logo-print

Καταχρηστική δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού και επίσπευση αυτού από τράπεζα (ΜΠρΠειρ 1232/2022)

Η δήλωση συνέχισης και η επίσπευση πλειστηριασμού εκ μέρους της τράπεζας κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων μεταξύ των διαδίκων και ενόσω προχωρούσαν οι διαδικασίες για τη σύνταξη σχεδίου εξυγίανσης όπως είχε συμφωνηθεί, αντιβαίνει ευθέως στην καλή πίστη και στα χρηστά συναλλακτικά ήθη

20/09/2022

22/09/2022

Το απαράδεκτο στην αναιρετική δίκη

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΠΕΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΕΛΗΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας - Γ έκδοση

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΓΕΝΙΚΑ​

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΑΣ

Δεκτή έγινε ανακοπή κατά δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού, λόγω καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους της επισπεύδουσας τράπεζας (ΜΠρΠειρ 1232/2022).

Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, κατά το άρθρο 973 παράγραφος 6 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 69 του ν. 4842/2021, αντιρρήσεις για οποιοδήποτε λόγο που αφορά το κύρος της δήλωσης συνέχισης και υποκατάστασης, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα της ανάρτησης. Ειδικότερα, οι λόγοι της μπορεί να αφορούν την απαίτηση του δηλώσαντος συνέχιση κατά του οφειλέτη ή το κύρος του τίτλου του ή την προδικασία της εκτέλεσης που τήρησε (την επιταγή προς εκτέλεση που επέδωσε) ή πλημμέλειες της δηλώσεως του και των πράξεων που την ακολούθησαν (επιδόσεων, ανάρτησης κλπ.) ή και την υποκατάσταση ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της. Αναλόγως του περιεχομένου τους, άλλοι από αυτούς μπορεί να προκαλούν ακυρότητα ανεξαρτήτως βλάβης, άλλοι δε με τη συνδρομή αυτού του στοιχείου. Ανεξάρτητα από τον λόγο που προτείνεται με την ανακοπή, το αίτημα αυτής είναι η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης εκτέλεσης, η οποία, στην συγκεκριμένη ανακοπή, μπορεί και πρέπει να είναι μόνο η δήλωση συνέχισης ή υποκατάστασης και όχι άλλες προγενέστερες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας.

Περαιτέρω, το δικαστήριο επεσήμανε ότι οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί που  ασκούν αποφασιστική  επίδραση  στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων απ' αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να  μεριμνούν για  τα συμφέροντα  των επιχειρήσεων  που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι' αυτούς συνέπειες. Συνεπώς και για το λόγο αυτό, η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών και να αποφεύγεται αντίστοιχα κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά τους.

Επιπλέον, λόγο ανακοπής μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 του ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης, ήτοι και όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ασκούμενου του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλία, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη ή όταν η άσκηση της αντίστοιχης αξίωσης χωρεί κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ώστε οι επαχθείς συνέπειες που δημιουργούνται από την άσκηση να δημιουργούν για τον υπόχρεο έντονη εντύπωση αδικίας.

Εν προκειμένω, το δικαστήριο δέχθηκε ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να διευθετηθεί η ικανοποίηση της απαίτησης που διατηρεί η καθ ής σε βάρος της ανακόπτουσας μέσω της συμφωνίας εξυγίανσης και ότι, ενόσω ευρίσκοντο σε ένα πολύ προχωρημένο στάδιο διαπραγματεύσεων για την ολοκλήρωση της σύναψης μίας σύμβασης συμβιβασμού, η καθ’ ής προέβη ξαφνικά σε δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού.

Μεταξύ άλλων, το δικαστήριο τόνισε ότι στο μεσοδιάστημα, έλαβε χώρα καταβολή χρηματικού ποσού ύψους 200.000 ευρώ, καθώς και των εξόδων εκτέλεσης, στα πλαίσια της συμφωνίας για επιχείρηση διευθέτησης και τακτοποίησης της απαίτησης της καθ’ ής μέσω συμφωνίας εξυγίανσης, η δε συμφωνία δεν είχε ανατραπεί, αλλά, αντιθέτως, προχωρούσε με την ανάθεση της σχετικής έκθεσης εμπειρογνώμονα σε συγκεκριμένη εταιρεία.

