logo-print

Πέμπτη κατά σειρά δικαστική απόφαση για αντισυνταγματικότητα του αγωγόσημου

24/06/2020

24/06/2020

Παρατηρήσεις

Όσον αφορά την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως του άρθρου 42 παρ. 1 του νόμου 4640/2019, νομίζω ότι οι συνεχείς πλέον αποφάσεις από διαφορετικά δικαστήρια της χώρας την έχουν ουσιαστικά καταργήσει, και το μόνο που απομένει είναι η τυπική κατάργηση της, όπως προβλέπει ο νόμος. Θεωρώ ότι η εμμένουσα σιωπή των αρμοδίων για την κατάργησή της δεν μπορεί πλέον να στηρίξει την ισχύ της διάταξης αυτής.

Όσον αφορά τη νομική θέση της προκείμενης απόφασης για το θέμα της επιρροής αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής αποφάσεως επί της αστικής διαφοράς, έχω να θέσω απλά κάποια ερωτήματα. Εάν δεχθούμε ότι η αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση δεσμεύει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται των αστικών αξιώσεων του παθόντος, και δεν συνεκτιμάται μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, από αυτό ανακύπτει το ερώτημα πώς θα παρακαμφθεί το άρθρο 4 του Συντάγματος το οποίο ορίζει ότι όλοι οι πολίτες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Τι θα συμβεί λοιπόν στην περίπτωση που υπάρχει αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου; Θα δεσμεύεται το αστικό δικαστήριο από την αμετάκλητη καταδικαστική αυτή η απόφαση ή όχι; Εάν δεν δεσμεύεται, υφίσταται παραβίαση του άρθρου 4 του Συντάγματος,  όπως προείπα,  το οποίο ορίζει στην πρώτη του παράγραφο πως “οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου”;

Αναφορικά με τυχόν ισχυρισμό ότι στην αμετάκλητη αθώωση τυγχάνει εφαρμογή του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ  περί τεκμηρίου αθωότητας,  το οποίο έχει υπερνομοθετική ισχύ, θεωρώ ότι το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δεν μπορεί να καταργήσει θεμελιωμένη διάταξη του ελληνικού Συντάγματος περισσότερες των πολιτών ενώπιον του νόμου. Διότι τότε θα έχουμε πολίτες οι οποίοι θα αντιμετωπίζονται από την Ελληνική Δικαιοσύνη με διαφορετικό τρόπο, κατά σαφή παραβίαση συνταγματικής διατάξεως, και μάλιστα όχι με διάταξη νόμου, η οποία να μπορεί να προσληφθεί ως αντισυνταγματική,  αλλά με απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, κατά παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών. Και βέβαια, δεν πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι, για κάθε νομολογιακή λύση, η οποία μάλιστα οδηγεί σε παραβίαση ενός άρθρου του Συντάγματος, δεν θα υπάρχει το εχέγγυο της δικαστηριακής ρυθμίσεως της συνταγματικότητας αυτής.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΝΟΧΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

2142/2020

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ    από    τους    Δικαστές    Κωνσταντίνο    Αλεξίου, Πρόεδρο Πρωτοδικών,    Σοφία     Χατζημανωλάκη,    Πρωτοδίκη-Εισηγήτρια, Αναστάσιο Κατσαφυλλούδη, Πρωτοδίκη και από τη Γραμματέα Βασιλική Βασιλοπούλου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις ../../2020 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ

Α. ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: …του …, κατοίκου …, οδός … αρ. …, με ΑΦΜ …., η οποία εμφανίστηκε στο ακροατήριο και εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρονίκη Χωρινού και Νικόλαο Διαλυνά, που κατέθεσαν τα με αριθμούς ../2019, ../2019 γραμμάτια προκαταβολής  εισφορών ΔΣΑ.

ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΜΕΝΩΝ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ:·1) …. . του …, κατοίκου …, οδός … αρ. …, με ΑΦΜ …., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Στασινοπούλου, που κατέθεσε το με αριθμό …/2018 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών ΔΣΑ και 2)…….. του …., κατοίκου …., οδός ….. αρ. .. με ΑΦΜ …., η οποία εμφανίστηκε στο ακροατήριο και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσουμάνη, που κατέθεσε το με αριθμό …./2020 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών ΔΣΑ.

