logo-print

Εκούσιος Πλειστηριασμός

Διενεργείται όχι για την εξασφάλιση απαιτήσεων, αλλά δυνάμει δικαστικής απόφασης, π.χ. για τη διανομή ενός κοινού ακινήτου

Όταν υπάρχει κοινωνία δικαιώματος, π.χ. επί ενός ακινήτου (συγκυριότητα) μπορεί να λυθεί με διανομή, αυτούσια ή με πλειστηριασμό.

Ο πλειστηριασμός αυτός λέγεται εκούσιος, διότι ακριβώς γίνεται με τη θέληση των μερών και όχι στο πλαίσιο κατάσχεσης για αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση απαιτήσεων.

Όταν σύμφωνα με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ή με συμφωνία των μερών γίνεται εκούσιος πλειστηριασμός ενώπιον συμβολαιογράφου, η διαδικασία αρχίζει με έκθεση περιγραφής, η οποία συντάσσεται από δικαστικό επιμελητή και περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 955, αν πρόκειται για κινητό, ή του άρθρου 995, αν πρόκειται για ακίνητο. Ο εκούσιος πλειστηριασμός πραγματοποιείται με τη διαδικασία είτε του άρθρου 959, αν πρόκειται για κινητό, είτε του άρθρου 998, αν πρόκειται για ακίνητο. Περαιτέρω, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 954 παράγραφος 4, 955 παράγραφοι 1 και 2 εδάφιο β`, 965, 966, 967, 969 παράγραφος 1,995 παράγραφος 4 εδάφιο β`, 1002, 1003 παράγραφοι 1, 2 και 4, 1004, 1005 παράγραφοι 1 και 2 και 1010. Ο εκούσιος πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κινητό ή το ακίνητο.

Εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν είναι δυνατό να οριστεί συμβολαιογράφος της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κινητό ή το ακίνητο, ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου διορισμένου στην περιφέρεια του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου εκτέλεσης ή, αν και αυτό δεν είναι δυνατό, του συμβολαιογραφικού συλλόγου της πρωτεύουσας του κράτους. Σε περίπτωση διενέργειας εκούσιου πλειστηριασμού με τη διαδικασία του άρθρου 959, με συμφωνία των μερών ή με απόφαση του ειρηνοδικείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το πράγμα ή το ακίνητο, η οποία εκδίδεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί, αν το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, να οριστεί άλλος τόπος πλειστηριασμού. 

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 479, 480, 481 και 484 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την πώληση με πλειστηριασμό του επικοίνου ακινήτου χωρίς να διατάξει αποδείξεις, αν κρίνει ότι η αυτούσια διανομή του είναι προδήλως αδύνατη ή ασύμφορη, λαμβάνοντας υπόψη του, εκτός από τις μερίδες των κοινωνών, το είδος, τις διαστάσεις, το εμβαδόν κ.λ.π. του διανεμητέου (ΑΠ 235/1998 ΕλλΔνη 1998.1292, ΑΠ 519/1994 ΕλλΔνη 36.149, ΑΠ 765/1993 ΕλλΔνη 36.147, ΑΠ 1055/1991 ΕλλΔνη 33.558, ΕφΠειρ 20/2000 Πειρ Νομ. 2000. 77). Προδήλως δε αδύνατη ή ασύμφορη είναι η αυτούσια διανομή όταν, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, το διανεμητέο δεν μπορεί να διανεμηθεί σε μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών χωρίς να μειωθεί η αξία του (ΕφΑθ 4019/1999 ΕλλΔνη 40, 1582). Κατά το άρθρο 1021 εδάφιο β’ του ΚΠολΔ, όταν, σύμφωνα με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ή με συμφωνία των μερών, γίνεται εκούσιος πλειστηριασμός εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 954 παρ. 4, 955 παρ. 1 και 2β`, 965, 966, 967, 969 παρ. 1, 995 παρ. 4 εδ. β`, 1002, 1003 παρ. 1,2 και 4, 1004, 1005 παρ. 1 και 2 και 1010 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη άρθρου 484 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η οποία είναι ειδικότερη από εκείνη του άρθρου 1021 ΚΠολΔ, η διαδικασία του πλειστηριασμού, ο οποίος διατάσσεται από το δικαστήριο, όταν η κατά τα άρθρα 480 και 480Α ΚΠολΔ αυτούσια διανομή είναι ανέφικτη ή ασύμφορη, αρχίζει με την περιγραφή των επικοίνων κατά το άρθρο 954 ΚΠολΔ και διεξάγεται όπως ορίζουν τα άρθρα 959 επ. ΚΠολΔ. Ο κατά την ανωτέρω διάταξη διατασσόμενος πλειστηριασμός αποτελεί περίπτωση εκούσιου πλειστηριασμού (βλ. ΑΠ 622/1989 ΕΕΝ 1990, 163, ΑΠ 519/1994 ΕλλΔνη 1995, 149). Ο εκούσιος πλειστηριασμός αποτελεί στην ουσία, κατά την κρατούσα γνώμη, πώληση του ιδιωτικού δικαίου, που έχει τις διατυπώσεις του πλειστηριασμού για μεγαλύτερη εγγύηση, αλλά και για εξασφάλιση μεγαλύτερου τιμήματος (Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές Εμπραγμάτου δικαίου, τόμ. Α`, 1989, σελ. 441).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων 484 παρ. 1 και 927 και 954 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο επισπεύδων τον πλειστηριασμό συγκύριος ορίζει και τον επί πλειστηριασμού υπάλληλο, εφόσον στον ΚΠολΔ δεν υφίσταται αντίστοιχη διάταξη με τη διάταξη του άρθρου 1092 παρ. 2 του προϊσχύσαντος ΚΠολΔ, κατά την οποία το δικαστήριο που διέτασσε την πώληση του κοινού πράγματος διόριζε και τον αρμόδιο συμβολαιογράφο, συνεπώς εν προκειμένω εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις (ΑΠ 226/1974 ΝοΒ 22, 1167, ΠολΠρ.Θεσ 10370/1997 Αρμ1997, 1333) και στην απόφαση, με την οποία διατάσσεται ο πλειστηριασμός κατά το άρθρο 484 ΚΠολΔ, δεν πρέπει να διορίζεται υπάλληλος του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφος), ο οποίος θα ενεργήσει τον πλειστηριασμό.

Πρέπει, επίσης, στην απόφαση να περιγράφεται το διανεμητέο ακίνητο κατά τρόπο, ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του.

Δρ. Ευάγγελος Μαργαρίτης

Ο Δρ. Ευάγγελος Μαργαρίτης είναι Δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω. Υπηρετεί στη Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών Εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αθηνών Εταιρεία Ανάπτυξης και Αξιοποίησης Ακινήτων. Διατέλεσε Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Αστικού Δικαίου στη Νομική...