logo-print

Ο νέος Κώδικας Δικονομίας Ελεγκτικού Συνεδρίου (Κωδικοποίηση)

14/07/2020

15/07/2020

Εμπιστευτικές πληροφορίες στο πλαίσιο διαδικασιών ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ /ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΚΡΑΤΖΙΟΥ

Εμπιστευτικές πληροφορίες στο πλαίσιο διαδικασιών ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ /ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΚΡΑΤΖΙΟΥ

Με τον πρόσφατο Νόμο 4700/2020 (Α΄ 127) θεσπίστηκε, μεταξύ άλλων, η νέα δικονομία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Συγκεκριμένα, από την Πρώτη Ενότητα του νόμου, η οποία περιλαμβάνει τις ρυθμίσεις για το Ελεγκτικό Συνέδριο, το Πρώτο και το Δεύτερο Τμήμα, μολονότι δεν τιτλοφορούνται τυπικά ως «Κώδικας», ούτε ο εν λόγω νόμος ψηφίστηκε με την ειδική νομοθετική διαδικασία της κύρωσης κωδίκων, συναποτελούν κατ’ ουσία έναν νέο «Κώδικα Δικονομίας Ελεγκτικού Συνεδρίου».

Βασικές αρχές του νέου δικονομικού πλαισίου είναι η κωδικοποίηση, η συνεκτικότητα, ο εκσυγχρονισμός και η απλούστευση διατάξεων και διαδικασιών.

Σε μία προσπάθεια συμβολής στην έγκαιρη ενημέρωση, μελέτη, κατανόηση και ορθή εφαρμογή στην πράξη της νέας δικονομίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι δικηγόροι Σωτήρης Διαμαντόπουλος και Αλέξανδρος Μαντζούτσος προχώρησαν στη σύνταξη του κωδικοποιημένου κειμένου της νέας δικονομίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Ο Κώδικας διατίθεται ελεύθερα και δωρεάν για το νέο και μαχόμενο δικηγόρο, τον ασκούμενο δικηγόρο, τον τελειόφοιτο Νομικής, το δικαστή και, εν γένει, για κάθε ενδιαφερόμενο που ασχολείται με τη μελέτη και την εφαρμογή του δικαίου.

Δείτε αναλυτικά τον Κώδικα Δικονομίας Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Πληροφορίες για περιεχόμενα

Το Πρώτο Τμήμα «Ενιαίο Κείμενο Δικονομίας» (άρθρα 1-323) βασίζεται στο πόρισμα της οικείας νομοπαρασκευαστικής επιτροπής (2018) και στη μετέπειτα επεξεργασία του από την Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου (2019).

Εν προκειμένω, επιχειρείται η ενοποίηση όλων των σχετικών δικονομικών ρυθμίσεων από επιμέρους νομοθετικά κείμενα, καθώς και εκείνων που εφαρμόζονταν αναλογικά από τους Κώδικες Πολιτικής και Διοικητικής Δικονομίας. Περιλαμβάνονται, ωστόσο, και σημαντικές καινοτόμες ρυθμίσεις με βασικό στόχο την επιτάχυνση απονομής της Δικαιοσύνης, όπως είναι ιδίως:

