Παραβίαση της ΕΣΔΑ από την κατάργηση δίκης λόγω λήξης της χρονικής ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης

ΕΔΔΑ: Αποζημίωση για Ελληνίδα εκπαιδευτικό λόγω παραβίασης του δικαιώματος ένδικης προστασίας

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ:

Lawspot.gr

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:

19/11/2018 - 12:48

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ:

10/12/2018 - 14:15

Με απόφασή του το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση του δικαιώματος ένδικης προστασίας (άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ), σε υπόθεση που αφορούσε σε προσφυγή δασκάλας νηπιαγωγείου σχετικά με τη διαδικασία διορισμού συντονιστών εκπαίδευσης στο εξωτερικό.

Το 2007 η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση για θέση συντονιστή εκπαίδευσης στο εξωτερικό.

Η προσφεύγουσα δεν επελέγη και το 2008 προσέφυγε κατά των σχετικών υπουργικών αποφάσεων ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, διαμαρτυρόμενη τόσο για το γεγονός ότι η κατάταξη των υποψηφίων δεν είχε δημοσιευθεί όσο και τον τρόπο με τον οποίο είχαν βαθμολογηθεί οι υποψήφιοι.

Κατά το 2009 και το 2010, ο δικηγόρος της υπέβαλε αιτήματα για την επιτάχυνση της διαδικασίας, υποστηρίζοντας ότι η θητεία του συντονιστή είναι διετής και ότι σύντομα θα εξέπνεε η προσβαλλόμενη πράξη.

Ωστόσο, μετά από πέντε αναβολές, το δικαστήριο δημοσίευσε την απόφασή του περί κατάργησης της δίκης, θεωρώντας ότι η προσφεύγουσα δεν είχε ιδιαίτερο έννομο συμφέρον λόγω λήξης της χρονικής ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης.

Βασιζόμενη στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι η αποτυχία των εθνικών δικαστηρίων να εξετάσουν το αίτημά της παραβίασε το δικαίωμά της για ένδικη προστασία.

Το ΕΔΔΑ δικαίωσε την προσφεύγουσα, επιδικάζοντας 4.000 ευρώ ως αποζημίωση για ηθική βλάβη και 2.480 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα.

Ανάλυση απόφασης από humanrightscaselaw.gr

ΕΔΔΑ 8.11.2018, Φρεζάδου κατά Ελλάδας (2683/12)

Ένδικη προστασία (άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ) – Κατάργηση ακυρωτικής δίκης λόγω λήξης της χρονικής ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης

Το Σεπτέμβριο του 2008 η προσφεύγουσα δασκάλα προσέβαλε με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικ. Εφετείου Αθηνών (ΔΕΑ) πράξη περί ορισμού συντονιστών εκπαίδευσης στην αλλοδαπή, με διετή διάρκεια θητείας, κατά το μέρος που δεν είχε επιλεγεί η ίδια.

Τον Ιούλιο του 2009, ο δικηγόρος της προσφεύγουσας υπέβαλε στο ΔΕΑ αίτημα επιτάχυνσης της διαδικασίας, με το επιχείρημα ότι η θητεία στις επίμαχες θέσεις ήταν διετής και σύντομα θα εξέπνεε η προσβαλλόμενη πράξη.

Η συζήτηση της υπόθεσης είχε προγραμματισθεί για το Νοέμβριο του 2009, αλλά αναβλήθηκε για το Μάρτιο του 2010.

Στις αρχές Φεβρουαρίου 2010, η προσφεύγουσα κατέθεσε δικόγραφο προσθέτων λόγων ακυρώσεως και η συζήτηση του Μαρτίου αναβλήθηκε για τον Ιούνιο του 2010, διότι το Υπουργείο δεν είχε στείλει τις απόψεις του επ’ αυτών.

Στα τέλη Μαίου 2010, η προσφεύγουσα κατέθεσε υπόμνημα στο ΔΕΑ, με το οποίο ζήτησε ταχεία συζήτηση της υπόθεσης, προβάλλοντας ότι, άλλως, θα παραβιάζονταν τα δικαιώματά της κατά το άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Ωστόσο, η συζήτηση αναβλήθηκε εκ νέου (διαδοχικά για το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 2010), λόγω της μη αποστολής απόψεων από το Υπουργείο.

