logo-print

Έννοια ανακρίβειας φορολογικής δηλώσεως κατ’ άρθρο 68§2 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

06/12/2017

06/12/2017

Ο προσδιορισμός και η είσπραξη του φόρου

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ

Ο προσδιορισμός και η είσπραξη του φόρου

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ

Με την υπ' αριθμ. 265/2017 γνωμοδότησή του το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους απάντησε σε ερώτημα της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων αναφορικά με την έννοια ανακρίβειας φορολογικής δηλώσεως κατ’ άρθρο 68§2 περ. β’ του ν. 2238/1994.

Συγκεκριμένα, η γνωμοδότηση αφορά στην έννοια της ανακρίβειας της φορολογικής δηλώσεως της περιπτώσεως β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 68 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος- ΚΦΕ - για την εφαρμογή - και την έκταση εφαρμογής - της περί δεκαετούς παραγραφής διατάξεως του άρθρου 84§4 του ίδιου νόμου, υπό το πρίσμα όσων έγιναν δεκτά με τις υπ’ αριθμ. 2934 και 2935/2017 αποφάσεις του ΣτΕ (7μ.) και το υπ’ αριθμ. 2642/2017 πρακτικό γνωμοδοτήσεως της Ολομελείας του ΝΣΚ.

Όπως αναφέρεται, μεταξύ άλλων στη γνωμοδότηση, η ανακρίβεια της δηλώσεως και των συνυποβληθέντων με αυτήν ειδικών εντύπων και καταστάσεων μπορεί να διαπιστώνεται από την μη ανταπόκριση του περιεχομένου της δηλώσεως (και των συνυποβληθέντων με αυτήν ειδικών εντύπων και καταστάσεων) στην πραγματικότητα, διαπιστουμένη με βάση τα περιερχόμενα στην φορολογική αρχή στοιχεία και πληροφορίες από τον φορολογούμενο ή τρίτα πρόσωπα ή άλλες δημόσιες αρχές ή στο πλαίσιο διενεργηθέντος φορολογικού ελέγχου.

Η ανακρίβεια της δηλώσεως στην περίπτωση αυτή προκύπτει από συμπληρωματικά στοιχεία και, επομένως, η δυνατότητα εκδόσεως φύλλου ελέγχου (αρχικού ή συμπληρωματικού) με βάση συμπληρωματικά στοιχεία, τα οποία εφόσον περιέρχονται στη φορολογική αρχή μετά την προθεσμία της πενταετούς παραγραφής, εμπίπτει στην περίπτωση α' του άρθρου 62§2 του ΚΦΕ, πλην, όμως, καίτοι η περίπτωση αυτή φαίνεται στο νόμο ως αυτοτελής και διακεκριμένη από την περίπτωση β' του άρθρου 62§2 του ίδιου Κώδικα (ανακρίβεια της δηλώσεως), κατ' ουσίαν οι δύο αυτές περιπτώσεις νομοθετικής παρεκτάσεως του χρόνου παραγραφής σε δεκαετία, είναι εμφανές ότι αλληλοκαλύπτονται σε υποθέσεις ανακρίβειας της υποβληθείσης δηλώσεως, δεδομένου ότι τα στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη μη δηλωθέντος εισοδήματος και περιέρχονται μετά την πενταετία σε γνώση της φορολογικής αρχής τεκμηριώνουν, κατ' αρχήν, και την (αντικειμενική) ανακρίβεια της υποβληθείσας δηλώσεως (πρβλ ΣτΕ 2934, 2935/2017, σκέψη 14).

Επομένως, η έκδοση φύλλου ελέγχου (αρχικού ή συμπληρωματικού) με βάση συμπληρωματικά στοιχεία πρέπει να αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο της ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως της περιπτώσεως α' του άρθρου 68§2 του ΚΦΕ, διότι η αντιμετώπισή της με βάση τη διάταξη περί ανακριβείας της δηλώσεως θα καθιστούσε χωρίς αντικείμενο τη διάταξη για τα συμπληρωματικά στοιχεία, είναι δε εντελώς διάφορο το ζήτημα των συνεπειών της ανακρίβειας της δηλώσεως, οι οποίες υφίστανται και στην περίπτωση της διαπιστώσεώς της από συμπληρωματικά στοιχεία.

Δείτε αναλυτικά τη γνωμοδότηση 265/2017 του ΝΣΚ εδώ.

Διαβάστε επίσης: Αποδεκτές δύο γνωμοδοτήσεις του ΝΣΚ για ζητήματα παραγραφής σε φορολογικές υποθέσεις από την ΑΑΔΕ