logo-print

Δηλώσεις και εγγυήσεις (Representations and Warranties) στο αγγλικό δίκαιο

Οι όροι representations & warranties αποδίδονται στα ελληνικά ως ‘δηλώσεις και εγγυήσεις’. Οι περισσότερες εμπορικές συμβάσεις υπό το αγγλικό δίκαιο εμπεριέχουν σχετικές διατάξεις. Ωστόσο, οι διαφορές ως προς τις πρακτικές διαφορές τους δεν είναι πάντα τόσο ξεκάθαρες.

Ορισμοί: Ως ‘δήλωση’ (representation) ορίζεται η δήλωση περί ενός πραγματικού γεγονότος ή νομικού καθεστώτος. Η δήλωση μπορεί να γίνει ρητώς είτε γραπτώς είτε προφορικώς. Δύναται να γίνει και σιωπηρώς, τεκμαιρόμενη από τη συμπεριφορά του δηλώντος. ‘Και ένα νεύμα μπορεί να είναι αρκετό’.1 Στο εννοιολογικό περιεχόμενο του νομικού όρου ΄δήλωση’ δεν εμπεριέχονται δηλώσεις αφορώσες γνώμες ή μελλοντικά γεγονότα.2

Ως εγγύηση’ (warranty) ορίζεται η υπόσχεση περί της αλήθειας ενός πραγματικού γεγονότος. Είναι απολύτως διακριτή από τη δήλωση γεγονότος και δεν εμπεριέχει τεκμαιρόμενη σχετική δήλωση.3

Νομικές συνέπειες: Η εσφαλμένη δήλωση παράγει ενοχικές αξιώσεις καθώς επίσης ενεργοποιεί τις σχετικές αξιώσεις του νόμου περί εσφαλμένων δηλώσεων ‘Misrepresentation Act 1967’. Ειδικότερα:

  • Σε περίπτωση δόλου ή αμέλειας, γεννάται αξίωση για ζημίες, η οποία υπολογίζεται βάσει του (αρνητικού) διαφέροντος εμπιστοσύνης (reliance measure). Πιο συγκεκριμένα, η αποζημίωση για τις ζημίες πρέπει να επαναφέρει τον ζημιωθέντα στην κατάσταση στη οποία θα βρισκόταν αν η ζημιογόνος πράξη δεν είχε τελεστεί.4
  • Σε περίπτωση δόλου, αμέλειας, ακόμα και χωρίς την ύπαρξη αμέλειας, το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ακυρώσει τη σύμβαση με αναδρομική ισχύ. Σε περίπτωση εσφαλμένης δήλωσης εν τη απουσία αμελείας, ωστόσο, η αναδρομική ακύρωση θα διαταχθεί αντί της αποζημίωσης.5 Στις λοιπες περιπτώσεις, δύναται να υπάρξει συνδυασμός ακύρωσης και αποζημίωσης.

Η εσφαλμένη υπόσχεση γεννά αξιώσεις λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης της σύμβασης. Ειδικότερα:

  • Αξίωση αποζημίωσης βάσει του (θετικού) διαφέροντος εκπλήρωσης, ήτοι επαναφορά του ζημιωθέντα στο σημείο στο οποίο θα βρισκόταν αν είχε εκτελεστεί ορθώς η σύμβαση.6
  • Δικαίωμα τερματισμού της σύμβασης μόνο εάν:

- ορίζεται ρητά στη σύμβαση,

- η εγγυήση αποτελούσε επί της ουσίας όρο της σύμβασης, άσχετα από τον νομικό χαρακτηρισμό της από τα συμβαλλόμενα μέρη ως εγγύησης.7

Οι αξιώσεις εκ της δηλώσεως και εκ της εγγυήσεως δεν είναι αλληλοαποκλειόμενες. Ο ζημιωθείς μπορεί να διεκδικήσει και τις δύο και στο τέλος να επιλέξει την πιο ωφέλιμη για τον ίδιο.8