Η καλούσα-ενάγουσα ζητά να γίνει δεκτή η από ../../2013 (με γεν.αρ.κατ. ../2013 και αρ.κατ.δικ. …/2013) αγωγή της, η συζήτηση της οποίας είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της ../../2016 και κατόπιν διαδοχικών αναβολών για τη δικάσιμο της ../../2018 οπότε και ματαιώθηκε. Ήδη με την από ../…/2018 (με γεν.αρ.κατ. …/2018 και ειδ.αρ.κατ. …/2018) κλήση της, η οποία προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 19/9/2019 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, η καλούσα-ενάγουσα επαναφέρει προς συζήτηση την ως άνω αγωγή της.

Β.    ΤΟΥ    ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ- ΑΝΑΚΟΙΝΩΝΟΝΤΟΣ ΔΙΚΗ -ΠΡΟΣΕΠΙΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: … . του .., κατοίκου…, οδός .. αρ. .., με ΑΦΜ …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Στασινοπούλου, που κατέθεσε το με αριθμό …/2020 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών ΔΣΑ.

ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ-ΠΡΟΣ ΗΝ    Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΔΙΚΗΣ- ΠΡΟΣΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ-ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: 

Ανώνυμης εταιρίας με επωνυμία «..», εδρεύουσας στην .., οδός …. αρ. ..και .., με ΑΦΜ .., νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Λάμπρου, που κατέθεσε το με αριθμό ../2020 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών ΔΣΑ.

Ο καλών-ανακοινώνων δίκη-προσεπικαλών-παρεμπιπτόντως ενάγων ζητά να γίνει δεκτή η από ../../2018 (γεν.αρ.κατ. ../2018, ειδ.αρ.κατ. ../2018) ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή του, η συζήτηση της οποίας είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της ../../2018 και κατόπιν διαδοχικών αναβολών για τη δικάσιμο της ../../2018 οπότε και ματαιώθηκε. Ήδη με την από ../../2018 (με γεν.αρ.κατ. ../2018 και ειδ.αρ.κατ. ../2018) κλήση του, η οποία προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της ../../2019 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, ο καλών-ανακοινώνων δίκη-προσεπικαλών-παρεμπιπτόντως ενάγων επαναφέρει προς συζήτηση την ως άνω ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση­ παρεμπίπτουσα αγωγή του.

Γ. ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΑΝΑΚΟΙΝΩΝΟΥΣΑΣ ΔΙΚΗ- ΠΡΟΣΕΠΙΚΑΛΟΥΣΑΣ- ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: … .. του .., κατοίκου .., οδός .. αρ. .., με ΑΦΜ …, η οποία εμφανίστηκε στο ακροατήριο και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσουμάνη, που κατέθεσε το με αριθμό …./2020 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών ΔΣΑ.

ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ – ΠΡΟΣ ΗΝ Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΔΙΚΗΣ ΠΡΟΣΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ - ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…», εδρεύουσας στην Αθήνα, οδός … αρ. … και .., με ΑΦΜ .., νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Λάμπρου, που κατέθεσε το με αριθμό …/2020 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών ΔΣΑ.

Η καλούσα-ανακοινώνουσα δίκη - προσεπικαλούσα-παρεμπιπτόντως ενάγουσα ζητά να γίνει δεκτή η από ../../2017 (γεν.αρ.κατ. …/2017, ειδ.αρ.κατ. …/2017) ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της, η συζήτηση της οποίας είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της ../../2018 και κατόπιν διαδοχικών αναβολών για τη δικάσιμο της ../../2018 οπότε και ματαιώθηκε. Ήδη με την από ../../2018 (με γεν.αρ.κατ. ../2018 και. ειδ.αρ.κατ. …/2018) κλήση της, η οποία προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 19/9/2019 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο , η καλούσα- ανακοινώνουσα     δίκη ­ προσεπικαλούσα παρεμπιπτόντως ενάγουσα επαναφέρει προς συζήτηση την ως άνω ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της.

Δ. ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία  «….», εδρεύουσας στην .., οδός .. αρ. .. και  ..,  με ΑΦΜ  .., νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Λάμπρου, που κατέθεσε το με αριθμό …/2020 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών ΔΣΑ.

ΤΗΣ  ΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ-ΚΑΘ' ΗΣ Η  ΠΡΟΣΘΕΤΗ  ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: … του .., κατοίκου …, οδός .. αρ. .., με ΑΦΜ .., η οποία εμφανίστηκε στο ακροατήριο  και εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρονίκη Χωρινού  και Νικόλαο Διαλυνά, που κατέθεσαν τα με αριθμούς …/2019, …/2019 γραμμάτια προκαταβολής εισφορών ΔΣΑ.

