. προτάσεων η για την εκπροσώπηση του, το στάδιο του συμβιβασμού μπορεί να παραλειφθεί, με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου, ύστερα από αίτηση του εισηγητή. Το δικαστήριο, εκτιμώντας την κατάσταση της πτώχευσης, την πρόοδο των εργασιών της και την πιθανότητα επίτευξης συμβιβασμού, αποφαίνεται αμετάκλητα. Με όμοια απόφαση μπορεί να παραλειφθεί η διαδικασία του συμβιβασμού και σε κάθε άλλη περίπτωση εφόσον από την κατάσταση της πτώχευσης, την πρόοδο των εργασιών της και την πιθανότητα επίτευξης συμβιβασμού το δικαστήριο κρίνει ότι η προσπάθεια συμβιβασμού θα είναι μάταιη η ασύμφορη. Αν το δικαστήριο αποοανθεί να παραλειφθεί το στάδιο του συμβιβασμού οι δανειστές τελούν αυτοδικαίως σε κατάσταση ένωσης, ακολουθείται δε η διαδικασία των άρθρων 625 επ.

ια. Αν το υπόμνημα του συνδίκου και οι προτάσεις του πτωχεύσαντος, που προβλέπονται στο άρθρο 597 εδ. δ' και ε' δεν κατατέθηκαν εμπρόθεσμα, επιτρέπεται η κατάθεση τους στη συνέλευση ή η προφορική απλώς εκατέρωθέν .ανάπτυξη, η οποία καταχωρίζεται στην έκθεση. Στην περίπτωση αυτή μετά την κατάθεση ενώπιον της συνέλευσης ή την προφορική ενώπιον της ανάπτυξη, η συνέλευση διακόπτεται και επαναλαμβάνεται μέσα σε πέντε εργάσιμες ημέρες. κατά την επαναληπτική συνέλευση μπορούν να εμφανιστούν και άλλοι πιστωτές. Τα αναγκαία κατά το άρθρα 600 ποσοστά κρίνονται με βάση τη συμμετοχή στην επαναληπτική συνέλευση.

ιβ. H κατά το άρθρο 607 επικύρωση του συμβιβασμού μπορεί να ζητηθεί και αυτεπαγγέλτως από τον εισηγητή δικαστή.

ιγ. Αν κατά το στάδιο της ένωσης των πιστωτών η εκκαθάριση της πτωχευτικής περιουσίας καταστεί αδύνατη η προφανώς ασύμφορη, το πτωχευτικό δικαστήριο, υστέρα από αίτηση του εισηγητή και αφού ακουστεί ή κλητευθεί ο σύνδικος, μπορεί να αποφασίσει την κατά το άρθρο 637 παύση των εργασιών της πτώχευσης

ιδ. Αν έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ανώνυμη εταιρία με πολύ μεγάλο παθητικό και με εξαιρετικά ευρύ κύκλο πιστωτών, εφόσον η πτωχευτική περιουσία είναι, εν όψει και του παθητικού, αξιόλογη, ιδίως δε αν πρόκειται για διεθνή πτώχευση, ο εισηγητής δικαστής μπορεί να απευθυνθεί στο συμβούλιο που διευθύνει το εφετείο στο οποίο υπάγεται το πτωχευτικό δικαστήριο ή' στον πρόεδρο εφετών που διευθύνει το εφετείο αυτό, προκειμένου να οριστεί ως ειδικός εισηγητής δικαστής εφέτης. Το συμβούλιο η ο πρόεδρος εφετών, αν συμφωνεί με την πρόταση, εισάγει την υπόθεση στο εφετείο, το οποίο, δικάζοντας κατά την εκούσια διαδικασία, αποφασίζει αμετάκλητα σχετικά με τον ορισμό "ή μη εφέτη, ως ειδικού εισηγητή. Ως πτωχευτικό δικαστήριο νοείται στην περίπτωση αυτή το εφετείο.

