logo-print

Διευκρινίσεις για ζητήματα πολιτικής δικονομίας σε σχέση με τις ρυθμίσεις της νέας απόφασης για τη λειτουργία των δικαστηρίων

Γνωμοδοτικά σημειώματα για ζητήματα εκουσίας δικαιοδοσίας και ασφαλιτικών μέτρων

10/01/2021

12/01/2021

Η αναίρεση κατά τον ΚΠολΔ - Δ΄ έκδοση

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΠΕΣ

ΚΑΛΑΒΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

Δίκαιο της Δικαιοπραξίας

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

ΠΑΠΑΣΤΕΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

ΚΑΛΒΑΝΙΔΟΥ ΔΕΣΠΟΙΝΑ

Διευκρινίσεις επί των ζητημάτων πολιτικής δικονομίας που έχουν ανακύψει σε σχέση με τις ρυθμίσεις της νέας από 8.1.2021 Κοινής Υπουργικής Απόφασης παρέχουν γνωμοδοτικά σημειώματα που δημοσίευσε η Ολομέλεια των Προέδρων Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας.

Όπως αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση, επειδή πολλοί συνάδελφοι έχουν εκφράσει προβληματισμούς σχετικά την ερμηνεία των ρυθμίσεων της νέας από 8.1.2021 με αρ. Δ1α/ΓΠ.οικ.:1293 ΚΥΑ σε ό,τι αφορά την εκουσία δικαιοδοσία και τα ασφαλιστικά μέτρα, δημοσιεύουμε προς διευκόλυνση των συναδέλφων τα γνωμοδοτικά σημειώματα που συνέταξαν ο Αν. Καθηγητής Πολιτικής Δικονομίας, Σπυρίδων Τσαντίνης, και ο Επ. Καθηγητής Πολιτικής Δικονομίας, Παναγιώτης Γιαννόπουλος επί των σχετικών ερωτημάτων που τους έθεσαν ο Πρόεδρος της Ολομέλειας των Προέδρων Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας, Δημήτρης Βερβεσός και ο Αντιπρόεδρος της Ολομέλειας, Ευστάθιος Κουτσοχήνας.

Το δικηγορικό σώμα ευχαριστεί τους συναδέλφους ο Σπύρο Τσαντίνη και Παναγιώτη Γιαννόπουλο για την άμεση ανταπόκριση και την συνεπή, αφιλοκερδή τους προσφορά, καταλήγει η ανακοίνωση.

Απαντήσεις επί ερωτημάτων που γεννώνται από την ΚΥΑ της 08.01.2021 (ΦΕΚ Β – 30)

Ενόψει της διεύρυνσης των εκδικαζόμενων υποθέσεων με νέα ΚΥΑ, που πλέον συμπεριλαμβάνει τις υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας πρώτου και δεύτερου βαθμού, όπου δεν απαιτείται ή ζητείται εξέταση μάρτυρα στο ακροατήριο με τη δυνατότητα προσκόμισης ενόρκων βεβαιώσεων, ερωτάται:

1. Απαιτείται κλήση για τη λήψη της ανωτέρω ένορκης βεβαίωσης, και αν ναι προς ποιον θα γίνει, ελλείψει αντιδίκου;

Συνοπτική γενική απάντηση: Για ασφάλεια, εφόσον ο αιτών θέλει να λάβει ένορκη βεβαίωση, συνιστάται να κοινοποιεί κλήση προς τον καθ’ ου (ή/και προς τον εισαγγελέα, όπου προβλέπεται ότι η αίτηση κοινοποιείται και στον εισαγγελέα). Τούτο, ανεξαρτήτως του εάν κατά την κατάθεση της αίτησης ο δικαστής του προσδιορισμού διέταξε την κλήση του καθ’ ού (αναλυτικότερη θεμελίωση της συνοπτικής απάντησης ακολουθεί):

Εφόσον θέλει να λάβει ένορκη βεβαίωση ο καθ’ ού, πρέπει να κοινοποιήσει κλήση προς τον αιτούντα. Ο καθ’ ού όμως καλό είναι να έχει εκ των προτέρων σταθμίσει ποια γενικότερη δικονομική στάση θα τηρήσει, λαμβάνοντας υπόψη τα κατωτέρω (που θεμελιώνουν αναλυτικότερα την συνοπτική απάντηση):

Στην εκουσία δικαιοδοσία δεν υπάρχει αντιδικία, άλλως δεν υφίσταται «διαφορά» (με την τεχνική έννοια). Έτσι, το ζήτημα πώς ακριβώς κτάται η ιδιότητα «διαδίκου» (ή «ενδιαφερομένου μέρους» ή «μετέχοντος μέρους» ή όπως άλλως ήθελε κληθεί) για τα λοιπά πλην του αιτούντος εμπλεκόμενα πρόσωπα είναι από τα προβληματικότερα στον νόμο, στην πράξη και στην θεωρία.

