logo-print

Ιστορική αναδρομή του θεσμού των Ειρηνοδικών πριν από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους

17/01/2022

18/01/2022

Η άσκηση διοικητικού έργου μέσω ιδιωτών

ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ - ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΜΟΥΖΟΥΡΑΚΗ

Συναινετικό διαζύγιο και γονική μέριμνα

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΠΥΡΙΔΑΚΗΣ

Επιμέλεια: Ελένη-Μαρίνα (Μαριλένα) Σούκερα, δικηγόρος ΜΔΕ Νομικής Σχολής Αθηνών, ιστορικός

1. Ιστορική αναδρομή του θεσμού των Ειρηνοδικών πριν από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους

Η καταγωγή του θεσμού των Ειρηνοδικών είναι αρχαιοτάτη. Στην κλασική εποχή ειρηνοδίκες ήταν οι διαιτητές του Αθηναϊκού Δήμου. Επί Ρωμαϊκής Δημοκρατίας και μετέπειτα Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Ειρηνοδίκες ήταν οι judici private, arbitri ή recuperatores της Ρώμης. Στη συνέχεια, στο Βυζαντινό Δίκαιο οι Ειρηνοδίκες μνημονεύονται στη Νεαρά 15 του έτους 365, όπου και ονομάζονται defensores civitatem, οι οποίοι τάχθηκαν από τον Ιουστινιανό υπέρ των αδικουμένων. Οι αρμοδιότητες των defensores civitatem εξαντλούνταν σε διαφορές, των οποίων το αντικείμενο δεν ήταν μεγαλύτερο από 300 χρυσά1.

Όμως, Ειρηνοδίκες υπήρχαν και στη Μεσαιωνική Δύση. Στη νομοθεσία των Φράγκων υπήρχαν οι centenarii. οι οποίοι ήταν δικαστές που προΐσταντο των φεουδαρχικών familiae. Τον 14ο αιώνα στη Γαλλία υπάρχει ο θεσμός του juge auditeur. Επίσης, Ειρηνοδίκες εμφανίζονται το 1275 στο Δίκαιο των Αγγλοσαξώνων. Επιπλέον, στην Ολλανδία του 1700 υπήρχαν οι Ειρηνοποιοί, faiseurs de paix. Εντούτοις, ο θεσμός των Ειρηνοδικών υπό την σύγχρονή του μορφή είναι γνήσιο τέκνο των ιδεών του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης2. Η Συντακτική Συνέλευση του 1790 ίδρυσε τα Ειρηνοδικεία3.

Η Γαλλική Επανάσταση δημιούργησε τον λαϊκό δικαστή, τον Ειρηνοδίκη, προκειμένου να προστατεύσει τους αδύνατους και απλούς πολίτες. Στον Ειρηνοδίκη χορήγησε την εξουσία να συμβιβάζει τους διαδίκους, ούτως ώστε να προλαμβάνονται οι έριδες και οι συγκρούσεις, να λαμβάνει συντηρητικά μέτρα προστασίας των δικαίων των πολιτών και να επιλύει διαφορές. Στην ουσία ήθελε να δημιουργήσει έναν δικαστή ουσίας και όχι τύπων4.

Ο θεσμός των Ειρηνοδικών προϋπήρχε της συστάσεως του Ελληνικού Κράτους. Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατάκτησης καθήκοντα Ειρηνοδίκου εκτελούσαν οι δημογέροντες, οι οποίοι ήταν δίκαιοι και μορφωμένοι. Ως Ειρηνοδίκες, απένειμαν τη δικαιοσύνη με ορθή και δίκαιη κρίση, προκειμένου να διασφαλίσουν την ασφάλεια των συναλλαγών και να ικανοποιήσουν το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Οι δημογέροντες είχαν άμεση επικοινωνία με τους κατοίκους των κοινοτήτων τους και για τον λόγο αυτό ήταν ιδιαιτέρως σημαντική για αυτούς η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ως ενασκούντες χρέη Ειρηνοδίκου και λόγω της ιδιότητάς τους, ως προκρίτων, επιδίωκαν πρωτίστως την επίτευξη συμβιβασμού5.