Πρακτική εφαρμογή σε σύμβαση αγοράς/πώλησης:

  • Ο αγοραστής συμφωνεί στην καταβολή τιμήματος ύψους 10 εκ. για την αγορά μιας εταιρείας. Ο πωλητής προβαίνει σε δήλωση και εγγυάται σχετικά με την οικονομική κατάσταση της εταιρείας. Αποδεικνύεται ανακριβής.
  • Ο αγοραστής είχε διαπραγματευθεί ορθά ωστόσο. Η αντικειμενική αξία της εταιρείας ανερχόταν στα 11 εκ. αν ίσχυε η δήλωση/εγγύηση του πωλητή.
  • Όντας ανακρινής η δήλωση/εγγύηση, η πραγματική αξία της εταιρείας ανέρχεται πλέον στα 7εκ.
  • Αποζημίωση εκ της δηλώσεως: 11 – 7 = 4 εκ.
  • Αποζημίωση εκ της εγγυήσεως: 10 – 7 = 3 εκ.

Συμπέρασμα: Αν ο αγοραστής διαπραγματεύτηκε αποτελεσματικά και πέτυχε τιμή χαμηλότερη από την (νομιζόμενη) αντικειμενική, τότε τον συμφέρει να αποζημειωθεί βάσει της εσφαλμένης δήλωσης. Διαφορετικά, θα προτιμηθεί η αξίωση εκ της εγγυήσεως.

Περιορισμός ευθύνης: Σε περίπτωση εγγύησης μπορούν να τεθούν ελεύθερα ποσοτικοί περιορισμοί αναφορικά με το ύψος της ζημίας για το οποίο θα ευθύνεται ο ζημιώσας. Εξαιρέσεις θέτουν οι νόμοι περί προστασίας του καταναλωτή και στις λοιπές περιπτώσεις ο νόμος περί καταχρηστικών όρων συμβάσεων (Unfair Contract Terms Act 1977). Διαφορετικά, οι περιορισμοί αυτοί δεν υπόκεινται σε κανέναν δικαστικό έλεγχο.

Σε περίπτωση ανακριβούς δήλωσης, οι περιορισμοί της ευθύνης υπόκεινται καταρχήν σε δικαστικό έλεγχο βάσει του νόμου περί ανακριβών δηλώσεων (Misrepresentation Act 1967, Section 3). Κριτήριο αποτελεί η αρχή της αναλογικότητας. Τα δικαστήρια, ωστόσο, είναι κατά κανόνα ανεκτικά σε τέτοιους περιορισμούς.9

Η ύπαρξη δόλου, σε κάθε περίπτωση, καθιστά ανίσχυρο κάθε περιορισμό (‘fraud unravels all’).10

Γνώση του ζημιωθέντος: Η εν λόγω διαφορά έγκειται στο αποτέλεσμα που επιφέρει η γνώση του ζημιωθέντος περί της ανακρίβειας της δήλωσης ή της εγγυησης. Αναφορικά με τις δηλώσεις, η νομολογία είναι πλέον πάγια: δεν νοείται αξίωση αποζημίωσης σε περίπτωση γνώσης της ανακρίβειας.11 Άλλωστε, αποτελεί εξ ορισμού συνέπεια του διαφέροντος εμπιστοσύνης που εφαρμόζεται στην περίπτωση εσφαλμένης δήλωσης.

Αντιθέτως, αναφορικά με τις εγγυήσεις, στις οποίες δεν εφαρμόζεται το διαφέρον εμπιστοσύνης, η απάντηση δεν είναι ξεκάθαρη. Πρόκειται μάλλον περισσότερο για ζήτημα επιλογής του νομοθέτη ποιά συμφέροντα θα επιλέξει να προστατεύσει σε περιπτώσεις όπου ο ζημιωθείς εισέρχεται σε μια σύμβαση γνωρίζοντας ότι θα ζημιωθεί. Για παράδειγμα, στις Η.Π.Α. μια τέτοια πρακτική έχει χαρακτηριστεί ως ‘sandbagging’, δανειζόμενες τον όρο από το πόκερ για την περίπτωση της απάτης κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού.

