Καταβολή της εταιρικής συμμετοχής στον αποχωρούντα εταίρο - Μέρος 1ο
Στο τέλος της εταιρικής χρήσης αποχώρησης με βάση αποτίμηση της αξίας της εταιρείας
27/08/2025
29/08/2025
Στις προσωπικές εταιρείες μετά την αποχώρηση του εταίρου, δικαιούται την απόδοση της αξίας της συμμετοχής του.
Για τον υπολογισμό της πραγματικής αξίας της συμμετοχής του εξερχόμενου εταίρου απαιτείται η κατάρτιση ειδικού ισολογισμού που να εμφανίζει την πραγματική περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας κατά τον χρόνο της εξόδου – ισολογισμός ειδικού τύπου με βάση την αρχή της συνέχισης της δραστηριότητας της επιχείρησης (going concern principle, άρθρ. 17 παρ. 10 ν. 4308/2014 για τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα).
Για τον καθορισμό της αξίας συμμετοχής κρίσιμη είναι η αξία που θα μπορούσε να επιτευχθεί για τη μεταβίβασή της στην αγορά κατά τον χρόνο εξόδου του εταίρου.
Για τον σχηματισμό δικαστικής κρίσης θα πρέπει συνεκτιμάται η όλη περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας, δηλαδή το ενεργητικό αυτής τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και ειδικότερα τα περιουσιακά της στοιχεία (και το υφιστάμενο κεφάλαιό της, το οποίο δεν μειώνεται με την έξοδο ή του αποκλεισμό εταίρου) συμπεριλαμβανομένων σ` αυτά και των αξιώσεών της έναντι τρίτων και της αποτιμητέας σε χρήμα αξίας των άυλων αγαθών που απέκτησε (φήμη, πελατεία, αξία διακριτικών γνωρισμάτων κ.λπ.) από τη μέχρι τότε λειτουργία της, καθώς και το παθητικό της, δηλαδή τα χρέη της προς τρίτους, ενώ θα πρέπει λαμβάνεται υπόψη και η οικονομική απόδοση της εταιρικής επιχειρήσεως τρέχουσα και προσδοκώμενη.
Ως καταλληλότερη μέθοδος εκτίμησης κρίνεται μάλλον η μέθοδος του προσδιορισμού της αξίας μιας εταιρείας με βάση τη φορολογική νομοθεσία για τις προσωπικές εταιρίες, κατά την οποία υπολογίζεται η πραγματική περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας (ενεργητικό και παθητικό) με βάση τα επίσημα ετήσια οικονομικά στοιχεία όπως είναι ο ισολογισμός, τα καθολικά, τα ισοζύγια και οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων (έντυπα Ν) και οι καταστάσεις οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα (έντυπα Ε3) καθώς και η υπεραξία, που αποκτά μία εταιρεία κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της (φήμη και πελατεία) ενώ το άθροισμα της πραγματικής περιουσιακής κατάστασης και της υπεραξίας συνιστά τη συνολική αξία της επιχείρησης (ΕφΘεσσαλ 282/2023).