logo-print

Αναστολή χορήγησης οικοδομικών αδειών για την ανέγερση νέων κτιρίων με ύψος άνω των 17.50 μ. στην περιοχή Μακρυγιάννη (ΣτΕ 706/2020 Ολομ.)

Δεν νοείται ισότητα στην παρανομία - Ακόμη και αν η Διοίκηση κακώς εφήρμοσε τον νόμο σε άλλες περιπτώσεις, δεν υποχρεούται η ίδια ούτε τα Δικαστήρια να τον εφαρμόσουν κακώς και στο μέλλον

05/05/2020

05/05/2020

Οικονομικά Εγκλήματα Νομιμοποιηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριοτητες
Οικονομικά Εγκλήματα Νομιμοποιηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριοτητες

ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ - ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΣΥΛΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Συνταγματικό δίκαιο - 2η έκδοση
Συνταγματικό δίκαιο - 2η έκδοση

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ

ΣτΕ 7062020 Ολομ.

Πρόεδρος: κ. Ε. Σαρπ

Εισηγητής: κ. Θ. Αραβάνης

Αναστολή χορήγησης οικοδομικών αδειών για την ανέγερση νέων κτιρίων με ύψος άνω των 17.50 μ. στην περιοχή Μακρυγιάννη 

1. Με την 706/2020 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας απερρίφθη αίτηση ακυρώσεως κατά αποφάσεως της Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, με την οποία ανακλήθηκε απόφαση της ίδιας Υπουργού, με την οποία είχε εγκριθεί κατά τον αρχαιολογικό νόμο α) η ανέγερση εννεαώροφου κτιρίου με τρία υπόγεια και δώμα με πέργκολα και ασκεπή πισίνα σε ακίνητο επί των οδών Μισαραλιώτου 7-11 και Τσάμη Καρατάση, στην περιοχή Μακρυγιάννη του Δήμου Αθηναίων, εντός του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου της πόλεως των Αθηνών και β) η επισκευή υφισταμένου διώροφου διατηρητέου κτηρίου εντός του ακινήτου.

2. Κατ' αρχάς το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας τις διατάξεις του άρθρου 24 παράγρ. 1 και 6 του Συντάγματος, επανέλαβε την πάγια νομολογία του, κατά την οποία τα όργανα του Κράτους λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζεται στο διηνεκές η προστασία και η διατήρηση των μνημείων και λοιπών στοιχείων του πολιτιστικού περιβάλλοντος και του αναγκαίου για την ανάδειξή τους περιβάλλοντος χώρου, η οποία περιλαμβάνει και την άρση της προσβολής του μνημείου και  την αποκατάσταση της μορφής του (σκ. 5). Ακολούθως επανέλαβε ότι κατά το άρθρο 10 του αρχαιολογικού νόμου (ν. 3028/2002) επεμβάσεις επί αρχαίων κατ' αρχήν απαγορεύονται (§ 1) ενώ επεμβάσεις πλησίον αρχαίων επιτρέπονται μόνο κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού Πολιτισμού, μετά από γνωμοδότηση του αρμόδιου συμβουλίου (§ 3), ειδικά δε ως προς τις οικοδομικές εργασίες, εξετάζεται αν το κτίσμα, εν όψει των διαστάσεων, της μορφής και της απόστασής του από το μνημείο, δύναται να επιφέρει άμεση ή έμμεση βλάβη στο μνημείο και στον περιβάλλοντα χώρο του. Προστατευόμενο δε στοιχείο των μνημείων και του περιβάλλοντος αυτά χώρου συνιστά και η ανεμπόδιστη θέασή τους, καθώς και ο χαρακτήρας και η φυσιογνωμία της ευρύτερης περιοχής, η οποία τελεί σε άμεση οπτική επαφή με τα μνημεία και είναι αναγκαία για την ανάδειξή τους. Η αιτιολογία της χορηγούμενης εγκρίσεως (άδειας) πρέπει να περιέχει: α) περιγραφή των προστατευτέων μνημείων, β) περιγραφή του προς εκτέλεση έργου και γ) τεκμηριωμένη εκτίμηση των επιπτώσεων του έργου επί των μνημείων, ενώ ο Υπουργός Πολιτισμού μπορεί να επιβάλει τους κατάλληλους όρους και περιορισμούς στη δόμηση, περιλαμβανομένου και του περιορισμού του ανωτάτου ύψους και του αριθμού των ορόφων, χωρίς να δεσμεύεται από τους όρους δόμησης που καθορίζονται είτε από γενικές ή ειδικές διατάξεις (σκ. 6). Τέλος, επανέλαβε τη νομολογία κατά την οποία οι ευμενείς διοικητικές πράξεις ανακαλούνται, αν είναι παράνομες, μέσα σε εύλογο χρόνο από την έκδοσή τους, με αιτιολογημενη πράξη αναφερομενη σε συγκεκριμένα περιστατικά ή στοιχεία, ενώ, εξ άλλου, νομική πλημμέλεια που επιτρέπει την ανάκληση συνιστά και η πλάνη περί τα πράγματα. Αντίθετα, η διαφορετική εκτίμηση των αυτών πραγματικών περιστατικών δεν συνιστά, κατ’ αρχήν, λόγο ανακλήσεως, εκτός αν συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος, όπως η προστασία των αρχαιοτήτων, η συνδρομή του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς. Τέλος, κρίθηκε ότι σύμφωνα με το άρθρο μόνο παρ. 1 του α.ν. 261/1968 χρόνος μικρότερος της πενταετίας για την ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξεως θεωρείται πάντοτε εύλογος (σκ. 8).

3. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι νομίμως το Κ.Α.Σ. επανεξήτασε προηγούμενη γνωμοδότησή του, με την οποία είχε θεωρήσει ότι το εννεαώροφο κτίριο δεν βλάπτει την Ακρόπολη και ότι εντάσσεται αρμονικά στο δομημένο περιβάλλον της περιοχής, και πρότεινε την ανάκληση της χορηγηθείσας εγκρίσεως, εν όψει ιδίως του νέου στοιχείου της αυτοψίας των μελών του τόσο επί τόπου όσο και από τον Ιερό Βράχο, και της διαπίστωσης ότι το κτίριο υποβαθμίζει με το ύψος και τον όγκο του την Ακρόπολη, που αποτελεί μνημείο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς, ενώ δεν εντάσσεται και στο περιβάλλον της περιοχής διότι είναι υψηλότερο των όμορων κτιρίων πλην ενός. Εν όψει τούτου, κρίθηκε ότι νομίμως η Υπουργός Πολιτισμού ανακάλεσε την προηγούμενη έγκρισή της, και δη εντός ευλόγου χρόνου μικρότερου των επτά μηνών, για τους ανωτέρω, δημοσίου συμφέροντος, λόγους της προστασίας των μνημείων και του περιβάλλοντος της περιοχής. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι νομίμως συνεκτιμήθηκε το σωρευτικό αποτέλεσμα από την ανέγερση ενός επί πλέον υψηλού και ογκώδους κτιρίου ως αρνητικός παράγοντας ένταξής του στην ήδη βεβαρημένη δομικώς περιοχή. Ως προς τον έλεγχο του ύψους του κτιρίου, κρίθηκε ότι εφ’ όσον το υπό ανέγερση κτίριο ευρίσκεται πλησίον μνημείου της Παγκόσμιας Κληρονομιάς και εντός αρχαιολογικού χώρου, ο έλεγχος του Υπουργού Πολιτισμού και του Κ.Α.Σ. εκτείνεται σε όλα τα στοιχεία του κτιρίου, μεταξύ των οποίων και το ύψος, αδεσμεύτως από όρους δομήσεως που καθορίζονται είτε από γενικές διατάξεις (Γ.Ο.Κ., Ν.Ο.Κ.) είτε από ειδικές διατάξεις για την προστασία αρχαιολογικών χώρων (π.δ. της 19.2-5.3.1975 περί ελέγχου υψών γύρω από την Ακρόπολη).