Η  καλούσα-προσθέτως παρεμβαίνουσα  ζητά να γίνει δεκτή  η από ../../2018 (γεν.αρ.κατ. ../2018, ειδ.αρ.κατ. ../2018)  πρόσθετη παρέμβαση της υπέρ του πρώτου κυρίως εναγομένου και κατά της κυρίως ενάγουσας, η συζήτηση της οποίας είχε προσδιοριστεί  αρχικά για τη δικάσιμο της  ../../2018 και κατόπιν διαδοχικών για τη δικάσιμο της ../…/2018 οπότε και ματαιώθηκε. Ήδη με την από ../../2019 (με γεν.αρ.κατ. ../2019 και ειδ.αρ.κατ. ../2019) κλήση της, η οποία προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της ../../2019 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, η καλούσα-προσθέτως παρεμβαίνουσα επαναφέρει προς συζήτηση την ως άνω πρόσθετη παρέμβασή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση: Α)  η από ../../2013 (με γεν.αρ.κατ. …/2013 και αρ.κατ.δικ. …/2013) αγωγή της ενάγουσας …… κατά του .. .. και της .., Β) η από ../../2018 (γεν.αρ.κατ. ../2018, ειδ.αρ.κατ. …/2018)  ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση­ παρεμπίπτουσα αγωγή του .. κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία  «…», Γ) η από 23/11/2017 (γεν.αρ.κατ. …/2017,  ειδ.αρ.κατ.  ../2017) ανακοίνωση  δίκης­ προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της Γεωργίας Γλουστιάνου κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «….» και Δ) η από ../…/2018 (γεν.αρ.κατ. ../2018, ειδ.αρ.κατ. ../2018) πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…» υπέρ του …  και κατά της ….., οι οποίες πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, εφόσον εκκρεμούν   ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του Δικαστηρίου διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρο 246 ΚΠολΔ).