Κατόπιν των ανωτέρω, κρίθηκε πως η συμπεριφορά της καθ’ ής που προηγήθηκε της δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στην ανακόπτουσα την εύλογη πεποίθηση ότι ο καθ’ ής δεν θα ασκούσε το δικαίωμα της για συνέχιση πλειστηριασμού στο χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η άσκηση του κατά τον ως άνω χρόνο να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στην ανακόπτουσα εταιρεία, καθόσον αποκλείει την πιθανότητα διάσωσης της επιχείρησής της και αξιοποίησης των ακινήτων της και εμφανίζεται έτσι ως αδικαιολόγητη και καταχρηστική.

Στο στάδιο, άλλωστε, αυτό των διαπραγματεύσεων και ενόψει του ότι έχει ήδη αναλάβει η ως άνω εταιρεία τη σύνταξη της σχετικής έκθεσης για τη συμφωνία εξυγίανσης και προχωρά αυτή (η σύνταξη της), οι αρχές της καλόπιστης και σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη συμπεριφοράς από την πλευρά της καθ’ ής η ανακοπή τραπεζικής εταιρείας επιβάλλει σε αυτήν την υποχρέωση να ανεχθεί μια εύλογη καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των διαδικασιών που απαιτούνται για την σύνταξη σχεδίου εξυγίανσης και την κατάθεση της αίτησης επικύρωσης ενώπιον του δικαστηρίου, ιδίως όταν η επιδίωξη της εκπλειστηρίασης της ακίνητης περιουσίας της ανακόπτουσας πρόκειται να οδηγήσει σε πλήρη οικονομική καταστροφή της, χωρίς ουσιαστικό κέρδος για την ίδια, ή σε κέρδος μικρότερο απ' αυτό που θα επιτευχθεί σε περίπτωση ικανοποίησης της μέσω του σχεδίου εξυγίανσης, που αποτέλεσε ως πιθανολογείται και τον λόγο που συμφώνησε κατά τα ανωτέρω.