Περαιτέρω, λόγος ακυρώσεως κατά τον οποίο το ύψος του αρχικώς εγκριθέντος κτιρίου (31,70 μ.) είναι ανεκτό διότι υπολείπεται του ανώτατου ύψους κατ' άρθρο 15 του Ν.Ο.Κ. (32 μ.), απερρίφθη  διότι, όπως κρίθηκε με την απόφαση ΣΕ 705/2020 Ολομ., εν προκειμένω δεν ισχύει το άρθρο 15 του Ν.Ο.Κ. αλλά το β.δ. της 30.8-9.9.1955 «Περί όρων δομήσεως εν Αθήναις», το οποίο προβλέπει για την περιοχή ανώτατο υψος 21 μ.. Στη συνέχεια, κρίθηκε ότι δεν υπάρχει παράβαση των αρχών της ισότητας και της προστατευομένης εμπιστοσύνης εκ του ότι η Διοίκηση επέτρεψε σε άλλες περιπτώσεις την ανέγερση υψηλών κτιρίων στην περιοχή κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ΓΟΚ 1985 και του ΝΟΚ, διότι δεν νοείται ισότητα στην παρανομία και, συνεπώς, ακόμη και αν η Διοίκηση κακώς εφήρμοσε τον νόμο σε άλλες περιπτώσεις, δεν υποχρεούται η ίδια ούτε τα Δικαστήρια να τον εφαρμόσουν κακώς και στο μέλλον. Επίσης, κρίθηκε ότι δεν ασκεί επιρροή το γεγονός α) ότι το κτίριο δεν θα είναι ορατό από τα χαμηλά σημεία της Ακρόπολης λόγω της παρεμβολής οικοδομών επί της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου, αφού πάντως το κτίριο θα είναι ορατό από τους ευρισκόμενους επί του Ιερού Βράχου και β) ότι το ύψος του κτιρίου, λόγω κατωφέρειας του εδάφους, δεν υπερβαίνει το ύψος των οικοδομών στο μέτωπο της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου, διότι κατ’αυτόν τον τρόπο αγνοείται το φυσικό ανάγλυφο της περιοχής, προς το οποίο πρέπει να προσαρμόζονται τα ύψη των οικοδομών. Τέλος κρίθηκε ότι η τυχόν οικονομική βλάβη της αιτούσας δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης, αλλά θεμελιώνει, ενδεχομένως, εφ' όσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, δικαίωμα αποζημιώσεως από το αρμόδιο δικαστήριο (σκ. 10).

4. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο έκρινε νόμιμη και επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης, κατά την οποία η αρχική έγκριση ήταν ανακλητέα προκειμένου να διενεργηθεί ολοκληρωμένη ανασκαφική έρευνα στο επίδικο οικόπεδο, δεδομένου ότι η αρχική έρευνα ήταν ανεπαρκής και τα τεθέντα υπ' όψη του Κ.Α.Σ. στοιχεία ελλιπή και ανακριβή. Ειδικότερα, όπως διαπιστώθηκε, στο οικόπεδο δεν είχαν πραγματοποιηθεί οι επιστημονικώς αναγκαίες τομές, αλλά μόνο οι τομές που υπέδειξε η ιδιοκτήτρια του ακινήτου για τις ανάγκες γεωτεχνικής της μελέτης, με συνέπεια την αδυναμία συναγωγής ασφαλούς συμπεράσματος ως προς την έκταση και τη σημασία των υποκειμένων αρχαιοτήτων.

Περαιτέρω, δεδομένου ότι σε όμορα οικόπεδα είχαν εντοπισθεί κατά το παρελθόν αρχαιότητες, οι οποίες πιθανόν εκτείνονται και στο επίδικο,  έπρεπε πρώτα να ολοκληρωθεί η αρχαιολογική έρευνα και ακολούθως να παραπεμφθεί στο Κ.Α.Σ. το ζήτημα των υποκειμένων αρχαιοτήτων, από την έκβαση του οποίου θα εξηρτάτο περαιτέρω το ζήτημα της δόμησης ή μη του οικοπέδου και η έγκριση η μη της αρχιτεκτονικής μελέτης του κτιρίου (σκ. 11). Τέλος, κρίθηκε ότι, εφ’όσον δύο αιτιολογικά σκέλη της προσβαλλομένης είναι νόμιμα, παρέλκει ως αλυσιτελής η έρευνα της νομιμότητας τρίτου αιτιολογικού ερείσματος αυτής (σκ. 12).

Πηγή: adjustice.gr