  • Η οργάνωση ενός συστήματος ορθολογικής διαχείρισης της ροής των υποθέσεων. Για την εκδίκασή τους σε εύλογο χρόνο και τη διαμόρφωση ενιαίας νομολογίας, ο Πρόεδρος της Ολομέλειας ή του Τμήματος μπορεί να λαμβάνει συγκεκριμένα μέτρα, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η συστηματοποίηση των υποθέσεων με ομοιότητα νομικών ζητημάτων, ή συνεκδίκαση υποθέσεων ή, αντιστρόφως, ο χωρισμός δικογράφων, καθώς και η παραπομπή σοβαρών ζητημάτων στην Ολομέλεια.
  • Η θέσπιση πλήρους συστήματος αποδεικτικής διαδικασίας. Καθιερώνεται σύστημα προαπόδειξης, όπως ισχύει και στους Κώδικες Πολιτικής και Διοικητικής Δικονομίας. Οι διάδικοι υποχρεούνται να καταθέτουν τα αποδεικτικά στοιχεία μέχρι την παραμονή της δικασίμου, εκτός αν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η καθυστέρηση είναι δικαιολογημένη.
  • Η εισαγωγή του θεσμού του εισηγητή δικαστή. Όταν ορίζεται συντομότερη δικάσιμος, μετά από αίτηση του διαδίκου, ο Πρόεδρος μπορεί να ορίζει εισηγητή δικαστή, ο οποίος προετοιμάζει την υπόθεση, συγκεντρώνει τα στοιχεία του φακέλου και συντάσσει συνοπτική έκθεση.
  • Η καθιέρωση της λειτουργίας Τμήματος με επταμελή σύνθεση. Η αυξημένη αυτή σύνθεση θα μπορεί να επιλύει ζητήματα ερμηνείας, ώστε να αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων από διαφορετικές συνθέσεις του ίδιου Τμήματος. Η εκδίκαση των αιτήσεων αναστολής σε συμβούλιο. Επιχειρείται η εναρμόνιση της διαδικασίας με ό,τι ισχύει για την εκδίκαση των αντίστοιχων αιτήσεων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια.
  • Η εισαγωγή του θεσμού της προσωρινής ρύθμισης κατάστασης σε διαφορές από τον κανονισμό σύνταξης. Πρόκειται για ειδικότερη εκδήλωση του δικαιώματος παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας. Για την παραδοχή της σχετικής αίτησης αρκεί πιθανολόγηση ότι υφίσταται θεμιτή προσδοκία δικαιώματος και συγχρόνως ότι ο ενδιαφερόμενος κινδυνεύει να περιέλθει σε κατάσταση απαγορευμένη από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ (απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση)· και εφόσον γίνει δεκτή η αίτηση, η υπόθεση προσδιορίζεται να εκδικαστεί κατά προτεραιότητα και μάλιστα στη συντομότερη δυνατή δικάσιμο.
  • Η καθιέρωση ειδικής δικονομίας για τις αιτήσεις καταλογισμού που ασκούνται από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας. Καλύπτεται έτσι ένα σημαντικό νομοθετικό κενό για την αστική ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων, προκειμένου αφενός να μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη η αναζήτηση της αποζημίωσης που κατέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο για πράξεις ή παραλείψεις τους και αφετέρου να προσδιορίζονται με σαφήνεια τα δικαιώματα των υπαλλήλων κατά των οποίων στρέφεται η σχετική αίτηση.
  • Η αναλυτική ρύθμιση της διαδικασίας και των λόγων αναίρεσης. Οριοθετείται ο αναιρετικός έλεγχος, ενσωματώνονται στους λόγους αναίρεσης τα νομολογιακά δεδομένα των προηγούμενων ετών και παρέχεται η δυνατότητα να γίνεται και στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, λαμβάνοντας υπόψη πραγματικά περιστατικά από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, ακόμα και αν αυτά δεν περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Το Δεύτερο Τμήμα «Θέσπιση Ολοκληρωμένου Νομοθετικού Ελέγχου για τον Προσυμβατικό Έλεγχο» (άρθρα 324-337) αποτελεί ως επί το πλείστον κωδικοποίηση και ενοποίηση επιμέρους προϊσχουσών διατάξεων. Ειδικότερα, εισάγεται ενιαίο χρηματικό όριο για την υπαγωγή των συμβάσεων του Δημοσίου και των ΟΤΑ στον προσυμβατικό έλεγχο, μειώνεται στο μισό το χρηματικό όριο υπαγωγής στον προσυμβατικό έλεγχο για τις συμβάσεις που συγχρηματοδοτούνται από πόρους της ΕΕ, καθιερώνεται η δυνατότητα εισαγωγής υποθέσεων στη μείζονα Ολομέλεια με πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου, μετονομάζονται η «αίτηση» ανάκλησης και η «αίτηση» αναθεώρησης σε «προσφυγή» ανάκλησης και «προσφυγή» αναθεώρησης, αντίστοιχα, ενώ ανατίθεται η εκδίκαση της προσφυγής αναθεώρησης στην ελάσσονα Ολομέλεια

Στην ανά χείρας έκδοση δεν περιλαμβάνεται το Τρίτο Τμήμα, καθότι βρίσκεται εκτός της λογικής του «Κώδικα» και δεν παρουσιάζει δικονομικό ενδιαφέρον για το Δικηγόρο. Το τμήμα αυτό αφορά σε τροποποιήσεις του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, ιδίως σχετικά με την εσωτερική οργάνωση του Δικαστηρίου (καθεστώς λειτουργίας της Ολομέλειας, ανακατανομή της δικαιοδοτικής ύλης μεταξύ των Τμημάτων), τη διενέργεια ελέγχων, τον έλεγχο του απολογισμού και γενικού ισολογισμού του Κράτους, το ετήσιο πρόγραμμα ελέγχων και την ετήσια έκθεση που υποβάλλονται στη Βουλή, την επικαιροποίηση των κατασταλτικών ελέγχων και τη θωράκιση των ελεγκτικών διαδικασιών, τους ελέγχους σε ΟΤΑ και ΝΠΔΔ.

Για τους ίδιους λόγους, δεν περιλαμβάνονται το Τέταρτο, Πέμπτο και Έκτο Τμήμα (εξουσιοδοτικές, μεταβατικές και καταργούμενες διατάξεις, αντίστοιχα).

Το Έβδομο Τμήμα αφορά απλώς στην έναρξη ισχύος του Πρώτου Τμήματος (καθώς και των ρυθμίσεων για τη λειτουργία των σχηματισμών της Ολομέλειας και την εκδίκαση των υποθέσεων από τα Τμήματα μετά την ανακατανομή των αρμοδιοτήτων τους), η οποία ορίζεται από το επόμενο δικαστικό έτος.

send