Α. Με την υπό στοιχεία Α κύρια αγωγή, η ενάγουσα εκθέτει ότι στις 25/1/2011 υπεβλήθη από τον ιατρό …. σε χειρουργική επέμβαση ολικής υστερεκτομής μετά εξαρτημάτων και πυελικής λεμφαδενεκτομίας προς αντιμετώπιση καρκίνου (Ca) του ενδομητρίου. Ότι η συγκεκριμένη πάθηση της ανακοινώθηκε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του έτους 2011 ύστερα από ιστολογική εξέταση της παθολογοανατόμου ... Ότι η βαρύτατη αυτή κατάσταση της υγείας της, υπήρξε απότοκος εξέλιξης επί τα χείρω, της αμελούς συμπεριφοράς των εναγομένων ιατρών, οι οποίοι δεν επέδειξαν την δέουσα και lege artis ιατρική φροντίδα. Ότι ειδικότερα το παρατεταμένο στάδιο προκαρκινωματωδούς κατάστασης, δεν είχε διαγνωστεί τουλάχιστον από το έτος 2008 από τον πρώτο των εναγομένων, θεράποντα ιατρό της, σε αλλεπάλληλους ελέγχους στους οποίους αυτός είχε προχωρήσει και αναλυτικά περιγράφονται στην αγωγή και παρά την εμμένουσα παθολογική, κλινική και εργαστηριακή συμπτωματολογία που παρουσίαζε και γνώριζε ο πρώτος των εναγομένων, ο οποίος της είχε χορηγήσει και εσφαλμένη φαρμακευτική αγωγή. Ότι δεν είχε διαγνωστεί ούτε από τη δεύτερη των εναγομένων, η οποία είχε ενεργήσει δύο παθολογοανατομικές εκθέσεις σε αφαιρεθέν υλικό από το ενδομήτριο της ενάγουσας, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή.  Ότι συνεπεία της αμελούς συμπεριφοράς τους δεν έλαβε χώρα έγκαιρη,  άμεση  και σε πρώιμο στάδιο αντιμετώπιση  της προκαρκινωματώδους αρχικά βλάβης αλλά το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε σε όψιμο στάδιο όταν πλέον είχε εμφανιστεί (καρκίνος του  ενδομητρίου.  Ότι  εξαιτίας  της  καθυστέρησης  αυτής  δεν  ήταν  δυνατό να αποφευχθεί η επέμβαση της υστερεκτομίας και εξαίρεσης των εξαρτημάτων. Ότι το γεγονός αυτό το οποίο οφείλεται στην αμέλεια των εναγομένων της προκάλεσε ηθική βλάβη και σοβαρότατη αναπηρία που επιδρά στο μέλλον της καθώς την ανάγκασε να εγκαταλείψει σε νεαρή ηλικία το όνειρο της μητρότητας, αντιμετώπισε σοβαρούς πόνους, τις παρενέργειες των θεραπειών και γενικά καταβλήθηκε σωματικά και ψυχικά,  πρέπει  να προσέχει  τη  διατροφή  της για την οστεοπόρωση,  να λαμβάνει διαρκώς φάρμακα, ορμόνες και να υποβάλλεται πολύ τακτικά σε ιατρικές εξετάσεις, όπως λεπτομερώς η κατάστασή της περιγράφεται στην αγωγή. Με βάση το ιστορικό αυτό και ύστερα από νόμιμο με τις προτάσεις περιορισμό του αιτήματος της αγωγής (άρθρο 223 ΚΠολΔ) από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, η ενάγουσα ζητά: 1) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εν γομένων να της καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος  το ποσό  των 400.000  € ως χρηματική  ικανοποίηση  λόγω  ηθικής   βλάβης καθώς και το ποσό των 200.000 € ως αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ, 2) να κηρυχθεί η απόφαση  που  θα  εκδοθεί  προσωρινά  εκτελεστή,  3)  να  διαταχθεί  η προσωπική κράτηση των εναγομένων και 4) να καταδικαστούν αυτοί στα δικαστικά της έξοδα. Με  αυτό  το  περιεχόμενο   και  αιτήματα  η  αγωγή  παραδεκτά  εισάγεται  για  να, συζητηθεί  κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου  τούτου, το οποίο είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 18, 22 ΚΠολΔ) και είναι ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 299, 330, 345, 346, 914, 926, 931 και 932 του ΑΚ 70, 74 και 176 του ΚΠολΔ, πλην των παρεπόμενων αιτημάτων περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής και  απαγγελίας  προσωπικής κράτησης, τα οποία μετά την τροπή του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, πρέπει να απορριφθούν ως μη νόμιμα καθόσον η προσωρινή εκτελεστότητα και η απαγγελία προσωπικής κράτησης προϋποθέτουν απόφαση που προβαίνει  σε  καταψήφιση   και  δε  συμβιβάζονται   με  απόφαση που αναγνωρίζει απλώς την ύπαρξη δικαιώματος,  η ενέργεια της οποίας εξαντλείται στο δεδικασμένο που απορρέει από αυτήν (ΠΠΚοζ 51/2017, ΠΠΑ 549/2016, ΤΝΠ Νόμος). Επομένως, εφόσον  κρίθηκε  νόμιμη  η αγωγή πρέπει να ερευνηθεί  περαιτέρω  κατ' ουσίαν με τη σημείωση  ότι  δεν απαιτείται γι’ αυτήν η καταβολή δικαστικού ενσήμου καθώς τυγχάνει αντισυνταγματική η επιβολή τέλους δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές (άρθρο 42 του Ν. 4640/2019} που εισάγονται προς συζήτηση, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, μετά την 1/1/2020, είτε ασκήθηκαν ως τέτοιες, είτε ως καταφηφιστικές και τράπηκαν σε αναγνωριστικές μετά την ημερομηνία αυτή, ως αντίθετη στις αρχές του κράτους δικαίου καθιστώντας οικονομικά δυσβάσταχτη την προσφυγή στη Δικαιοσύνη και στερώντας στο διάδικο το δικαίωμα πλήρους και   αποτελεσματικής   δικαστικής   προστασίας  (ΠΠΠατρ 94/2020, ΤΝΠ Νόμος).