2. Τα ισχύοντα περί του θεσμού των Ειρηνοδικών μετά την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους

Η Γαλλική Επανάσταση επηρέασε εξαιτίας ιστορικών και κοινωνικών λόγων την πρώτη νομοθετική δράση του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους. Η νομοθεσία της Ελληνικής Επανάστασης, ψηφίσματα 30/4 και 2/1 1822, αναγνώρισε τη δικαστική εξουσία, ως διακεκριμένη, αυτοδύναμη και ανεξάρτητη από τις άλλες, Νομοθετική και Εκτελεστική και έσπευσε να συστήσει τα πρώτα Ειρηνοδικεία στην Ελλάδα σε κοινότητες και χωριά. Έπειτα, με το από 15 Δεκεμβρίου 1828 ψήφισμα του Κυβερνήτη, Ιωάννη Καποδίστρια, περί οργανισμού και αρμοδιότητος των Δικαστηρίων συστηματοποιήθηκε η Ειρηνοδικειακή Δικαιοσύνη6. Σύμφωνα με τα άρθρα 4-31 του Οργανισμού των Δικαστηρίων και Αρμοδιότητος των Δικαστηρίων προβλέφτηκε η σύσταση του Ειρηνοδικείου, του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου, του Εμπορικού Δικαστηρίου και του Ανέκκλητου Κριτηρίου7.

Στα άρθρα 4-10 του Κώδικα αυτού αναφέρεται ότι το Ειρηνοδικείο είναι το κατώτατο δικαστήριο, το οποίο είναι αρμόδιο για επίλυση μικρής αξίας διαφορών8. Ως εκ τούτου, Ειρηνοδικείο ιδρυόταν σε κάθε τόπο, όπου κατοικούσαν τουλάχιστον 100 οικογένειες υπό την προϋπόθεση ότι εφαρμοζόταν στην κοινότητά τους ο θεσμός της δημογεροντίας9. Σε τόπους, όπου υπήρχε ένας μόνο δημογέροντας, αυτός παράλληλα με τα καθήκοντά του, αναλάμβανε και καθήκοντα Ειρηνοδίκου. Όμως, σε κοινότητες, όπου υπήρχαν περισσότεροι του ενός δημογέροντες, η Κυβέρνηση εξέλεγε έναν από αυτούς, στον οποίο και ανέθετε καθήκοντα Ειρηνοδίκου. Πάντως, βάσει του μεταγενέστερου ψηφίσματος, που έφερε τον αριθμό 10.155, η Κυβέρνηση ανέθεσε στους Έκτακτους Επιτρόπους και Προσωρινούς Διοικητές τον διορισμό δημογερόντων, προκειμένου αυτοί να ασκήσουν τα καθήκοντα του Ειρηνοδίκη. Στην περίπτωση που παρουσιαζόταν κώλυμα στον μοναδικό δημογέροντα, που εκτελούσε και χρέη Ειρηνοδίκου, αυτός αναπληρωνόταν από τον δημογέροντα της πλησιέστερης κοινότητας10.

Οι δημογέροντες ανάλογα με την αξία του αντικειμένου της διαφοράς δίκαζαν είτε ανέκκλητα είτε έκκλητα. Το 1834, με τον Οργανισμό των Δικαστηρίων, καθορίστηκαν τα της συστάσεως των Ειρηνοδικείων και με την Πολιτική Δικονομία ρυθμίστηκε η ενώπιον αυτών διαδικασία και αρμοδιότητα. Πέραν της κύριας δικαστικής του εξουσίας, ο Ειρηνοδίκης εκτελούσε και έργα ειρηνοποιού — διαιτητού, εν όψει του αιτήματος της εμπεδώσεως της κοινωνικής γαλήνης και τάξεως και της προστασίας των αδικουμένων11.

