Το έγκλημα της απάτης περί την πρόσληψη

Η διακύμανση της Νομολογίας ως προς την ερμηνεία της ζημίας του Δημοσίου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:

04/01/2019 - 17:00

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ:

04/01/2019 - 19:19

Η νέα γραμμή της κεντρικής Διοίκησης για εντονότερους ελέγχους της γνησιότητας των τίτλων σπουδών και των πιστοποιητικών των δημοσίων υπαλλήλων, οδήγησαν στον σχηματισμό σωρείας δικογραφιών, όπου δημόσιοι υπάλληλοι κατηγορούταν ότι είχαν επιτύχει τον διορισμό τους στον Δημόσιο τομέα, με την προσκόμιση των πλαστών πτυχίων και πιστοποιητικών.

Το έγκλημα της “απάτης περί την πρόσληψη”1 αν και για πολλούς έγινε γνωστό μόλις του τελευταίους μήνες, εξαιτίας ορισμένων περιπτώσεων που οι κρίσεις των δικαστηρίων της χώρας προσέβαλλαν έντονα το κοινό περί δικαίου αίσθημα.

Ωστόσο,το συγκεκριμένο έγκλημα υφίσταται στην Ελληνική έννομη τάξη από μακρό χρονικό διάστημα. Η αντιμετώπιση όμως του ζητήματος δεν ήταν πάντα η ίδια από την νομολογία των εθνικών μας δικαστηρίων, τα οποία επιδεικνύουν σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς την προσέγγιση του εν λόγω ζητήματος.

Ι. Η νομολογία μέχρι το 2014.

Μέχρι και το 2014 κρατούσα ήταν η άποψη στην νομολογία ότι ακόμα και αν δεν είχε τα κατάλληλα προσόντα ο υπάλληλος, δεν πληρούταν η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, δεδομένου ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του παράνομου οφέλους , καθώς η απαίτηση του υπαλλήλου για καταβολή μισθού, είναι μια νόμιμη απαίτηση, εφόσον ο κατηγορούμενος παρείχε πράγματι την εργασία του.

Η συγκεκριμένη άποψη συμπορευόταν απόλυτα με τις αντίστοιχες διατάξεις του εργατικού δικαίου, ως προς την άκυρη σύμβαση εργασίας και το δικαίωμα του εργαζομένου να αναζητήσει τον μισθό του, εφόσον παρείχε πραγματικά την εργασία του, με τις διατάξεις περι αδικαιόλογητου πλουτισμού (904 ΑΚ).

ΙΙ. Η αυστηροποίηση της ποινικής αντιμετώπισης.

Από το 2015 και έπειτα, όταν παρατηρήθηκαν οι αυξανόμενοι έλεγχοι και ανακάλυφθηκαν πληθώρα προσκομισθέντων πλαστών τίτλων σπουδών από δημόσιους υπάλληλους για να διοριστούν, η νομολογία των ποινικών δικαστηρίων αυστηροποιήθηκε έντονα.

Πλέον, γινόταν δεκτό ότι όταν κάποιος προσκομίζει πλαστά έγγραφα για να επιτύχει τον διορισμό του, τότε η πρόσληψη του είναι παράνομη και δεν μπορεί να επικαλεστεί ο κατηγορούμενος την αντιστάθμιση της ζημίας του Δημοσίου με την ισάξια αντιπαροχή της εργασίας του.

Από το 2015 και έπειτα, όταν παρατηρήθηκαν οι αυξανόμενοι έλεγχοι και ανακάλυφθηκαν πληθώρα προσκομισθέντων πλαστών τίτλων σπουδών από δημόσιους υπάλληλους για να διοριστούν, η νομολογία των ποινικών δικαστηρίων αυστηροποιήθηκε έντονα.

