logo-print

Προσφυγή κατά διαταγής παροχής πληροφοριών στο πλαίσιο διασυνοριακής ανταλλαγής τους μεταξύ φορολογικών αρχών

04/07/2020

07/07/2020

Τι προτάσεις της σε δύο ενδιαφέρουσες υπόθέσεις δημοσίευσε η γενική εισαγγελέας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, J. Kokott (συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-245/19 και C-246/19).

Σύμφωνα με τη Γενική Εισαγγελία, θα πρέπει να παρέχεται δυνατότητα προσφυγής κατά διαταγής παροχής πληροφοριών στο πλαίσιο διασυνοριακής ανταλλαγής τους μεταξύ των φορολογικών αρχών.

Τον Οκτώβριο του 2016 και τον Μάρτιο του 2017, δυνάμει της φορολογικής σύμβασης μεταξύ Λουξεμβούργου και Ισπανίας, καθώς και της οδηγίας 2011/16/ΕΕ, σχετικά με την διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας, οι ισπανικές φορολογικές αρχές ζήτησαν πληροφορίες από τις αντίστοιχες αρχές του Λουξεμβούργου αναφορικά με την καλλιτέχνιδα FC που κατοικεί στην Ισπανία.

Δεδομένου ότι δεν είχε τις απαιτούμενες πληροφορίες, η φορολογική διοίκηση του Λουξεμβούργου ζήτησε από την λουξεμβουργιανή εταιρία Β να της παράσχει ορισμένες πληροφορίες σχετικά με την FC. Όσον αφορά το πρώτο αίτημα παροχής πληροφοριών, ζήτησε από την εταιρία Β να χορηγήσει αντίγραφα των συμβάσεων που έχουν συναφθεί από την ίδια εταιρία με τις εταιρίες E και F σχετικά με τα δικαιώματα της καλλιτέχνιδος και άλλα έγγραφα, όπως τιμολόγια και αναλυτικά στοιχεία των τραπεζικών λογαριασμών της.

Το Λουξεμβουργιανό Δημόσιο τόνισε ότι η διαταγή παροχής πληροφοριών δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο προσφυγής. Σύμφωνα δε με το λουξεμβουργιανό νόμο, αν δεν παρασχεθούν οι ζητηθείσες πληροφορίες εντός της προθεσμίας ενός μηνός από την κοινοποίηση της διαταγής αυτής, μπορεί να επιβληθεί στον κάτοχο των πληροφοριών διοικητικό φορολογικό πρόστιμο ύψους έως 250 000 ευρώ.

Ως προς το δεύτερο αίτημα παροχής πληροφοριών, οι φορολογική αρχή του Λουξεμβούργου υποχρέωσε μια τράπεζα της ίδιας χώρας να της παράσχει πληροφορίες σχετικά με τους λογαριασμούς, τα υπόλοιπα λογαριασμών και άλλα περιουσιακά στοιχεία της ίδιας φορολογούμενης. Η προσφυγή αποκλείστηκε και σε αυτή την περίπτωση.

Ωστόσο, η εταιρεία B στην οποία απευθύνθηκε η πρώτη διαταγή για παροχή πληροφοριών (C-245/19), η τράπεζα του Λουξεμβούργου στην οποία απευθύνθηκε η δεύτερη διαταγή, οι αναφερθείσες στην διαταγή εταιρείες και η καλλιτέχνης αμφισβήτησαν τις αποφάσεις της φορολογικής αρχής ενώπιον των δικαστηρίων του Λουξεμβούργου.

Το Cour administrative (διοικητικό εφετείο, Λουξεμβούργο), το οποίο έχει επιληφθεί των διαφορών αυτών θέτει το ερώτημα ενώπιον του ΔΕΕ εάν η διαταγή παροχής πληροφοριών συνιστά παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσώπου από το οποίο ζητείται να χορηγηθούν πληροφορίες, του φορολογούμενου και άλλων ενδιαφερομένων τρίτων, κατά της οποίας πρέπει να προβλέπεται πραγματικό ένδικο βοήθημα βάσει του άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.

Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται σε ποιο βαθμό η αίτηση για παροχή πληροφοριών πρέπει να είναι συγκεκριμένη και ακριβής όσον αφορά τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, ώστε η αρμόδια φορολογική διοίκηση να μπορεί να εκτιμήσει την «προβλέψιμη συνάφεια» των πληροφοριών που ζητήθηκαν για τη φορολογική διαδικασία στο άλλο κράτος μέλος. Η διοικητική συνεργασία βάσει της οδηγίας 2011/16 αφορά μόνο σε «πληροφορίες που, κατά πάσα πιθανότητα, έχουν σημασία».

Κατά τη γενική εισαγγελέα, o αποδέκτης διαταγής παροχής πληροφοριών, ο ενδιαφερόμενος φορολογούμενος και άλλοι ενδιαφερόμενοι τρίτοι πρέπει να έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν δικαστικό έλεγχο μιας τέτοιας διαταγής στο πλαίσιο διασυνοριακής ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των φορολογικών αρχών. Ο αποκλεισμός τέτοιας δυνατότητας νομικής προστασίας παραβιάζει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής που κατοχυρώνεται από το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.

Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Ελλάδα και η Επιτροπή.

Το πλήρες κείμενο των προτάσεων στα ελληνικά είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CVRIA.