Η νομολογία των αγγλικών δικαστηρίων δέχεται ότι η γνώση αποτελεί μορφή άμυνας του ζημιώσαντος, που δύναται να αποκλείσει την ευθύνη του.12 Η νομική φύση της άμυνας αυτής ωστόσο παραμένει ασαφής. Για το λόγο αυτό, τα μέρη επιλέγουν κατά κανόνα ρητά να περιλαμβάνουν σχετικές ρήτρες (anti-sandbagging), οι οποίες αποκλείουν την ευθύνη του ζημιώσαντος σε περίπτωση γνώσης του ζημιωθέντος. Ωστόσο, η απόφαση Eurocopy plc v Teesdale13 δέχτηκε την ύπαρξη σχετικής αξίωσης παρά το γεγονός ότι συμπεριελήφθη σχετική ρήτρα. Επιπλέον, η θεμελίωση της απόφασης υπήρξε ελλιπής, γεγονός που έχει προκαλέσει περαιτέρω ασάφεια περί του ζητήματος αυτού.

Γνώση του ζημιώσαντος: Σε περίπτωση ανακριβούς δήλωσης, η γνώση του ζημιωθέντος καθορίζει τον αν η δήλωση αυτή συνιστά δόλια συμπεριφορά ή μη με τις παραπάνω συναπαγόμενες νομικές συνέπειες.14 Σε περίπτωση εγγύησης, θεωρείται ως τεκμαιρόμενη και η ύπαρξη δήλωσης περί της αληθείας των εγγυήσεων. Αν αποδειχθεί, επομένως, τέτοια γνώση, τότε οι συνέπειες θα είναι οι ίδιες όπως και στην περίπτωση ανακριβούς δήλωσης.

  • 1. Walters v Morgan (1861) 45 ER 1056, 1059
  • 2. O’Sullivan, Elliott, Zakrzewski The Law of Rescission (OUP 2008), [4.43]–[4.58].
  • 3. Sycamore Bidco Ltd v Breslin [2012] EWHC 3443.
  • 4. Hedley Byrne v Heller [1964] AC 465.
  • 5. See note 2, Part IV–VI.
  • 6. Robinson v Harman (1848) 1 Exch 850, 855.
  • 7. L Schuler AG v Wickman Machine Tool Sales Ltd [1974] AC 235.
  • 8. Esso Petroleum v Mardon [1976] 2 WLR 583; Henderson v Merrett Syndicates Ltd (1995) 2 AC 145.
  • 9. Watford Electronics Ltd v Sanderson CFL Ltd [2001].
  • 10. Fraus omnia corrumpit.
  • 11. Vigers v Pike (1842) 8 Cl & F 562, 650; 8 ER 220, 253.
  • 12. Margetson v Wright (1831) 7 Bing. 603, 605.
  • 13. 1992] BCLC 1067.
  • 14. Invertec Ltd v De Mol Holding BV [2009] EWHC 2471 (Ch).

Ιωάννης Ασημακόπουλος

Διδακτορικές σπουδές

University of Luxembourg & Max Planck Institute Luxembourg

[

Σύνδεση στο Lawspot

Enter your e-mail address or username.
Enter the password that accompanies your e-mail.
Ξεχάσατε τον κωδικό σας;
logo

Δεν έχετε λογαριασμό;

Μπορείτε να εγγραφείτε στο Lawspot ανεξαρτήτως ιδιότητας, ως δικηγόρος, συμβολαιογράφος ή και απλός χρήστης, συμπληρώνοντας τη σχετική φόρμα εδώ.

Αν είστε δικηγόρος, με την εγγραφή σας στο Lawspot.gr κερδίζετε σημαντικά οφέλη. Δείτε αναλυτικές πληροφορίες εδώ.