logo-print

Ο αριθμός πλαισίου του οχήματος ως προσωπικό δεδομένο

Το ΔΕΕ αναλύει την έννοια των προσωπικών δεδομένων προκειμένου να διαπιστώσει αν ο VIN αποτελεί προσωπικό δεδομένο και για ποιους

03/12/2023

21/04/2024

Μια σημαντική προσθήκη στη νομολογία του επί της έννοιας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα έκανε πρόσφατα το ΔΕΕ με την απόφασή του στην υπόθεση C-319/22 (Gesamtverband Autoteile-Handel), γνωστή και ως υπόθεση Scania.

Το ιστορικό της υπόθεσης και το κρίσιμο προδικαστικό ερώτημα

Η προδικαστική αίτηση υποβλήθηκε στο ΔΕΕ από το Πρωτοδικείο Κολωνίας, στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Gesamtverband Autoteile-Handel eV, γερμανικής επαγγελματικής ένωσης για το χονδρικό εμπόριο εξαρτημάτων αυτοκινήτων, και της Scania, σουηδικής κατασκευαστικής εταιρίας οχημάτων, σχετικά με τη διάθεση από τη Scania πληροφοριών του ενσωματωμένου στο όχημα συστήματος διάγνωσης (OBD) καθώς και πληροφοριών επισκευής και συντήρησης των οχημάτων.

Η Scania, ως «κατασκευαστής» κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 40, του κανονισμού 2018/858, παρέχει μέσω ιστοτόπου στους ανεξάρτητους φορείς πρόσβαση στις πληροφορίες που αφορούν τα οχήματα, την επισκευή και τη συντήρησή τους καθώς και το σύστημα OBD. Στον ιστότοπο αυτόν παρέχεται η δυνατότητα πραγματοποίησης αναζητήσεων είτε βάσει γενικών πληροφοριών για τα οχήματα, όπως του μοντέλου, του τύπου του κινητήρα ή του έτους κατασκευής, είτε για συγκεκριμένο όχημα, με την πληκτρολόγηση των επτά τελευταίων ψηφίων του VIN του οχήματος. Επιτρέπεται μόνον η εκτύπωση των αποτελεσμάτων των αναζητήσεων ή η αποθήκευσή τους στον υπολογιστή υπό τη μορφή αρχείου PDF, γεγονός που αποκλείει την αυτοματοποιημένη επεξεργασία των δεδομένων. Τα αποτελέσματα των αναζητήσεων που αφορούν τις πληροφορίες για ανταλλακτικά μπορούν να αποθηκευτούν υπό τη μορφή αρχείου XML.

Περαιτέρω, η Scania δεν θέτει τους VIN στη διάθεση των ανεξάρτητων φορέων. Μόνον οι επισκευαστές έχουν πρόσβαση στα δεδομένα αυτά, χρησιμοποιώντας τα έγγραφα κυκλοφορίας ή την ένδειξη που αναγράφεται στο πλαίσιο του οχήματος που τους έχει εμπιστευθεί ο πελάτης για συντήρηση ή επισκευή.

Η Gesamtverband, αντιπροσωπεύοντας με τα μέλη της το 80% του κύκλου εργασιών της ανεξάρτητης εμπορίας εξαρτημάτων αυτοκινήτων στη Γερμανία, διαμαρτυρήθηκε για την πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων που επιβάλλει στη Scania το άρθρο 61 παρ.1 και 2 του Κανονισμού 2018/858 και ζήτησε από το Πρωτοδικείο Κολωνίας να υποχρεώσει την εταιρεία να παράσχει στους ανεξάρτητους φορείς (τουτέστιν στα μη εξουσιοδοτημένα συνεργεία) πρόσβαση στις πληροφορίες επισκευής και συντήρησης των οχημάτων.

Το γερμανικό δικαστήριο υπέβαλε προδικαστική αίτηση στο ΔΕΕ, υποβάλλοντάς του τρία προδικαστικά ερωτήματα. Στο τρίτο εξ αυτών, το αιτούν δικαστήριο εξέφρασε τον προβληματισμό του ως προς το αν η υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 61 του Κανονισμού 2018/858 στους κατασκευαστές για παροχή πρόσβασης σε πληροφορίες αποτελεί έννομη υποχρέωση επεξεργασίας δεδομένων, κατά την έννοια της νομικής βάσης του άρθρου 6 παρ.1γ’ ΓΚΠΔ, επισημαίνοντας μάλιστα πως, κατά την εκτίμησή του ο VIN «δεν συνιστά, κατά κανόνα, δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα».