Η λογική ήταν ότι η αντιπαροχή δεν διέθετε τον απαραίτητο “μανδύα νομιμότητας”, έχοντας μεσολαβήσει μια παράνομη ενέργεια. Υποστηρίχθηκε άλλωστε προς ενίσχυση της ανωτέρω θέσης, ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ως εργοδότης, επιδίωξε ορισμένες ιδιότητες των εργαζομένων του, που εξασφαλίζουν ένα minimum ηθικών εγγυήσεων στο δημόσιο τομέα.

III. H απόφαση “τομή” 637/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Η προηγούμενη άποψη ξεκίνησε να εγκαταλείπεται σταδιακά από τα ποινικά δικαστήρια το 2017 με την υπ΄ αριθμό 637/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, η οποία επιχείρησε μια ρηξικέλευθη προσέγγιση στο εν λόγω ζήτημα. Η προαναφερόμενη απόφαση επέστρεψε εν μέρει στην νομολογία των δικαστηρίων μέχρι το 2014, δεχόμενη ότι όταν η περιουσιακή διάθεση (καταβολή μισθού) στην οποία προέβη το Δημόσιο λόγω της πράξης εξαπάτησης (πλαστογραφία μετά χρήσεως) αντισταθμίζεται πλήρως από ισάξια αντιπαροχή (εργασία), τότε δεν στοιχειοθετείται απάτη, διότι δεν υφίσταται περιουσιακή βλάβη του Δημοσίου.

Η συγκεκριμένη απόφαση έρχεται όμως να προσθέσει ότι όλα τα παραπάνω δεν ισχύουν σε κάθε περίπτωση, καθώς το έγκλημα θεωρείται τετελεσμένο σε περίπτωση που το Δημόσιο απέβλεψε σε συγκεκριμένες ιδιότητες του υπαλλήλου (π.χ. νομική κατάρτιση για διορισμό νομικού συμβούλου)2, τις οποίες ο ίδιος δεν είχε κατά την στιγμή της πρόσληψης.

Αν αντιθέτως αποδεικνύεται ότι έλαβε μεν χώρα πλαστογραφία τίτλου σπουδών, η οποία όμως αποτελούσε τυπική μόνο προϋπόθεση γα τον διορισμό του υπαλλήλου, χωρίς να ασκεί ουσιαστική επίδραση στον τρόπο με τον οποίο εκτελεί τα καθήκοντα (π.χ. πλαστογραφία απολυτήριου λυκείου για να διορισμού καθαρίστριας), τότε δεν συντρέχει ζημία του Δημοσίου.

Το έγκλημα θεωρείται τετελεσμένο σε περίπτωση που το Δημόσιο απέβλεψε σε συγκεκριμένες ιδιότητες του υπαλλήλου (π.χ. νομική κατάρτιση για διορισμό νομικού συμβούλου), τις οποίες ο ίδιος δεν είχε κατά την στιγμή της πρόσληψης.

Η νέα αυτή προσέγγιση του ζητήματος, την οποία φαίνεται να ασπάζεται η νομολογία3 , γεμίζει το “οπλοστάσιο” του συνήγορου υπεράσπισης, ο οποίος με τους κατάλληλους χειρισμούς μπορεί να μετατρέψει εγκλήματα φερόμενα στο ακροατήριο ως κακουργήματα στα αντίστοιχα της πλημμεληματικής μορφής, ενώ ταυτόχρονα οδηγεί και σε πιο ορθές δικαιοπολιτικά λύσεις.

  • 1. Το έγκλημα της απάτης περί την πρόσληψης αποτελείται από δυο αυτόνομα ξεχωριστά εγκλήματα εκείνο της απάτης (386 Π.Κ.) και της πλαστογραφίας (216 Π.Κ.) ή της πλαστογραφάς πιστοποιητικών (217 Π.Κ.)
  • 2. Χαρακτηριστική περιπτώση διορισθέντα ιατρού, που προσκόμισε πλαστό πτυχίο ιατρικής (196/2015 ΑΠ)
  • 3. Χαρακτηριστική αποφασή αποτελεί η 575/2018 ΠεντΕφΚακΑθ