Οι εναγόμενοι  αρνούνται  την αγωγή  και ο πρώτος εξ αυτών επικαλείται την αθωωτική γι' αυτόν, αμετάκλητη υπ' αριθμόν …/2016 απόφαση του I’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σχετικά με το αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος της ενάγουσας που του αποδιδόταν. Η δε υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβαίνουσα ασφαλιστική εταιρία, επικαλούμενη το εύλογο της αντιδικίας λόγω της φύσης της διαφοράς ζητά το όποιο τυχόν ποσό επιδικαστεί σε βάρος του, να επιδικαστεί  με το νόμιμο τόκο  υπερημερίας  και όχι επιδικίας. Το αίτημα αυτό  είναι ορισμένο  και νόμιμο, στηριζόμενο  στη διάταξη  του άρθρου  346 ΑΚ  και πρέπει να ερευνηθεί στην ουσία του. Περαιτέρω, η δεύτερη των εναγομένων ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα συνετέλεσε αιτιωδώς κατά ποσοστό 95 % στην πρόκληση του επιζημίου αποτελέσματος καθώς υπήρξε απείθαρχη και ασυνεπής ως ασθενής, απείχε αδικαιολόγητα από επανεξετάσεις και προέβαινε καθυστερημένα σε αυτές, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στις προτάσεις. Επίσης, ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα ασκεί καταχρηστικά την κρινόμενη αγωγή, αποσκοπώντας στην ηθική και οικονομική της εξόντωση επιδιώκοντας να εισπράξει μία εξωπραγματική και αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας αποζημίωση. Ο πρώτος ισχυρισμός της δεύτερης των εναγομένων είναι ορισμένος και νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί στην ουσία του. Σε ό,τι αφορά το δεύτερο ισχυρισμό της, και αληθή υποτιθέμενα τα περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής επικαλούμενα περιστατικά, δεν αποτελούν τίποτε άλλο παρά μια περαιτέρω ανάλυση της επιχειρηματολογίας της δεύτερης των εναγομένων, με την οποία πλήττεται η γέννηση του δικαιώματος της ενάγουσας (διότι με αυτά υπονοείται κατ' ουσίαν ότι η ενάγουσα δεν έχει το ασκούμενο δικαίωμα και θέλει να ταλαιπωρήσει την εναγομένη με μια αβάσιμη αγωγή) και δεν εισφέρουν κάτι νέο, για να στοιχειοθετήσουν υπέρβαση, και μάλιστα προφανή, των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός ενός πράγματι υφιστάμενου δικαιώματος, όπως αυτό το οποίο ασκείται με την αγωγή. Επίσης, πρέπει να επισημανθεί   ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ο προσδιορισμός του ύφους της χρηματικής ικανοποίησης, για τον οποίο λαμβάνει υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού εν όψει των ιδιαίτερων συνθηκών (είδους και βαρύτητας της προσβολής, έκτασης της δημοσιότητας, βαθμού υπαιτιότητας, κοινωνικής θέσης και οικονομικής κατάστασης των μερών).

Β. Με την υπό στοιχείο Β προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή, ο πρώτος των εναγομένων της ως άνω κύριας αγωγής (υπό στοιχείο Α), εκθέτει ότι σε βάρος του ασκήθηκε η από ../../2013 (με γεν.αρ.κατ. ../2013 και αρ.κατ.δικ. ../2013) αγωγή, της οποίας το περιεχόμενο παραθέτει αυτολεξεί. Περαιτέρω, εκθέτει ότι δυνάμει του υπ' αριθμόν 10634077 ασφαλιστηρίου συμβολαίου αστικής ευθύνης έναντι τρίτων με ισχύ από την 1/3/2009 έως και το χρόνο σύνταξης του υπό στοιχείο Β δικογράφου, το οποίο είχε συνάψει με την παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να καλύπτει σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου αυτού και μέχρι το ποσό του 1.000.000 € κατ' άτομο την κάλυψη του κινδύνου της επαγγελματικής αστικής ευθύνης προς τρίτους και την υποχρέωση αποζημίωσής τους με την ιδιότητά του ως ιατρού μαιευτήρα γυναικολόγου, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να καλύψει για λογαριασμό του σωματική βλάβη ή θάνατο κατ' άτομο μέχρι του ως άνω ποσού. Ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη φέρει την ιδιότητα της δικονομικής εγγυήτριάς του και ως εκ τούτου είναι υπόχρεη προς αποζημίωση σε περίπτωση ήττας του στην παραπάνω υπό στοιχείο Α υπόθεση. Ενόψει των ανωτέρω ανακοινώνει τη δίκη στην καθ' ης ασφαλιστική εταιρία και την προσεπικαλεί να παρέμβει στην κύρια δίκη υπέρ αυτού και περαιτέρω,  ύστερα από παραδεκτό διά των προτάσεων περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό (άρθρα 223 και 295 ΚΠολΔ) ζητά με τη σωρευομένη παρεμπίπτουσα αγωγή και με βάση το ανωτέρω ιστορικό να αναγνωριστεί η υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγομένης, σε περίπτωση ολικής ή μερικής αποδοχής της από ../../2013 (με γεν.αρ.κατ. ../2013 και αρ.κατ.δικ. …/2013)  κύριας αγωγής να καταβάλει  στον παρεμπιπτόντως ενάγοντα το ποσό που τυχόν θα υποχρεωθεί, με απόφαση του Δικαστηρίου, να καταβάλει αυτή στην ενάγουσα της κύριας αγωγής, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ως άνω κύριας αγωγής, άλλως από την επίδοση της υπό κρίση παρεμπίπτουσας αγωγής του. Επιπλέον  ζητά  να  καταδικαστεί   η  καθ'  ης  η  προσεπίκληση-παρεμπιπτόντως εναγομένη  στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα η προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή αρμόδια καθ' ύλην και κατά τόπον φέρεται για να δικαστεί από το Δικαστήριο αυτό με την ίδια τακτική διαδικασία, (άρθρα 88, 91 σε συνδυασμό προς 31 παρ. 1, 246, 283 και 285 ΚΠολΔ)  και είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 61  7 παρ. 7, 8, 11 παρ. 1, 25 Ν. 2496/1997, 361 ΑΚ, 68, 69 παρ. 1 εδ. δ, 70, 88, 89, 176 ΚΠολΔ με τη  διευκρίνιση ότι το αίτημα τόκων είναι νόμιμο από την ήμερα καταβολής του ποσού αυτού μέχρι την πλήρη εξόφληση. Επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει η υπό κρίση παρεμπίπτουσα αγωγή να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της  βασιμότητα με τη σημείωση ότι δεν απαιτείται γι’ αυτήν η καταβολή δικαστικού ενσήμου για τους λόγους που ήδη έχουν εκτεθεί ανωτέρω.

