logo-print

Άρθρο 5 - Κανονισμός Λειτουργίας της Επιτροπής του Άρθρου 3Α του Ν. 3213/2003 - Διαδικασία επί του ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΙΣΧΥΟΣ:

05/08/2016

Κωδικοποιημένο
Εμπράγματο Δίκαιο

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΠΥΡΙΔΑΚΗΣ

ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ

Ζητήματα από την εφαρμογή του κανονισμού 1215/2012 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία και την Εκτέλεση Αποφασεων

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΕΛΗΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Α) 1) Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των προσώπων των περιπτώσεων α' έως ε' του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3213/2003, δημοσιεύονται στον διαδικτυακό τόπο της Βουλής με μέριμνα του Προέδρου της Επιτροπής του άρθρου 3Α.

2) Η δημοσιοποίηση λαμβάνει χώρα μετά τον έλεγχο και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός τριών μηνών από την πάροδο της προθεσμίας της παραγράφου 2 του άρθρου 1, ήτοι εντός τριών μηνών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης. Κατά τη διάρκεια του χρόνου ανάρτησης των δηλώσεων, ουδόλως κωλύεται η Επιτροπή να συνεχίσει τον έλεγχο αυτών.

3) Η δημοσιοποίηση των δηλώσεων διαρκεί όσο η θητεία των υπόχρεων πλέον τριών ετών από τη λήξη αυτής.

4) Το αντικείμενο της δημοσιοποίησης και ιδίως η μορφή, ο τύπος, τα προς δημοσίευση συγκεντρωτικά ή μη στοιχεία ορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

5) Από τη δημοσιοποίηση εξαιρούνται σε κάθε περίπτωση εκείνα τα στοιχεία που είναι ικανά να προκαλέσουν βλάβη στη ζωή ή την περιουσία του δηλούντος και της οικογένειάς του (όπως διεύθυνση κατοικίας, αριθμοί κυκλοφορίας μεταφορικών μέσων, αριθμός φορολογικού μητρώου κ.λπ.).

6) Η δημοσίευση των δημοσιοποιούμενων στοιχείων στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης επιτρέπεται υπό την προϋπόθεση ότι δημοσιεύεται ολόκληρο το περιεχόμενό της.

7) Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι επιτρεπτή η επιλεκτική δημοσιοποίηση ονομαστικών στοιχείων.

8) Ελλείψεις ή ανακρίβειες της δήλωσης, μπορούν να συμπληρωθούν από τον υπόχρεο αυθορμήτως σε προθεσμία ενός (1) μηνός από την υποβολή της δήλωσης.

9) Η Επιτροπή ελέγχει όλες τις δηλώσεις της αρμοδιότητάς της.

Β) 1) Στο πλαίσιο του ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, η Επιτροπή μπορεί να ζητά από τα υπόχρεα πρόσωπα όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων της, στις οποίες περιλαμβάνονται και ομαδοποιημένες πληροφορίες που αφορούν ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών ή δραστηριοτήτων φυσικών ή νομικών προσώπων ή οντοτήτων της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, τις κρατικές χρηματοδοτήσεις τους, τις ιδιωτικές και τις παντός είδους εισφορές ή προσφορές. Η Επιτροπή αξιολογεί και διερευνά τις πληροφορίες που διαβιβάζονται ή καθ' οποιονδήποτε τρόπο περιέχονται σε αυτήν σχετικά με την υποβολή των δηλώσεων, τις ανακρίβειες ή ελλείψεις αυτών. Η Επιτροπή έχει πρόσβαση σε κάθε αρχείο δημόσιας αρχής, υπηρεσίας ή Οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα, καθώς και στο σύστημα «Τειρεσίας» και μπορεί να ζητά, στο πλαίσιο των ελέγχων και των ερευνών, τη συνεργασία και την παροχή στοιχείων κάθε είδους από φυσικά πρόσωπα, δικαστικές, προανακριτικές ή ανακριτικές αρχές, δημόσιες υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και οργανισμούς οποιασδήποτε μορφής, υποχρεουμένων όλων στην άμεση παροχή των ανωτέρω στοιχείων, ενημερώνουν δε τις αρμόδιες αρχές για περιπτώσεις ελλιπούς συνεργασίας ή μη συμμόρφωσής τους προς τις υποχρεώσεις τους, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Έναντι της Επιτροπής δεν ισχύει, κατά τη διάρκεια των ελέγχων και ερευνών της, οποιοδήποτε τραπεζικό, χρηματιστηριακό, φορολογικό ή επαγγελματικό απόρρητο, με την επιφύλαξη των άρθρων 212, 261 και 262 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Σε κάθε περίπτωση και εφόσον κρίνεται αναγκαίο, η Επιτροπή συνεπικουρείται στο έργο της από επίκουρο Εισαγγελέα Διαφθοράς του Ν. 4139/2013, τον οποίο προτείνει ο Εισαγγελέας Διαφθοράς μετά από αίτημα της Επιτροπής.

