Το παραδεκτό, το νόμω και το ουσία βάσιμο ένδικο βοήθημα

Το περιεχόμενο αυτών των ιδιαίτερα συνηθισμένων εννοιών μέσα από παραδείγματα

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ:

Ιωάννης Κονομόδης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:

23/10/2018 - 16:10

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ:

25/10/2018 - 16:26

Οι έννοιες του παραδεκτού και του απαραδέκτου, του νόμω και του ουσία βασίμου και αβασίμου ενδίκου βοηθήματος συναντώνται πάρα πολύ συχνά στη νομική πρακτική, σχεδόν σε κάθε δίκη, έχουν, δε, μεγάλο ενδιαφέρον και ενίοτε μεγάλες δυσκολίες στην κατανόησή τους, γι’ αυτό και επέλεξα να μας απασχολήσουν σε αυτό το άρθρο.

Ας δούμε, λοιπόν, κατά σειρά και μέσα από παραδείγματα ποιο είναι το ακριβές περιεχόμενο αυτών των ιδιαίτερα συνηθισμένων εννοιών.

1. Παραδεκτό ένδικο βοήθημα  είναι εκείνο το οποίο πληροί όλες τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, κυρίως, δηλαδή, αυτό που ταυτόχρονα:

  • είναι υποστατό. Η αγωγή λ.χ. που κατατίθεται σε εμπορικό επιμελητήριο και όχι σε Δικαστήριο είναι ανυπόστατη.
  • απευθύνεται στη σωστή δικαιοδοσία (άρθρα 1-3 ΚΠολΔ)
  • απευθύνεται σε αρμόδιο Δικαστήριο (άρθρα 12-44 ΚΠολΔ)
  • είναι ορισμένο (άρθρα 216, 217 ΚΠολΔ)
  • εισάγεται βάσει της απαιτούμενης έγγραφης προδικασίας (άρθρο 111 ΚΠολΔ). Η ανταγωγή λ.χ. είναι παραδεκτή όταν ασκείται με χωριστό δικόγραφο, και όχι με τις προτάσεις ή προφορικά επ’ ακροατηρίου (άρθρο 268 παρ.4 ΚΠολΔ), και σχεδόν κάθε ένδικο βοήθημα είναι παραδεκτό όταν υπογράφεται από δικηγόρο, και όχι από τον διάδικο που το ασκεί (άρθρο 94 ΚΠολΔ).
  • ασκείται από διάδικο που έχει ικανότητα διαδίκου (άρθρο 62 ΚΠολΔ)
  • ασκείται από διάδικο που έχει ικανότητα δικαστικής παραστάσεως (άρθρο 63 ΚΠολΔ)
  • ασκείται από διάδικο που έχει άμεσο έννομο συμφέρον (άρθρο 68 ΚΠολΔ)
  • ασκείται από διάδικο που νομιμοποιείται ενεργητικά
  • ασκείται κατά διαδίκου που νομιμοποιείται παθητικά (Δεν υπάρχει άρθρο στον ΚΠολΔ το οποίο ρυθμίζει τη νομιμοποίηση.)
  • δεν προσκρούει σε εκκρεμοδικία (άρθρο 222 ΚΠολΔ) και
  • δεν προσκρούει στο σύνολό του σε δεδικασμένο (άρθρο 321 ΚΠολΔ).

Αν δεν πληροί έστω και μία από τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, το ένδικο βοήθημα είναι απαράδεκτο. Η συνήθης κύρωση του απαραδέκτου ενδίκου βοηθήματος είναι η απόρριψη αυτού, ακόμη και αυτεπαγγέλτως (άρθρα 4, 111 παρ.2 και άρθρα 73, 332 ΚΠολΔ).

Σε λίγες περιπτώσεις η κύρωση του απαραδέκτου διαφοροποιείται και μπορεί να είναι η παραπομπή του ενδίκου βοηθήματος στο αρμόδιο Δικαστήριο (άρθρο 46 ΚΠολΔ) ή η αναστολή της εκδίκασής του μέχρι περατώσεως της εκκρεμοδικίας (άρθρο 222 παρ.2 ΚΠολΔ).

2. Νόμω βάσιμο ένδικο βοήθημα  είναι 

α) κατά την θεωρία του συγκεκριμένου προσδιορισμού της ιστορικής βάσεως, την οποία υιοθετεί το άρθρο 216 παρ.1 εδ.α’ ΚΠολΔ, εκείνο το οποίο, αληθών υποτιθεμένων των πραγματικών περιστατικών που αναφέρει με πληρότητα και σαφήνεια, πληροί το πραγματικό των κανόνων δικαίου που στηρίζουν το αίτημά του και ταυτόχρονα δεν πληροί το πραγματικό άλλων κανόνων δικαίου που συνεπάγονται την απόρριψη του αιτήματός του και το πραγματικό των οποίων λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, ενώ 

β) κατά την θεωρία της εξατομικεύσεως, η οποία είναι θετικό δίκαιο στην Γερμανία, εκείνο το οποίο, αληθών υποτιθεμένων των πραγματικών περιστατικών που αναφέρει, πληροί το πραγματικό των κανόνων δικαίου που στηρίζουν το αίτημά του και ταυτόχρονα δεν πληροί το πραγματικό άλλων κανόνων δικαίου που συνεπάγονται την απόρριψη του αιτήματός του και το πραγματικό των οποίων λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Στην περίπτωση κατά την οποία δεν συγκεντρώνει τις παραπάνω προϋποθέσεις, το ένδικο βοήθημα είναι νόμω αβάσιμο και απορρίπτεται ως τέτοιο, ακόμη και αυτεπαγγέλτως.