ιε. Αν η σύγκληση της συνέλευσης των πιστωτών π η κλήτευση του πτωχού για τη λογοδοσία της διαχείρισης του συνδίκου, που προβλέπεται στο άρθρο 632 εδ. α', είναι δυσχερής γ αποβεί ανέφικτη, ο εισηγητής μπορεί, αιτιολογώντας την παράλειψη, να καταθέσει αυτός m λογοδοσία του συνδίκου με δική του σχετική έκθεση στη γραμματεία του οικείου τμήματος του πτωχευτικού δικαστηρίου, και, να προβεί σε δημοσίευση περίληψης της λογοδοσίας. Μετά τη δημοσίευση αυτή διαλύεται η συνέλευση και παύει να υφίσταται η ένωση των πιστωτών,

ιστ. Η κατά το άρθρο 638 ανάκληση της απόφασης με την οποία κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτώχευσης δεν επιτρέπεται παρά μόνο αν το χρηματικό ποσό που εκ των υστέρων ανευρέθηκε ή που προκαταβάλλεται στο σύνδικο vie τη συνέχιση των εργασιών ανέρχεται σε πέντε εκατομμύρια δραχμές τουλάχιστον, αν δε πρόκειται γιε ανώνυμη εταιρία σε δέκα εκατομμύρια τουλάχιστον

ιζ. Η σφράγιση μισθωμένου από τον πτωχό εμπορικού καταστήματος, αποθήκης ή άλλου χώρου για την άσκηση της εμπορίας του δεν εμποδίζει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης που διατάσσει για οποιονδήποτε λόγο την απόδοση του μίσθιου στον εκμισθωτή. Μεσεγγυούχος των τυχόν ευρισκόμενων στο μίσθιο πραγμάτων, έως ότου αυτά παραληφθούν από το σύνδικο, είναι, μετά την απόδοση του μισθίου, ο εκμισθωτής, έχουν δε εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 956 παρ 4 επομ. του Κ.Πολ.Δ.

ιη. Εάν, πριν περατωθεί η πτώχευση, υπάρξει μετάβαση σε άλλη μορφή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, τότε τα έξοδα που δημιουργήθηκαν από τη λειτουργία και κατά τη διάρκεια της πτώχευσης διατηρούν το χαρακτήρα τους αυτόν, ως οιονεί ομαδικά πιστώματα ,και προαφαιρούνται αμέσως μετά την προαφαίρεση των εξόδων, που δημιουργήθηκαν από τη λειτουργία και κατά τη διάρκεια της νέας αυτής μορφής συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης.

ιθ. Οι απαιτήσεις του πιστωτή που ζητεί την πτώχευση εμπόρου ή υποβάλλονται προς εξέλεγξη κατά τη διαδικασία της επαληθεύσεως των πιστώσεων πρέπει να προκύπτουν από έγγραφα βεβαίας χρονολογίας κατά το άρθρο 446 του Κ.Πολ.Δ. ή από τα τηρούμενα επίσημα εμπορικά βιβλία.

κ. αα. Σύνδικος πτωχεύσεως μπορεί να διοριστεί μόνο δικηγόρος από τον κατάλογο που συντάσσεται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο κάθε έτος από δικηγόρους που επιθυμούν να ασκήσουν τα καθήκοντα του συνδίκου.

ββ. Ο σύνδικος που ήσκησε καθήκοντα μία φορά κωλύεται να επαναδιοριστεί σε άλλη πτώχευση μέχρι να εξαντληθεί ο κατάλογος. Για την εφαρμογή αυτής της διάταξης τηρείται ειδικό βιβλίο στο οποίο καταχωρίζονται οι διορισμοί των συνδίκων και ενημερώνεται με ευθύνη του αρμοδίου γραμματέα."

19. Επιτρέπεται η μεταγλώττιση των άρθρων του Εμπορικού Νόμου που αφορούν το πτωχευτικό δίκαιο, με ένταξη σ' αυτά των ως άνω διατάξεων και με τις αναγκαίες νομοτεχνικές προσαρμογές, χωρίς μεταβολή της αρίθμησης των άρθρων και χωρίς νοηματική αλλοίωση. Το έργο αυτό μπορεί να ανατεθεί σε νομοπαρασκευαστική επιτροπή. Το κείμενο που θα καταρτισθεί θα κυρωθεί με προεδρικό διάταγμα, το οποίο θα εκδοθεί ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και θα αποτελέσει επίσημη κωδικοποίηση του πτωχευτικού δικαίου. Σε περίπτωση νοηματικής διαφοράς θα επικρατεί το πρωτότυπο κείμενο του Εμπορικού Νομού.

Διεθνής εμπορική διαιτησία - Τόμος Ι -Β έκδοση
Το μέτρο απόδειξης στην πιθανολόγηση ΕΠολΔ 30
send