2) Για την εκπλήρωση της αποστολής της, η Επιτροπή μπορεί να αναθέτει τη διενέργεια λογιστικής ή οικονομικής πραγματογνωμοσύνης ή άλλων ελεγκτικών πράξεων σε ορκωτούς ελεγκτές και ειδικούς επιστήμονες, οι οποίοι εξετάζουν λεπτομερώς τα στοιχεία των δηλώσεων και των αντίστοιχων δικαιολογητικών και συντάσσουν αναλυτική έκθεση που υποβάλλεται στην Επιτροπή για την υποβοήθηση του έργου της. Προς τον ίδιο σκοπό, η Επιτροπή μπορεί να ζητά τη συνδρομή οποιασδήποτε ελεγκτικής αρχής, προσδιορίζοντας το αντικείμενό της.

3) Πέραν των ανωτέρω, η Επιτροπή ασχολείται με κάθε υπόθεση αρμοδιότητάς της, ιδίως για υποθέσεις που διαβιβάζονται σε αυτήν προς διερεύνηση, από Δημόσιες ή Δικαστικές Αρχές, όπως και για υποθέσεις που εισάγονται αυτεπαγγέλτως προς διερεύνηση ύστερα από πρόταση του Προέδρου αυτής ή του 1/3 των μελών της. Επίσης, η Επιτροπή διερευνά καταγγελίες πολιτών που απευθύνονται σε αυτήν και αφορούν υπόχρεους αρμοδιότητας της. Καταγγελίες ωστόσο που υποβάλλονται στην Επιτροπή με οποιονδήποτε τρόπο και είναι ανώνυμες ή προέρχονται από πρόσωπο που δήλωσε ανύπαρκτο ονοματεπώνυμο, δεν διερευνώνται, αλλά τίθενται άμεσα, με πράξη του Προέδρου της και σύμφωνη γνώμη των μελών της Επιτροπής, στο Αρχείο. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ωστόσο, η Επιτροπή, κατ' εξαίρεση, διά αποφάσεώς της είναι δυνατόν να επιληφθεί και να διερευνήσει τέτοιες καταγγελίες, όταν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, οι οποίοι πρέπει ρητώς να μνημονεύονται στην απόφαση αυτή.

4) Με το πέρας κάθε ελέγχου, η Επιτροπή αποφασίζει αν πρέπει να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο ή να διαβιβαστεί με αιτιολογημένο και εμπεριστατωμένο πόρισμά της στον αρμόδιο Εισαγγελέα, εφόσον τα στοιχεία κρίνονται βάσιμα και επαρκή. Αν συντρέχει περίπτωση καταλογισμού, το πόρισμα αποστέλλεται και στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και, εφόσον κρίνεται αναγκαία η διερεύνηση επί θεμάτων φορολογικής ή άλλης αρχής ή υπηρεσίας, το πόρισμα αποστέλλεται και σε αυτές. Σε περίπτωση υποθέσεως που τέθηκε στο αρχείο, αυτή δύναται να ανασυρθεί μόνο όταν γίνεται επίκληση ή αναφαίνονται νέα πραγματικά στοιχεία που δικαιολογούν την επανεξέταση ή καθίσταται αναγκαίος ο συσχετισμός της υποθέσεως με άλλη έρευνα της Επιτροπής. Σε περίπτωση διαπίστωσης πως η καταγγελλόμενη πράξη, που αφορά ποινικό αδίκημα από τα αναφερόμενα στο Ν. 3213/2003 και αληθής υποτιθέμενη, έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη από τον Ποινικό Κώδικα παραγραφή, τότε η υπόθεση δεν διαβιβάζεται στον αρμόδιο Εισαγγελέα αλλά τίθεται, με απόφαση της Επιτροπής, κατά τα ανωτέρω, στο Αρχείο.

5) Η διαδικασία ελέγχου είναι εμπιστευτική. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ο Πρόεδρος, τα μέλη, το προσωπικό της Επιτροπής, καθώς και τα πρόσωπα της παραγράφου 3 έχουν υποχρέωση να τηρούν τις αρχές τις αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας και να απέχουν από την εξέταση υποθέσεων για τις οποίες υπάρχει πιθανότητα σύγκρουσης συμφερόντων ή στις οποίες εμπλέκονται πρόσωπα συγγενικά ή οικεία. Έχουν καθήκον να τηρούν εχεμύθεια για πληροφορίες, των οποίων λαμβάνουν γνώση κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η υποχρέωση αυτή διατηρείται και μετά από την αποχώρησή τους από την Επιτροπή ή την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

6) Με απόφαση του Προέδρου της Επιτροπής που εγκρίνεται από την Ολομέλεια του Κοινοβουλίου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο θέμα που αφορά στο αντικείμενο, στη διαδικασία ελέγχου, καθώς επίσης στην οργάνωση και τη λειτουργία της Επιτροπής για την εξέλεγξη των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης προσώπων που υπάγονται σε αυτήν.