Οι κανόνες δικαίου που συνεπάγονται την απόρριψη του αιτήματος του ενδίκου βοηθήματος και το πραγματικό των οποίων λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο είναι οι δικαιοκωλυτικοί και οι δικαιοφθόροι, αυτοί, δηλαδή, που θεμελιώνουν καταχρηστικές ενστάσεις. Ο λόγος που το πραγματικό αυτών των κανόνων δικαίου λαμβάνεται υπόψη ακόμη και όταν δεν το προτείνει και αποδεικνύει ο καθ’ ου είναι ότι οι δικαιοκωλυτικοί και οι δικαιοφθόροι κανόνες ανάγονται στο πεδίο της αναγκαστικής πραγματώσεως της έννομης τάξεως, είναι πρωτευούσης σημασίας κανόνες δικαίου, κανόνες που προστατεύουν περισσότερο το δημόσιο συμφέρον παρά τα ιδιωτικά συμφέροντα. Αντιθέτως, οι δικαιοανασταλτικοί κανόνες δικαίου, αυτοί, δηλαδή, που θεμελιώνουν γνήσιες ενστάσεις, προστατεύουν κυρίως τα ιδιωτικά συμφέροντα, είναι μέσα πραγματώσεως της ιδιωτικής αυτονομίας του καθ’ ου, γι’ αυτό και, για να ληφθεί υπόψη το πραγματικό τους από το Δικαστήριο, πρέπει να προταθεί και να αποδειχθεί από τον ίδιο τον καθ’ ου το ένδικο βοήθημα μέσω ενστάσεως (οράτε περί τούτων Νικόλαο Νίκα, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, 2012, σελ. 411-412).

Για να κατανοήσουμε τα ανωτέρω, και παίρνοντας ως δεδομένο τον ορισμό του νόμω βασίμου που ανταποκρίνεται στην ελληνική έννομη τάξη, ας δούμε ένα παράδειγμα. Η αγωγή αποδόσεως του τιμήματος πωλήσεως (άρθρο 513 ΑΚ) που περιγράφει αναλυτικά τη σύναψη της συμβάσεως και την εκπλήρωσή της μόνον από την πλευρά του ενάγοντος-εμπόρου-πωλητή είναι νόμω βάσιμη, αφού, αληθών υποτιθεμένων των πραγματικών περιστατικών που αναφέρει με πληρότητα και σαφήνεια, πληροί το πραγματικό του κανόνα δικαίου που στηρίζει το αίτημά της (δηλαδή του άρθρου 513 ΑΚ) και ταυτόχρονα δεν πληροί το πραγματικό άλλων κανόνων δικαίου που συνεπάγονται την απόρριψη του αιτήματός της και το πραγματικό των οποίων λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.

Στο ίδιο παράδειγμα, εάν από το δικόγραφο του ενάγοντος προκύπτει ότι η αξίωσή του έχει παραγραφεί διότι έχει παρέλθει πενταετία από την γέννησή της (άρθρο 250 περ.1 ΑΚ), η αγωγή του είναι και πάλι νομικά βάσιμη, αφού πληροί το πραγματικό του κανόνα δικαίου που ρητώς ή σιωπηρώς επικαλείται, ταυτόχρονα πληροί το πραγματικό άλλων κανόνων δικαίου που συνεπάγονται την απόρριψη του αιτήματός της (δηλαδή των άρθρων 250 περ.1 και 272 ΑΚ), το πραγματικό, όμως, των τελευταίων αυτών κανόνων δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, αλλά απαιτείται να προταθεί από τον εναγόμενο για να καταστεί υλικό της δίκης, αφού οι κανόνες που σχετίζονται με την παραγραφή είναι δικαιοανασταλτικοί κανόνες. Ο εναγόμενος-αγοραστής, τώρα, θα πρέπει να προτείνει με τις προτάσεις του την γνήσια ένσταση παραγραφής της αξιώσεως για το τίμημα της πωλήσεως προκειμένου να πετύχει την απόρριψη της αγωγής, όχι, πλέον, ως νόμω αλλά ως ουσία αβάσιμης.