Τελικά οι απόψεις εστάλησαν στα τέλη Οκτωβρίου 2010 και η υπόθεση συζητήθηκε στις 10.12.2010, όταν η διετής θητεία των συντονιστών εκπαίδευσης και η προσβαλλόμενη πράξη είχαν λήξει.

Στις 13.12.2010, η προσφεύγουσα υπέβαλε υπόμνημα, προβάλλοντας ότι η δίκη δεν έπρεπε να καταργηθεί και ότι είχε ιδιαίτερο έννομο συμφέρον στην εξακολούθησή της, κυρίως διότι, σε περίπτωση ακύρωσης της πράξης, θα της πιστώνονταν δύο επιπλέον έτη εμπειρίας στην αλλοδαπή, οπότε θα είχε περισσότερες πιθανότητες να επιλεγεί σε θέση συντονιστή εκπαίδευσης στο μέλλον.

Το Μάρτιο του 2011, το ΔΕΑ δημοσίευσε την απόφασή του, περί κατάργησης της δίκης, απορρίπτοντας την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας, με το σκεπτικό ότι αυτή είχε ήδη λάβει το μέγιστο της προβλεπόμενης στο νόμο μοριοδότησης λόγω υπηρεσίας στο εξωτερικό και ότι το ενδεχόμενο υποψηφιότητάς της σε άλλη διαδικασία επιλογής αφορούσε σε αβέβαιη, μελλοντική διοικητική διαδικασία.

Επίσης απέρριψε τους ισχυρισμούς της ότι η κατάργηση της δίκης, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 32 παρ. 2 του π.δ. 18/1989, αντέβαινε στο άρθρο 20 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

(Β) Δεδομένου ότι

(α) η προσβαλλόμενη πράξη, ενόψει της φύσης της και της περιορισμένης χρονικής ισχύος της, καλούσε για ταχεία εξέταση της νομιμότητάς της, στοιχείο το οποίο η προσφεύγουσα τόνισε με δύο υπομνήματά της προς το ΔΕΑ, τον Ιούλιο του 2009 και τον Μάιο του 2010,

(β) ο μοναδικός λόγος της καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης της προσφεύγουσας φαίνεται να είναι η καθυστερημένη αποστολή των απόψεων του Υπουργείου επί του δικογράφου των προσθέτων λόγων ακυρώσεως,

(γ) η προσφεύγουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνέβαλε σημαντικά στην καθυστέρηση αυτή, λόγω της υποβολής προσθέτων λόγων ακυρώσεως, ήτοι λόγω της πλήρους αξιοποίησης των προβλεπόμενων στην εθνική νομοθεσία δικονομικών δυνατοτήτων,

(δ) αναβάλλοντας διαδοχικά την εκδίκαση της υπόθεσης, παρά την επικείμενη λήξη της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξης, και, στη συνέχεια, καταργώντας τη δίκη, το ΔΕΑ απέφυγε την υποχρέωσή του να εξετάσει τους προβληθέντες λόγους κατά της νομιμότητας της πράξης, που είναι η καρδιά του δικαιοδοτικού έργου, καθιστώντας αναποτελεσματική την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος, το ΕΔΔΑ διαπιστώνει ότι παραβιάσθηκε το κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δικαίωμα της προσφεύγουσας για πρόσβαση σε δικαστήριο.

Παράλληλα, το ΕΔΔΑ σημειώνει, αφενός, ότι η ελληνική νομοθεσία μεταβλήθηκε στο μεταξύ (με το ν. 4055/2012, που προσέθεσε παράγραφο 3 στο άρθρο 24 του π.δ. 18/1989), ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στα εθνικά δικαστήρια να επιταχύνουν τη διαδικασία σε περίπτωση παράλειψης της Διοίκησης για έγκαιρη αποστολή των απόψεών της και, αφετέρου, ότι τέτοια διάταξη δεν υπήρχε, όμως, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο.

Η απόφαση είναι διαθέσιμη στην αγγλική γλώσσα