Αναρμοδιότητα δικαστηρίου σε περίπτωση διαπίστωσης κακουργήματος και διαβίβαση της υπόθεσης στον Εισαγγελέα για διενέργεια κύριας ανάκρισης (ΑΠ 1177/2023)
Μετά την τροποποίηση του άρ. 120 ΚΠΔ με τον Ν. 4855/2021, με την προσθήκη παρ. 4 ορίστηκε ότι «παραπομπή στον Εισαγγελέα δεν γίνεται εάν διενεργήθηκε κύρια ανάκριση ή ο χαρακτήρας της πράξης ως κακουργήματος προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο»
Δεκτή έγινε αίτηση αναίρεσης λόγω αρνητικής υπέρβασης εξουσίας του δικαστηρίου της ουσίας και, συγκεκριμένα, λόγω μη σύννομης παραπομπής της αναιρεσείουσας από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, κατόπιν διαπίστωσης της αναρμοδιότητας του πρώτου για την ένδικη κακουργηματική πράξη της απάτης, χωρίς τη διενέργεια κύριας ανάκρισης και κλήση της σε απολογία (ΑΠ 1177/2023).
Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, κατά τη διάταξη του άρθρου 120 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, αν προκύπτουν στο ακροατήριο επαρκείς ενδείξεις προς στήριξη κατηγορίας για κακούργημα, το δικαστήριο χωρίς να δεσμεύεται από τον δοθέντα στην πράξη χαρακτηρισμό από τον εισαγγελέα κατά την άσκηση της ποινικής διώξεως, θα χαρακτηρίσει την πράξη ως κακούργημα, θα κηρυχθεί αναρμόδιο και θα παραπέμψει την υπόθεση στο ΜΟΔ ή στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων. Εάν η πράξη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και δεν έχει ενεργηθεί κυρία ανάκριση, πρέπει η υπόθεση να διαβιβασθεί στον εισαγγελέα προκειμένου να παραγγελθεί κυρία ανάκριση, διότι δεν νοείται παραπομπή κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για να δικαστεί για κακουργηματική πράξη, χωρίς να έχει προηγηθεί το στάδιο της κύριας ανάκρισης και της νομότυπης περάτωσης αυτής μετά τη λήψη της απολογίας του κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη σε αυτόν βαρύτερη κακουργηματική πράξη.
Επισημαίνεται ότι μετά την τροποποίηση του άρθρου 120 του ΚΠΔ με το άρθρο 112 του Ν. 4855/2021, με την προσθήκη παραγράφου 4 ορίστηκε ότι «παραπομπή στον Εισαγγελέα δεν γίνεται εάν διενεργήθηκε κύρια ανάκριση ή ο χαρακτήρας της πράξης ως κακουργήματος προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο».
Εν προκειμένω, σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, κρίνοντας ότι από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι οι αποδιδόμενες στις δύο συγκατηγορούμενες πράξεις της παράβασης καθήκοντος και της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν θεμελιώνουν τη νομοτυπική μορφή άλλης αξιόποινης πράξης, κακουργηματικού χαρακτήρα, και ειδικότερα της απάτης σε βάρος ΝΠΔΔ που τελέστηκε κατά συναυτουργία από τις κατηγορούμενες και κατ' εξακολούθηση, από την οποία προκλήθηκε σε βάρος της περιουσίας του ως άνω ΝΠΔΔ ζημία ανώτερη των 120.000 ευρώ, κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλην Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης περί της μη σύννομης παραπομπής της σε αυτό, διότι λόγω του κακουργηματικού χαρακτήρα της ως άνω πράξης της απάτης, έπρεπε να διαβιβασθεί η υπόθεση ενώπιον του αρμόδιου Εισαγγελέα προκειμένου να παραγγελθεί η διενέργεια κύριας ανάκρισης και να απολογηθεί για την ως άνω πράξη, και, αφού προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για την πράξη της κακουργηματικής απάτης.
Ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, επιληφθέντος σε δεύτερο βαθμό, κατόπιν εφέσεων των δύο συγκατηγορουμένων, η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα επανέφερε με ειδικό λόγο έφεσης τον ίδιο ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό περί της μη σύννομης παραπομπής της από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων για την ως άνω κακουργηματική πράξη της απάτης, χωρίς τη διενέργεια κύριας ανάκρισης και κλήση της σε απολογία. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ομοίως ως αβάσιμο τον προαναφερθέντα αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, δεχθέν ότι ορθά εισήχθη η υπόθεση για εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων και ότι δεν ήταν αναγκαία να διέλθει αυτή από το στάδιο της ανάκρισης.