Απόσπασμα απόφασης

Σύμφωνα με το άρθρο 973 παρ. 1 ΚΠολΔ (όπως τροποποιήθηκε διαδοχικά με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015-ΦΕΚ Α 87 και ισχύει από την 1η-1-2022, σύμφωνα με τα άρθρα 69 και 120 Ν. 4842/ 2021 - ΦΕΚ Α1 190, ενώ κατά την περ. η' της παρ. 6 άρθρου 116 Ν. 4842/2021 - ΦΕΚΑ' 190, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 176 Ν. 4855/2021 -ΦΕΚΑ' 215/2021, όπως τροποποιήθηκε εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς ανακοπές), εάν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με δήλωση που κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού δυο μήνες από την ημέρα της δήλωσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση τριών μηνών από την ημέρα αυτή. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός τριών ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων. Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου κάθε δανειστής, εφ' όσον έχει απαίτηση που στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο και κοινοποίησε στον καθ' ου η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση, μπορεί να επισπεύσει τον πλειστηριασμό. Κατά δε την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, εάν ένας δανειστής, άλλος από τον επισπεύδοντα, θέλει να επισπεύσει τον πλειστηριασμό κατά την παράγραφο 2, πρέπει να το δηλώσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και να συνταχθεί σχετική πράξη. Εάν ο δανειστής αυτός έχει και ο ίδιος επιβάλει κατάσχεση, η δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού επέχει θέση ανάκλησης της δικής του κατάσχεσης. Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται μέσα σε τρεις ημέρες από τη δήλωση στον αρχικώς επισπεύδοντα. Ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον του ίδιου υπαλλήλου. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός τριών ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων. Κατά την παράγραφο 6 του ιδίου άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 69 του ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α' 190/2021) και ισχύει από 1-1-2022, αντιρρήσεις για οποιοδήποτε λόγο που αφορά το κύρος της δήλωσης συνέχισης και υποκατάστασης, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα της κατά την παράγραφο 1 ανάρτησης. Ειδικότερα, οι λόγοι της μπορεί να αφορούν την απαίτηση του δηλώσαντος συνέχιση κατά του οφειλέτη (ΑΠ 1898/2011 ΤΝΠ/ΝΟΜΟΣ), ή το κύρος του τίτλου του ή την προδικασία της εκτέλεσης που τήρησε (την επιταγή προς εκτέλεση που επέδωσε) ή πλημμέλειες- της δηλώσεως του και των πράξεων που την ακολούθησαν (επιδόσεων, ανάρτησης κλπ.) ή και την υποκατάσταση ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της. Αναλόγως του περιεχομένου τους, άλλοι από αυτούς μπορεί να προκαλούν ακυρότητα ανεξαρτήτως βλάβης, άλλοι δε με τη συνδρομή αυτού του στοιχείου. Εξάλλου, η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα ημέρες από την κατάθεση της και γίνεται με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.. Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε ένα μήνα από τη συζήτηση της ανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ένδικων μέσων, ούτε και αίτηση ανάκλησης. Η ειδική αυτή ανακοπή κατά των δηλώσεων συνέχισης πλειστηριασμού και υποκατάστασης άλλου δανειστή εισήχθη το πρώτον με το ν. 4335/2015. Και αυτό γιατί μέχρι τις τροποποιήσεις του νόμου αυτού η σχετική ανακοπή κατά των δηλώσεων αυτών ασκούνταν στην προθεσμία του άρθρου 934 περ. β’ ΚΠοΛΔ, όπως ίσχυε προ του ν. 4335/2015, ήτοι μέχρι τον πλειστηριασμό, πρώτη δε πράξη εκτελέσεως θεωρούνταν ανάλογα η δήλωση συνέχισης ή υποκατάστασης (ΑΠ 610/2002 ΤΝΠ/ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, μετά την αναμόρφωση του άρθρου 934 με το ν. 4335/2015 και τη συγχώνευση των περιπτώσεων α' και β' του προϊσχύσαντος άρθρου 934 στην περίπτωση α' του νέου άρθρου 934 με προθεσμία άσκησης της ανακοπής ενιαία 45 ημερών απ' την ημέρα της κατάσχεσης και διατήρηση της ανακοπής κατά του πλειστηριασμού ως περίπτωση β' (τέως γ'), η εν λόγω ανακοπή κατά των δηλώσεων συνέχισης πλειστηριασμού και υποκατάστασης δεν μπορεί να υπαχθεί σε καμία από τις προβλεπόμενες πλέον περιπτώσεις του άρθρου 934 ΚΠολΔ, έτσι ώστε να επιλεγεί από το νομοθέτη να εισαχθεί γι' αυτές μία ιδιαίτερη ανακοπή, που ρυθμίστηκε αυτοτελώς στο νέο άρθρο 973 παρ. 6 (Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης, ΕΜ, 2018, ΝΑ, σελ. 427). Σε κάθε περίπτωση -ανεξάρτητα από τον λόγο που προτείνεται με την ανακοπή του άρθρου 973 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ. το αίτημα της ανακοπής του άρθρου 973 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ. (όπως ανάλογα ισχύει και για την ανακοπή του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ.) είναι η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης εκτέλεσης (ΑΠ 640 / 2017ΤΝΠ Νόμος) η οποία στην συγκεκριμένη ανακοπή μπορεί και πρέπει να είναι μόνο η επίδικη δήλωση συνέχισης ή υποκατάστασης και όχι άλλες προγενέστερες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας (ΜονΠρωτΧαλκ 24/ 2022 ΤΝΠ Νόμος).

Δείτε ολόκληρη την απόφαση στο dsanet.gr

Η διαδικασία της Αναιρετικής Δίκης

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΠΕΣ

Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΣΑΔΗΡΑΣ

send