logo-print

Άρθρο 38 - Νόμος 4745/2020 - Συμμετοχή δικαστικών λειτουργών και λοιπών προσώπων σε ομάδες εργασίας για έργα πληροφορικής της Δικαιοσύνης - Τροποποίηση των άρθρων 41 του ν. 1756/1988 και 30 του ν. 2812/2000

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΙΣΧΥΟΣ:

06/11/2020

1. Στο Υπουργείο Δικαιοσύνης μπορεί να συστήνονται ομάδες εργασίας για την υλοποίηση έργων τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών στο πλαίσιο προγραμμάτων και δράσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ηλεκτρονική δικαιοσύνη. Οι ομάδες της παρούσας συγκροτούνται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και του εκάστοτε καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού. Μέλη των ομάδων εργασίας μπορεί να ορίζονται δικαστικοί ή εισαγγελικοί λειτουργοί που ανήκουν στον κλάδο της δικαιοσύνης στον οποίο αφορούν οι υλοποιούμενες δράσεις, δικαστικοί υπάλληλοι, μέλη Διδακτικού - Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), δικηγόροι, ειδικοί πληροφορικής και ηλεκτρονικών υπολογιστών, καθώς και υπηρεσιακοί παράγοντες των Υπουργείων Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης και άλλων συναφών με το εκάστοτε αντικείμενο υπηρεσιών. Η επιλογή του δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού, ο οποίος μετέχει στην ως άνω ομάδα γίνεται με πράξη του οργάνου που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, την οργάνωση του οποίου ή της οποίας αφορούν οι δράσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 41 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών.

2. Κατ’ εξαίρεση, εφόσον συντρέχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), στα μέλη των επιτροπών της παρ. 1 καταβάλλεται αποζημίωση σύμφωνα με τη διαδικασία και κατά τους όρους της παρ. 1.

3. Στο άρθρο 41 του ν. 1756/1988 (Α΄ 35) προστίθεται παρ. 5 και το άρθρο 41 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 41

Ασυμβίβαστα

1. Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία, καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα.

2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας Αθηνών ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές, που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον η συμμετοχή τους προβλέπεται ειδικά από τον νόμο. Ο δικαστικός λειτουργός που θα μετάσχει υποδεικνύεται από το δικαστή ή τον εισαγγελέα ή το τριμελές συμβούλιο που διευθύνει το πολιτικό ή το διοικητικό δικαστήριο ή την εισαγγελία, ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης. Ο δικαστικός λειτουργός προεδρεύει στα ως άνω συμβούλια ή τις επιτροπές, εκτός εάν μετέχει επίσης υπουργός, υφυπουργός ή γενικός γραμματέας υπουργείου. Ειδικώς στις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, δεν μπορεί να μετέχει ως μέλος δικαστικός λειτουργός στο πρόσωπο του οποίου συντρέχει κάποιο από τα κωλύματα των περ. α΄, β΄ και γ΄ της παρ. 6 του άρθρου 15. Εφόσον, στις ανωτέρω επιτροπές, δεν συμμετέχει δικαστικός λειτουργός με το βαθμό του Προέδρου ή Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου ή αντίστοιχο, ως Πρόεδρος της επιτροπής μπορεί να ορίζεται μέλος το οποίο δεν έχει τη δικαστική ιδιότητα.

3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Η διενέργεια διαιτησιών από δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 871Α, 882Α και 902 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και τις σχετικές διατάξεις των ν. 2331/1995 και 1816/1988.

4. Απαγορεύεται η συμμετοχή δικαστικών λειτουργών στην Κυβέρνηση.

5. Η συμμετοχή δικαστικών ή εισαγγελικών λειτουργών στην υλοποίηση προγραμμάτων και δράσεων με αντικείμενο την ανάπτυξη, την προώθηση και τη βελτίωση της ηλεκτρονικής δικαιοσύνης, συνιστά δικαστικό έργο, το οποίο παρέχεται στο πλαίσιο των υπηρεσιακών καθηκόντων τους. Η επιλογή του δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού που μετέχει σε ομάδες εργασίας για την υλοποίηση των ως άνω προγραμμάτων και δράσεων, γίνεται με πράξη του οργάνου που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, στην οργάνωση του οποίου ή της οποίας αποσκοπούν οι προς υλοποίηση δράσεις και στο οποίο υπηρετεί ο επιλεγόμενος λειτουργός.».

4. Στο άρθρο 30 του ν. 2812/2000 (Α΄ 67) προστίθεται παρ. 3 και το άρθρο 30 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 30

Δικαίωμα άσκησης καθηκόντων

1. Ο δικαστικός υπάλληλος έχει δικαίωμα να εκτελεί τα καθήκοντα του κλάδου, στον οποίο ανήκει, ή της ειδικότητάς του.

2. Σε περίπτωση επιτακτικών υπηρεσιακών αναγκών, οι οποίες δεν μπορούν να καλυφθούν με άλλον τρόπο, επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικό υπάλληλο καθηκόντων άλλου κλάδου ή ειδικότητας. Η ανάθεση γίνεται με απόφαση του Προϊσταμένου του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας για χρονικό διάστημα έως έξι (6) μήνες, με δυνατότητα παράτασης για έξι (6) ακόμη μήνες, με όμοια απόφαση. Ο χρόνος ανάθεσης μπορεί να παραταθεί συνολικά έως δύο (2) έτη, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου.

3. Η συμμετοχή δικαστικών υπαλλήλων στην υλοποίηση προγραμμάτων και δράσεων με αντικείμενο την ανάπτυξη, την προώθηση και τη βελτίωση της ηλεκτρονικής δικαιοσύνης, εντάσσεται στο πλαίσιο των υπηρεσιακών καθηκόντων τους. Η επιλογή του δικαστικού υπαλλήλου που μετέχει σε ομάδες εργασίας για την υλοποίηση των ως άνω προγραμμάτων και δράσεων γίνεται με πράξη του οργάνου που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, στην οργάνωση του οποίου ή της οποίας αποσκοπούν οι προς υλοποίηση δράσεις και στο οποίο υπηρετεί ο επιλεγόμενος υπάλληλος».

5. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και στα υπό εξέλιξη έργα, τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο υλοποίησης προγραμμάτων και δράσεων για την ηλεκτρονική δικαιοσύνη, χρηματοδοτούνται εν όλω ή εν μέρει από την Ευρωπαϊκή Ένωση και για τα οποία έχουν ήδη συναφθεί οι σχετικές συμφωνίες επιδότησης, είτε από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, είτε από το όργανο που διευθύνει το δικαστήριο. Ειδικώς, για τα υπό εξέλιξη έργα της παρούσας, οι συνέπειες συγκρότησης των συλλογικών οργάνων της παρ. 1 ανατρέχουν στην ημερομηνία σύναψης των ήδη συναφθεισών συμφωνιών.

send