Συνεχίζοντας με το ίδιο παράδειγμα, εάν ο ενάγων-έμπορος-πωλητής περιγράφει αναλυτικά τη σύναψη της συμβάσεως με τον εναγόμενο και την εκπλήρωσή της μόνο από την πλευρά του, προκύπτει, όμως, από το δικόγραφο ότι κατά την σύναψή της ήταν ανήλικος, η αγωγή του είναι νόμω αβάσιμη, επειδή, αληθών υποτιθεμένων των πραγματικών περιστατικών που αναφέρει με πληρότητα και σαφήνεια, πληροί το πραγματικό του κανόνα δικαίου που στηρίζει το αίτημά της (δηλαδή του άρθρου 513 ΑΚ), ταυτόχρονα πληροί το πραγματικό άλλων κανόνων δικαίου που συνεπάγονται την απόρριψη του αιτήματός της (δηλαδή των άρθρων 130 και 180 ΑΚ), εδώ, όμως, το πραγματικό των εξαιρετικών αυτών κανόνων λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και δεν απαιτείται να προταθεί από τον εναγόμενο σαν καταχρηστική ένσταση ακυρότητος της συμβάσεως λόγω ελλείψεως δικαιοπρακτικής ικανότητος, αφού οι κανόνες που αφορούν τις ακυρότητες λόγω ελλείψεως δικαιοπρακτικής ικανότητος είναι δικαιοκωλυτικοί.

3. Ουσία βάσιμο ένδικο βοήθημα  είναι εκείνο το οποίο αναφέρει αληθή πραγματικά περιστατικά και ταυτόχρονα δεν αποκρύπτει άλλα, επίσης αληθή, τα οποία συνεπάγονται την απόρριψη του αιτήματός του. Στην περίπτωση κατά την οποία δεν συγκεντρώνει τις παραπάνω προϋποθέσεις, το ένδικο βοήθημα είναι ουσία αβάσιμο και απορρίπτεται ως τέτοιο.

Είναι λ.χ., επιστρέφοντας στο προηγούμενο παράδειγμα, ουσία βάσιμη η αγωγή αποδόσεως του τιμήματος πωλήσεως (άρθρο 513 ΑΚ) που περιγράφει αναλυτικά τη σύναψη της συμβάσεως και την εκπλήρωσή της μόνον από την πλευρά του ενάγοντος-εμπόρου-πωλητή και τα ανωτέρω επικαλούμενα γεγονότα αποδεικνύονται, γιατί, σε αυτή την περίπτωση, η αγωγή αναφέρει αληθή πραγματικά περιστατικά και δεν αποκρύπτει άλλα, επίσης αληθή, τα οποία συνεπάγονται την απόρριψή της.

Εάν όμως, στο ίδιο παράδειγμα, ο εναγόμενος προτείνει και αποδείξει ότι η σύμβαση δεν είχε τον χαρακτήρα πωλήσεως, αλλά δωρεάς του ενάγοντος προς τον εναγόμενο (άρθρο 496 ΑΚ), η αγωγή του πρώτου είναι ουσία αβάσιμη. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν αναφέρει αληθή πραγματικά περιστατικά, και συγκεκριμένα είναι ψευδές το γεγονός ότι συμφωνήθηκε σύμβαση πωλήσεως, αφού αυτό δεν αποδείχθηκε.

Τέλος, στο ίδιο πάντα παράδειγμα, εάν ο εναγόμενος προτείνει και αποδείξει ότι η αξίωση του ενάγοντος για καταβολή του τιμήματος της πωλήσεως έχει παραγραφεί διότι έχει παρέλθει πενταετία από την γέννησή της (άρθρα 250 περ.1 και 272 ΑΚ), η αγωγή του τελευταίου είναι ουσία αβάσιμη. Σε αυτή την περίπτωση, η αγωγή αναφέρει αληθή πραγματικά περιστατικά αλλά ταυτόχρονα αποκρύπτει ένα άλλο, επίσης αληθές, το οποίο συνεπάγεται την απόρριψη του αιτήματός της, και συγκεκριμένα την παραγραφή της αξιώσεως του ενάγοντος μετά την παρέλευση πενταετίας.

Από τα παραπάνω καθίσταται φανερό ότι η κρίση περί του εάν ένα ένδικο βοήθημα είναι ή όχι νόμω βάσιμο γίνεται έπειτα από εξέταση μόνο του ενδίκου βοηθήματος, όχι και των προτάσεων του καθ’ ου αυτό, σε συνδυασμό πάντοτε με το ισχύον δίκαιο. Αντίθετα, η κρίση περί του αν ένα ένδικο βοήθημα είναι ή όχι ουσία βάσιμο γίνεται αφού ληφθεί υπόψη τόσο το ίδιο, όσο και οι προτάσεις του καθ’ ου αυτό και τα εκατέρωθεν αποδεικτικά μέσα. Γι’ αυτό και η κρίση περί του ουσιαστικά βασίμου του ενδίκου βοηθήματος έπεται πάντοτε της κρίσεως περί του νομικά βασίμου αυτού.

send