Η παρεμπιπτόντως εναγομένη με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της συνομολογεί τη σύμβαση ασφάλισης. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ανέλαβε την κάλυψη της επαγγελματικής αστικής ευθύνης του αντιδίκου της προς τρίτους για σωματικές βλάβες μέχρι του ποσού του 1.000.000 € ανά άτομο και κατά συνέπεια η ευθύνη της δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό του 1.000.000 €. Η παραπάνω ένσταση περιορισμού της ευθύνης είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 1, 7, 11, 16, 25 Ν. 2469/1997 και πρέπει να ερευνηθεί στην ουσία της. Τέλος, η παρεμπιπτόντως εναγομένη επικαλούμενη το εύλογο της αντιδικίας λόγω της φύσης της διαφοράς ζητά το όποιο τυχόν ποσό επιδικαστεί σε βάρος της, να επιδικαστεί με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και όχι επιδικίας. Το αίτημα αυτό είναι ορισμένο και νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί στην ουσία του.

Γ. Με την υπό στοιχείο Γ προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή, η δεύτερη των εναγομένων της ως άνω κύριας αγωγής (υπό στοιχείο Α), εκθέτει ότι σε βάρος του ασκήθηκε η από ../../2013 (με γεν.αρ.κατ. …/2013 και αρ.κατ.δικ. …/2013) αγωγή, της οποίας το  περιεχόμενο παραθέτει αυτολεξεί. Περαιτέρω, εκθέτει  ότι  δυνάμει  του  υπ’ αριθμόν ΑΤΕ  10413784-14/7/2005 ασφαλιστηρίου συμβολαίου αστικής ευθύνης έναντι τρίτων με ισχύ αρχικά από την 12/7/2005 έως12/7/2006 και εν συνεχεία με ανά έτος παρατάσεις μέχρι και το 2010, το οποίο είχεσυνάψει με την παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να καλύπτει σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου' αυτού και μέχρι το ποσό των 300.000 € την κάλυψη του κινδύνου της επαγγελματικής αστικής ευθύνης προς τρίτους και την υποχρέωση αποζημίωσης για αστική επαγγελματική ευθύνη προς τρίτους με την ιδιότητά της ως ιατρού παθολογοανατόμου. Ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη φέρει την ιδιότητα της δικονομικής εγγυήτριάς της και ως εκ τούτου είναι υπόχρεη προς αποζημίωση σε περίπτωση ήττας της στην παραπάνω υπό στοιχείο Α υπόθεση. Ενόψει των ανωτέρω ανακοινώνει τη δίκη στην καθ' ης ασφαλιστική εταιρία και την προσεπικαλεί να παρέμβει στην κύρια δίκη υπέρ αυτής και περαιτέρω, με τη σωρευομένη παρεμπίπτουσα αγωγή και με βάση το ανωτέρω ιστορικό, ζητά να αναγνωριστεί η υποχρέωση  της  παρεμπιπτόντως  εναγομένης,  σε  περίπτωση  ολικής  ή μερικής αποδοχής της από 19/6/2013 (με γεν.αρ.κατ. ../2013 και αρ .κατ.δικ. ../2013) κύριας αγωγής να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα το ποσό που τυχόν θα υποχρεωθεί, με απόφαση του Δικαστηρίου, να καταβάλει αυτή στην ενάγουσα της κύριας αγωγής. Επιπλέον ζητά να καταδικαστεί η καθ’ ης η προσεπίκληση­ παρεμπιπτόντως εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα η προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα  αγωγή  αρμόδια καθ’ ύλην και κατά τόπον φέρεται για να δικαστεί από το Δικαστήριο αυτό με την ίδια τακτική διαδικασία, (άρθρο 88 σε συνδυασμό προς 31 παρ. 1, 246, 283 και 285 ΚΠολΔ) και είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 6, 7 παρ. 7, 8, 11 παρ. 1, 25 Ν. 2496/1997, 361 ΑΚ, 68, 69 παρ.1εδ. δ, 70, 88, 89,176 ΚΠολΔ. Επομένως, εφόσον κρίθηκε νόμιμη, πρέπει η υπό κρίση παρεμπίπτουσα αγωγή να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα με τη σημείωση ότι δεν απαιτείται γι’ αυτήν η καταβολή δικαστικού ενσήμου για τους λόγους που ήδη έχουν εκτεθεί ανωτέρω.