Κατά την κρίση του ανωτάτου δικαστηρίου, ωστόσο, δεχόμενο το δικαστήριο της ουσίας ότι νόμιμα το Τριμελές Πλημμελειοδικείο παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, και ότι δεν απαιτείτο να διαλάβει διάταξη για την ακολουθητέα περαιτέρω διαδικασία για την προκείμενη υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν προηγήθηκε κύρια ανάκριση, καίτοι η αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα αξιόποινη πράξη είναι κακούργημα, υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του και κατέστησε για το λόγο αυτό την προσβαλλόμενη απόφασή του αναιρετέα.
Απόσπασμα απόφασης
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων ..., με την 76/2018 απόφασή του, εκδοθείσα υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, δεχθέν την αρμοδιότητά του καθ' ύλην και απορρίπτοντας ως αβάσιμη την ένσταση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης περί της μη σύννομης παραπομπής της στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων ..., διότι λόγω του κακουργηματικού χαρακτήρα της ως άνω πράξης της απάτης, έπρεπε να διαβιβασθεί η υπόθεση ενώπιον του αρμόδιου Εισαγγελέα προκειμένου να παραγγελθεί η διενέργεια κύριας ανάκρισης και να απολογηθεί για την ως άνω πράξη, προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης και κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για την πράξη της κακουργηματικής απάτης, για την οποία της επέβαλε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και αθώα για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της πλαστογραφίας της συγκατηγορουμένης της Π. Ζ., την οποία επίσης κήρυξε ένοχη με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 δ του ΠΚ για τις αξιόποινες πράξεις της άμεσης συνέργειας στην κακουργηματική απάτη της πρώτης και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, για τις οποίες της επέβαλε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και δύο (2) ετών, αντίστοιχα, και συνολική ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών. Ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, επιληφθέντος σε δεύτερο βαθμό, κατόπιν εφέσεων των κατηγορουμένων, η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα επανέφερε με ειδικό λόγο έφεσης τον ίδιο ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό περί της μη σύννομης παραπομπής της από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ... στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων ... για την ως άνω κακουργηματική πράξη της απάτης, χωρίς τη διενέργεια κύριας ανάκρισης και κλήση της σε απολογία. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμο τον προαναφερθέντα αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, δεχθέν ότι ορθά εισήχθη η υπόθεση για εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων και στη συνέχεια, κατόπιν εφέσεως της αναιρεσείουσας, ενώπιόν του, και ότι δεν ήταν αναγκαία να διέλθει αυτή από το στάδιο της ανάκρισης. Ακολούθως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης και κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για την πράξη της κακουργηματικής απάτης με την αναγνώριση στο πρόσωπό της, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε' του ΠΚ, και της επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών, μετατραπείσα προς πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κρίνοντας επί του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, τον οποίο επανέφερε με ειδικό λόγο έφεσης, ότι δηλαδή νόμιμα το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ... παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, και ότι δεν απαιτείτο να διαλάβει διάταξη για την ακολουθητέα περαιτέρω διαδικασία για την προκείμενη υπόθεση, με τα δεδομένα ότι δεν προηγήθηκε κύρια ανάκριση, καίτοι η αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα αξιόποινη πράξη είναι κακούργημα, και εχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιόν του, κρίνοντας επί της εφέσεως της αναιρεσείουσας, υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του και κατέστησε για το λόγο αυτό την προσβαλλόμενη απόφασή του αναιρετέα, σύμφωνα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠΔ, ο οποίος είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει, παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών προβαλλομένων λόγων αναίρεσης, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της ως προς την αναιρεσείουσα. Το ως άνω επωφελές αποτέλεσμα της αναίρεσης της Χ. Μ. πρέπει να επεκταθεί, κατ' άρθρο 469 του ΚΠΔ και στην συγκατηγορούμενή της Π. Ζ. του Ν., που καταδικάστηκε με την ίδια απόφαση για άμεση συνέργεια στην τελεσθείσα από την αναιρεσείουσα κακουργηματική απάτη, και η οποία δεν άσκησε αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης, και τούτο διότι ο παραπάνω λόγος περί υπέρβασης εξουσίας, για τον οποίο αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αρμόζει εν προκειμένω αποκλειστικά στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας. Επομένως, και ως προς αυτήν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 522 του ΚΠΔ).
Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr.