Διαθήκη υπέρ συζύγου σε περίπτωση διαζυγίου

Πότε η διαθήκη με την οποία αφήνονται περιουσιακά στοιχεία στο σύζυγο του θανόντος είναι άκυρη αν στο μεταξύ λυθεί ο γάμος τους

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:

06/12/2018 - 16:50

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ:

07/12/2018 - 13:00

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1785 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 του ν. 1329/1983, η διάταξη σε διαθήκη του κληρονομουμένου υπέρ του συζύγου του, σε περίπτωση αμφιβολίας, είναι ακυρώσιμη, αν ο μεταξύ τους γάμος είναι άκυρος ή λύθηκε όσο ζούσε ο διαθέτης, ή αν ο διαθέτης, έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου, είχε ασκήσει την αγωγή διαζυγίου κατά του συζύγου του.

Από τη διάταξη του άρθρου 1785 ΑΚ προκύπτει, ότι με τον καθιερούμενο ερμηνευτικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση αμφιβολίας, είναι ακυρώσιμη η διάταξη στη διαθήκη υπέρ του συζύγου, αν συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου, μετατίθεται το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως στον τετιμημένο σύζυγο, για να άρει την αμφιβολία και να αποτρέψει την ακύρωση της υπέρ αυτού διατάξεως, του ισχυρισμού, ότι η θέληση του διαθέτη, κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης, δεν θα ήταν διαφορετική ακόμη και στην υποθετική περίπτωση κατά την οποία θα γνώριζε την ακυρότητα του γάμου ή τη μέχρι του θανάτου του αμετάκλητη λύση του με διαζύγιο.

Πρόκειται, κατά τη βούληση του νοµοθέτη, για µια «επιγενόμενη πλάνη» του διαθέτη, ο οποίος, αν και είχε τιµήσει τη σύζυγό του, εντούτοις παρέλειψε να ανακαλέσει τη σχετική διάθεση.

Το κατά την ανωτέρω διάταξη δικαίωµα ακυρώσεως, γεννιέται µόνο «σε περίπτωση αµφιβολίας», εφ’ όσον δηλαδή δεν διαπιστώνεται αντίθετη βούληση του διαθέτη.

Μετατίθεται δηλαδή το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως της αντίθετης βούλησης του διαθέτη στον τετιµηµένο σύζυγο, ώστε να άρει την αµφιβολία και να αποτρέψει την ακύρωση της υπέρ αυτού διατάξεως.

Πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τον ισχυρισµό, ότι η θέληση του διαθέτη, κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης, δεν θα ήταν διαφορετική ακόµη και στην υποθετική περίπτωση, κατά την οποία ο διαθέτης θα γνώριζε την ακυρότητα του γάµου ή τη µέχρι του θανάτου του αµετάκλητη λύση του µε διαζύγιο ή είχε ασκήσει σε βάρος του κληρονόµου συζύγου του αγωγή διαζυγίου για βάσιµο λόγο.

Το κατά την ανωτέρω διάταξη δικαίωμα ακυρώσεως, γεννιέται μόνο “σε περίπτωση αμφιβολίας”.

Εφόσον δηλαδή δεν διαπιστώνεται είτε αποκλειστικό με την ερμηνεία της ίδιας της διαθήκης είτε αποκλειστικά με προσφυγή σε στοιχεία που βρίσκονται έξω από αυτήν είτε με συνδυασμό ερμηνείας της διαθήκης και “εξωτερικών” στοιχείων, αντίθετη βούληση του διαθέτη.

Η βούληση αυτή μπορεί να είναι “πραγματική” (λ.χ. ο διαθέτης γνώριζε την ελαττωματικότητα του γάμου) είτε “υποθετική” (λ.χ. τι θα ήθελε ο διαθέτης, αν γνώριζε την ελαττωματικότητα του γάμου ή την ύπαρξη λόγου διαζυγίου σε βάρος του τιμώμενου συζύγου).

Δρ. Ευάγγελος Μαργαρίτης

Δικηγόρος παρ' Εφέταις | Μεταδιδακτορικός Ερευνητής - Βοηθός Διδασκαλίας Νομικής Αθηνών | Certified Information Privacy Professional (CIPP/E) 
Διδάκτωρ Νομικής | Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Αστικού...