Ως προς τα «μετέχοντα πρόσωπα», ο ίδιος ο ΚΠολΔ χρησιμοποιεί παραλλήλως τρεις όρους. Η ΚΠολΔ 744 κάνει λόγο για «ενδιαφερομένους»· η ΚΠολΔ 751 κάνει λόγο για εκείνους που «μετέχουν» στη δίκη· τέλος, στις ΚΠολΔ 753, 758, 759 § 1 και 764 § 2 γίνεται λόγος για «διαδίκους». Και ενώ κατά τις εργασίες σύνταξης του ΚΠολΔ ο Μητσόπουλος υπεστήριξε ότι για την εκούσια δικαιοδοσία θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ο ευρύτερος όρος «μετέχοντα πρόσωπα», ο Μιχελάκης αντιπαρετήρησε ότι «η λέξις «διάδικος» λαμβάνεται ενταύθα υπό την ευρείαν του όρου έννοιαν, τουτέστιν εν τη εννοία του προσώπου του μετέχοντος διαδικασίας, είναι δε πρόσφορον όπως χρησιμοποιηθή τόσον εις την αμφισβητουμένην δικαιοδοσίαν όσον και εις την εκουσίαν». Και συνέχιζε ο Μιχελάκης, υπενθυμίζοντας ότι «κατά τούτο δε ο ελληνικός όρος «διάδικος» υπερτερεί του γερμανικού όρου «Partei», διότι δι’ αυτού εκφράζεται έννοια ευρυτέρα». Η χρήση διαφορετικών εντέλει όρων αποτελεί, κατά την πιθανότερη εκδοχή, συμβιβασμό μεταξύ των μελών της επιτροπής και δεν σημαίνει κάποια ηθελημένη λεπτεπίλεπτη διαφοροποίηση των όρων.

Υπό τις ανωτέρω διευκρινίσεις και κατά την άποψη που έχει κρατήσει, η ιδιότητα του διαδίκου στην εκουσία δικαιοδοσία αποκτάται μόνο με την τυπική συμμετοχή στην διαδικασία σύμφωνα με έναν από τους τρόπους που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με (i) για τον αιτούντα: με την υποβολή της αίτησης (747 ΚΠολΔ), (ii) με την κλήτευση προσώπου με διαταγή του δικαστηρίου (748 § 3 ΚΠολΔ), (iii) με την προσεπίκλησή του από τον αιτούντα ή το δικαστήριο (753 ΚΠολΔ), (iv) με την άσκηση παρέμβασης (κύριας ή πρόσθετης) στην ανοιγείσα με την αίτηση δίκη (752 ΚΠολΔ), (v) [εκ των υστέρων, μετά την έκδοση απόφασης] με την άσκηση τριτανακοπής (773 ΚΠολΔ), (vi) εκ του νόμου, όταν την ιδιότητα αυτή απονέμει ο ίδιος ο νομοθέτης. Όσα πρόσωπα δεν απέκτησαν την ιδιότητα του διαδίκου με τους προαναφερθέντες τρόπους, έχουν ιδιότητα τρίτου.

Ως προς την τελευταία αυτή κατηγορία διαδίκων, σημειώνεται ότι πρόκειται για πρόσωπα προς τα οποία ο νόμος επιφορτίζει τον αιτούντα με την υποχρέωση να απευθύνει την αίτηση προς αυτά ή υποχρεώνει τον δικαστή σε κλήτευση, κατά παράκαμψη της διακριτικής ευχέρειας διαταγής κλήτευσης του άρθρ. 748 § 3 ΚΠολΔ. Στην πράξη απαντούν, ωστόσο, περιπτώσεις κατά τις οποίες ο δικαστής ορίζει στον αιτούντα την προθεσμία κοινοποίησης της αίτησης σε κάποιο πρόσωπο, ώστε το τελευταίο να λάβει γνώση της αίτησης και να ασκήσει παρέμβαση ή να προστατεύσει κατ’ άλλο, ενδεχομένως, τρόπο τα πιθανά συμφέροντα του. Κατά κρατούσα άποψη, η πράξη αυτή του δικαστή (δηλαδή η πρωτοβουλία του να διατάξει τον αιτούντα να κοινοποιήσει την αίτηση) δεν συνιστά, ούτε μπορεί να αναπληρώσει, την προβλεπόμενη από το άρθρο 748 § 3 ΚΠολΔ κλήτευση. Η άποψη αυτή, εκτός του ότι έχει τύχει σοβαρού αντιλόγου, προκαλεί μια κάποια σύγχυση. Η κοινοποίηση της αίτησης κατόπιν διαταγής του δικαστή, που εφόσον δεν προβλέπεται στο νόμο, αποτελεί ευχέρειά του, δεν πρέπει να συγχέεται με τη νομοθετική πρόβλεψη κοινοποίησης. Και τούτο, διότι στην δεύτερη περίπτωση ο νόμος, προβλέποντας ακριβώς την υποχρέωση κοινοποίησης εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, καθιστά υποκείμενο της δίκης (δηλαδή «διάδικο») το προς ο η κοινοποίηση πρόσωπο, αναγνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει ανάγκη πρόσθετης δικής του ενέργειας (δηλαδή άσκησης παρέμβασης). Με άλλες λέξεις, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, η εκ του νόμου υποχρέωση του αιτούντος για κοινοποίηση της αίτησης κατ’ ορθή ερμηνεία ταυτίζεται, ως προς τις επαγόμενες έννομες συνέπειες, με την απεύθυνση της αίτησης ή την υποχρεωτική από τον δικαστή κλήτευση του καθ΄ου προσώπου.

Δείτε αναλυτικά τα σημειώματα στο dsa.gr

Η προβληματική στέγαση της δικαιοσύνης στον Πειραιά

ΧΩΡΟΤΑΞΙΑ

ΔΕΓΛΕΡΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

Δίκαιο της Δικαιοπραξίας

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

ΠΑΠΑΣΤΕΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

ΚΑΛΒΑΝΙΔΟΥ ΔΕΣΠΟΙΝΑ

send