Ειδικότερα και αναφορικά με την καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου πρέπει να γίνει η ακόλουθη διάκριση: α) σε υποθέσεις των οποίων το αντικείμενο δεν υπερέβαινε την αξία των 60 διστήλων12 και οι εκδιδόμενες αποφάσεις επ’ αυτών υπέκειντο σε έφεση ενώπιον του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου, β) σε υποθέσεις των οποίων οι εκδιδόμενες αποφάσεις δεν εκκαλούνταν και γ) σε υποθέσεις που είχαν αναρμοδίως εισαχθεί προς επίλυση ενώπιον του Ειρηνοδίκου και είχε γίνει παρέκταση της αρμοδιότητας με σχετική συμφωνία των διαδίκων. Σε κάθε περίπτωση ο Ειρηνοδίκης υποχρεούνταν να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς επίτευξη συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων13.

Εντούτοις, σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που θέσπισε ο Καποδίστριας με το από 15 Αυγούστου 1830 ψήφισμά του, ανατέθηκε στους Ειρηνοδίκες και η εκδίκαση των πταισμάτων, η οποία ελάμβανε χώρα κατόπιν σχετικής αιτήσεως του παθόντος. Κατά τη διαδικασία και τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτούνταν η τήρηση πολλών τύπων, που προσιδιάζει με τις κλήσεις. Όμως, η ανάκριση και η εκτέλεση των αποφάσεων είχαν ανατεθεί στην αστυνομία14.

Ο Κώδικας Πολιτικής Διαδικασίας που θεσπίστηκε με το από 15 Αυγούστου 1830 ψήφισμα του Κυβερνήτου αποτελεί τον πρώτο Κώδικα Αστικού Δικονομικού Δικαίου, ο οποίος δημοσιεύτηκε στην απελευθερωμένη Ελλάδα. Τα άρθρα 1-54 του Κώδικα αυτού15 καθορίζουν τη διαδικασία ενώπιον των Ειρηνοδικών. Επίσης, κατά τα άρθρα αυτά δεν προβλέπεται έγγραφη προδικασία, αλλά η διαδικασία ξεκινά από την επίδοση κλήσεως προς συζήτηση ενώπιον του ακροατηρίου. Εάν, βέβαια, επρόκειτο περί υποθέσεως για την οποία ο Ειρηνοδίκης αποφαινόταν σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, τότε δε συντασσόταν πρακτικό ή έκθεση περί της καταθέσεως των μαρτύρων, αλλά σημειώνονταν απλώς οι αγωγές, οι ενστάσεις, οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι καταθέσεις των μαρτύρων και επακολουθούσε η έκδοση της αποφάσεως. Στην περίπτωση που επιτρεπόταν η άσκηση εφέσεως κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδίκου, τότε τηρούνταν πλήρες πρακτικό με τις καταθέσεις των μαρτύρων16​.

Βιβλιογραφία

ΜΕΞΗΣ Ν. — ΜΕΞΗΣ Δ., Ο ειρηνοδίκης: αρμοδιότης και διαδικασία δικαστική — διοικητική νομοθεσία, ερμηνεία, νομολογία, τυπικόν, Αθήνα, 1955.

ΣΕΡΕΜΕΤΗΣ Δ., Η δικαιοσύνη επί Καποδίστρια, Α’ Πρώτη Περίοδος 1828-1829 (μετ’ ανεκδότων εγγράφων), Θεσσαλονίκη, 1952.

ΣΕΡΕΜΕΤΗΣ Δ., Οι δικαστικοί οργανισμοί του Κυβερνήτου: συνοπτική δογματική σύγκρισις, ανάτυπο από Αρμενόπουλο, Θεσσαλονίκη, 1955.