Η παρεμπιπτόντως εναγομένη με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της αρνείται την παρεμπίπτουσα αγωγή. Περαιτέρω, επικουρικά, ισχυρίζεται ότι ανέλαβε την κάλυψη της επαγγελματικής αστικής ευθύνης της αντιδίκου της προς τρίτους για σωματικές βλάβες μέχρι του ποσού των 300.000 € ανά περιστατικό και κατά συνέπεια η ευθύνη της δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 300.000 €. Η παραπάνω ένσταση περιορισμού της ευθύνης είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 1, 7,.11, 16, 25 Ν. 2469/1997 και πρέπει να ερευνηθεί στην ουσία της. Τέλος, η παρεμπιπτόντως εναγομένη επικαλούμενη το εύλογο της αντιδικίας λόγω της φύσης της διαφοράς ζητά το όποιο τυχόν ποσό επιδικαστεί σε βάρος της, να επιδικαστεί με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και όχι επιδικίας. Το αίτημα αυτό είναι ορισμένο και νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί στην ουσία του.

Δ. Η ως άνω ..προσεπικαλούμενη-παρεμπιπτόντως εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «…», άσκησε την από ../../2018 (γεν.αρ.κατ. ../2018, ειδ.αρ.κατ. ../2018) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του πρώτου των κυρίως εναγομένων,     προσεπικαλούντος-παρεμπιπτόντως ενάγοντος, … . και κατά της ενάγουσας της κύριας αγωγής,  επικαλούμενη,  ως  δικονομική  εγγυήτρια,  έννομο  συμφέρον  και  δη  τη' ν εξάρτηση  της γέννησης  της  υποχρέωσής  της  για αποζημίωση,  από την έκβαση της κύριας δίκης και ζητά την απόρριψη της κύριας αγωγής και την καταδίκη της κυρίως ενάγουσας στα δικαστικά της έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο η  πρόσθετη παρέμβαση  αρμοδίως  εισάγεται  για να  δικαστεί  ενώπιον του  Δικαστηρίου τούτου που είναι  καθ'  ύλην  και  κατά τόπον αρμόδιο  (άρθρο 31  ΚΠολΔ) κατά την τακτική διαδικασία, είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στα άρθρα 80 επ. και 182 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ' ουσίαν.

Κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν. 53/1974, «παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του». Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ έχει και η διάταξη του   άρθρου  14   παρ.  3  του   Διεθνούς   Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε  με το  Ν. 2642/1997 και ορίζει ότι «Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο». Ο Άρειος Πάγος με σειρά αποφάσεών του έχει δεχθεί, ότι με τις ανωτέρω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου. Το τελευταίο δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου το οποίο επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν αυτό, για τις ανάγκες της δίκης, ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, η οποία στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα τα οποία εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο ο οποίος δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγουμένη απαλλαγή του διαδίκου (ΑΠ 322/2018, ΑΠ 715/2017, ΑΠ 1652/2013, ΤΝΠ Νόμος). Αντίθετα με άλλες αποφάσεις του έχει δεχτεί ότι ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο δεν έχει το δικαίωμα να καταλήξει, μετά από αποδείξεις και με πλήρως αιτιολογημένη δικανική κρίση, συνεκτιμώντας φυσικά και την αθωωτική ποινική απόφαση, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο  να αποδεχθεί οπωσδήποτε την ποινική αθώωση και να τη θέσει ως βάση στην απόφασή του. Κατά την άποψη αυτή επιβάλλεται το πολιτικό δικαστήριο να λάβει σοβαρά  υπόψη του  ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτή με απόλυτα αιτιολογημένη απόφασή του (ΑΠ 1422/2017, ΑΠ 344/2016; ΑΠ 1398/2015, ΑΠ 215/2013, ΤΝΠ Νόμος). Με την υπ' αριθμόν 889/2018 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος παραπέμφθηκε το άνω ζήτημα στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 περ. β εδαφ. 3 ΚΠολΔ, διότι η απόφαση λήφθηκε με διαφορά μιας ψήφου υπέρ της πρώτης άποψης. Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 8/2019 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου' Πάγου, η οποία έκρινε ότι το ζήτημα αυτό πρέπει να κριθεί από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου στην οποία και παρέπεμψε την υπόθεση. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδαφ. α ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από διοικητική αρχή απόφαση, που δεν μπορεί να προσβληθεί. Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής,  η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση  χρόνου  και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική  ευχέρεια  του  δικαστηρίου  να διατάξει την  αναβολή  της  δίκης,  όταν η διάγνωση της εκκρεμούς  ενώπιόν του διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση του νομικού   ζητήματος,   που   αποτελεί  αντικείμενο   άλλης  δίκης  ενώπιον του  ίδιου δικαστηρίου, καθόσον παράλληλα η διάγνωση στην  άλλη  δίκη  του  νομικού  αυτού ζητήματος  θα  συντελέσει  στην  επιτάχυνση  της  πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού. Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 391/20_19, ΑΠ 390/2019, ΑΠ 389/2019, ΤΝΠ Νόμος). Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αστική  διαφορά έχει κριθεί από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο,  ήτοι το Ι’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών το οποίο με την υπ' αριθμόν 26374/2016 αμετάκλητη απόφασή του έκρινε αθώο του αδικήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια τον πρώτο των εναγομένων και ένοχη τη δεύτερη εξ αυτών. Με βάση τα παραπάνω, επειδή η διάγνωση της προκείμενης διαφοράς, εξαρτάται από την κρίση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου σχετικά με το εάν το τεκμήριο αθωότητας έχει εφαρμογή και ενώπιον του Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται των αστικών αξιώσεων του παθόντος ή εάν το Δικαστήριο τούτο έχει το δικαίωμα να καταλήξει, μετά από αποδείξεις και με πλήρως αιτιολογημένη δικανική κρίση, συνεκτιμώντας και την αθωωτική ποινική απόφαση, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, της συζήτησης της υπόθεσης, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση για το άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, επιφυλασσόμενου του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της βασιμότητας των ισχυρισμών των διαδίκων με την έκδοση της οριστικής του απόφασης ως προς όλες τις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις κατ' άρθρο 308 παρ. 2 ΚΠολΔ. Τέλος, διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί διότι η παρούσα απόφαση δεν είναι οριστική (άρθρο 191 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από ../../2013 (με γεν.αρ.κατ. ../2013 και αρ.κατ.δικ. ../2013) αγωγή, την από ../…/2018 (γεν.αρ.κατ. ../2018, ειδ.αρ.κατ. ../2018) ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή, την από ../../2017 (γεν.αρ.κατ. ../2017, ειδ.αρ.κατ. ../2017) ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή και την από ../../2018 (γεν.αρ.κατ. ../2018, ειδ.αρ.κατ. …/2018) πρόσθετη παρέμβαση.

ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ τη συζήτηση της υπόθεσης εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σε αυτή με την υπ' αριθμόν 8/2019 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας αυτού.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3/6/2020.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Νικόλαος Διαλυνάς

Ο Νικόλαος Διαλυνάς γεννήθηκε το έτος 1954 στη Θεσσαλονίκη. Κατάγεται από οικογένεια νομικών. Ο παππούς του ήταν Πρόεδρος Εφετών Θεσσαλονίκης και ο πατέρας του Δικηγόρος, ο οποίος άσκησε μαχόμενη Δικηγορία επί 50 έτη και δεν συνταξιοδοτήθηκε ποτέ...

send