  • 1. Βλ. ΜΕΞΗ Ν. — ΜΕΞΗ Δ., Ο ειρηνοδίκης: αρμοδιότης και διαδικασία δικαστική — διοικητική νομοθεσία, ερμηνεία, νομολογία, τυπικόν, Αθήνα, 1955, σ. 11.
  • 2. ΜΕΞΗΣ, όπ. π., σ. 12.
  • 3. Σύμφωνα με τον Thouret, τον οργανωτή του θεσμού, «Τὰ Εἰρηνοδικεῖα πρέπει νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένα των δικονομικῶν τύπων·κανονισμὸς ὰπλούστατος θὰ εἶναι ἐπαρκής ὁδηγὸς τῶν Εἰρηνοδικῶν, ἡ δ’ ἐνώπιον αὐτῶν, διαδικασία χωρὶς διατυπώσεις, καλὴ, ἁπλῆ καὶ ἀνέξοδος», βλ. ΜΕΞΗ, όπ. π. σ. 12. Κατά τον Faure «Δημιουργήσατε δικαστήν, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ σκέπτεται καὶ νὰ μὴν ὑπάρχῃ εἰμὴ μόνον χάριν τῶν συμπολιτῶν του· δικαστὴν πατέρα ἐν μέσῳ αὐτῶν ὡς τέκνων του θεωρουμένων. Καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ δικαστὴν ὁ ὁποῖος νὰ ἀποκαθιστᾷ κάθε παρανομίαν, νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν εὐτυχίαν καὶ νὰ ἀπολαύῃ τῆς ἀγαθοτέρας ὑπολήψεως, παντοῦ καὶ πάντοτε ἀξιαγάπητος καὶ ἀξιοσέβαστος. Αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι ὁ Εἰρηνοδίκης», βλ. ΜΕΞΗ, όπ. π., σ. 12.
  • 4. ΜΕΞΗΣ, όπ. π., σ. 12.
  • 5. Βλ. ΣΕΡΕΜΕΤΗ Δ., Η δικαιοσύνη επί Καποδίστρια, Α’ Πρώτη Περίοδος 1828-1829 (μετ’ ανεκδότων εγγράφων), Θεσσαλονίκη, 1952, σ. 145.
  • 6. Βλ. ΜΕΞΗ, όπ. π., σ. 13.
  • 7. Βλ. ΣΕΡΕΜΕΤΗ, Η δικαιοσύνη, όπ. π., σ. 66.
  • 8. Μάλιστα, κατά το υπ’ αριθμόν ΙΓ’)1822 ψήφισμα, καθήκοντα του Ειρηνοδίκου είχαν ανατεθεί στους δημογέροντες κάθε χωριού Την παραπομπή αυτή γνωρίζω από ΣΕΡΕΜΕΤΗ, Η δικαιοσύνη, όπ. π. σ. 66.
  • 9. Βλ. ΣΕΡΕΜΕΤΗ, Η δικαιοσύνη, όπ. π., σ. 66.
  • 10. ΣΕΡΕΜΕΤΗΣ, Η δικαιοσύνη, όπ. π., σ. 67.
  • 11. ΜΕΞΗΣ, όπ. π., σ. 12-13.
  • 12. Στον Ειρηνοδίκη κώμης υπάγονταν διαφορές αξίας μέχρι 40 διστήλων. Βλ. ΣΕΡΕΜΕΤΗ, Η δικαιοσύνη, όπ. π., σ. 69.
  • 13. Βλ. ΣΕΡΕΜΕΤΗΣ, Η δικαιοσύνη, όπ. π., σ. 67.
  • 14. ΣΕΡΕΜΕΤΗ, Οι δικαστικοί οργανισμοί του Κυβερνήτου: συνοπτική δογματική σύγκρισις, ανάτυπο από Αρμενόπουλο, Θεσσαλονίκη, 1955, σ. 10-11.
  • 15. Την παραπομπή αυτή γνωρίζω από Σερεμέτη, Οι δικαστικοί οργανισμοί, όπ. π., σ. 13.
  • 16. Βλ. ΣΕΡΕΜΕΤΗ, Οι δικαστικοί οργανισμοί, όπ. π., σ. 12-13.