Με βάση τον ανωτέρω προβληματισμό, το τρίτο προδικαστικό ερώτημα είχε ως εξής: «Συνιστά το άρθρο 61, παράγραφος 1, του κανονισμού 2018/858[1] έννομη υποχρέωση του κατασκευαστή οχημάτων, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, η οποία δικαιολογεί τη γνωστοποίηση των VIN ή πληροφοριών που συνδέονται με τους VIN σε ανεξάρτητους φορείς ως άλλους υπευθύνους επεξεργασίας κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 7, του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων;»

Η κρίση του Δικαστηρίου της ΕΕ

Προκειμένου να εξετάσει το ζήτημα της έννομης υποχρέωσης των κατασκευαστών για παροχή δεδομένων, το ΔΕΕ έκρινε πως είναι αναγκαίο πρώτα να εξεταστεί αν ο VIN εμπίπτει στην έννοια των προσωπικών δεδομένων. Χωρίς την προϋπόθεση αυτή δεν θα υπήρχε ζήτημα επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, ως εκ τούτου ούτε και νομιμότητας ως προς την επεξεργασία αυτή.

Η απάντηση επί του ζητήματος αυτού δεν ήταν καθόλου αυτονόητη, όπως άλλωστε φάνηκε και από τον προβληματισμό του αιτούντος δικαστηρίου, καθώς ο VIN αποδίδεται σε κάθε όχημα από τον κατασκευαστή κατά τον χρόνο κατασκευής του οχήματος, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο το όχημα δεν έχει περιέλθει στην ιδιοκτησία φυσικού προσώπου, ώστε να συνδεθεί μαζί του. Παράλληλα όμως, ο VIN λειτουργεί ως μοναδικό αναγνωριστικό των οχημάτων και για τους πάσης φύσεως επαγγελματίες στην επισκευή οχημάτων, οι οποίοι έχουν στη διάθεσή τους τα στοιχεία του ιδιοκτήτη.

Κατά συνέπεια, ο κατασκευαστής υποχρεούται να θέσει στη διάθεση των ανεξαρτήτων φορέων μια πληροφορία, η οποία για τον ίδιο δεν αντιστοιχεί σε φυσικό πρόσωπο, ενώ όμως για αυτούς που τη λαμβάνουν αποτελεί στοιχείο ταυτοποίησης του πελάτη τους.

Το ΔΕΕ κατέληξε σε μια ιδιαίτερα λιτή και όχι αρκούντως σαφή κρίση. Επικαλούμενο τις σκέψεις της απόφασης Breyer, αλλά και τις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα,[2] το Δικαστήριο κατέληξε ότι ένας αλφαριθμητικός κωδικός, όπως ο VIN, που αποδίδεται σε ένα όχημα από τον κατασκευαστή του, προς τον σκοπό της αναγνώρισης του οχήματος δεν έχει χαρακτήρα «προσωπικό», ωστόσο τον αποκτά, «έναντι οποιουδήποτε έχει ευλόγως στη διάθεσή του μέσα που του επιτρέπουν να τον συνδέσει με συγκεκριμένο πρόσωπο».

Περαιτέρω, ο VIN αναγράφεται στην άδεια κυκλοφορίας του οχήματος, στην οποία επίσης περιλαμβάνονται τα στοιχεία του κατόχου της άδειας, ο οποίος κάτοχος μπορεί να είναι και φυσικό πρόσωπο.

Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο καταλήγει πως ο VIN συνιστά προσωπικό δεδομένο, του προσώπου που αναγράφεται στην άδεια κυκλοφορίας του οχήματος, «στο μέτρο που όποιος έχει πρόσβαση σε αυτόν θα μπορούσε να έχει στη διάθεσή του μέσα που επιτρέπουν να τον χρησιμοποιήσει για να εξακριβώσει την ταυτότητα του κυρίου του οχήματος το οποίο αφορά η άδεια ή του προσώπου που μπορεί να χρησιμοποιεί το όχημα αυτό με βάση νόμιμο δικαίωμα άλλο από εκείνο του κυρίου».

Εξειδικεύοντας την κρίση αυτή στην εξεταζόμενη υπόθεση, το ΔΕΕ συμφώνησε με τον Γενικό Εισαγγελέα[3] πως ο VIN αποτελεί προσωπικό δεδομένο για τους ανεξάρτητους φορείς, όταν αυτοί «μπορούν ευλόγως να έχουν στη διάθεσή τους μέσα που τους επιτρέπουν να συνδέσουν έναν VIN με ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο», αλλά και «εμμέσως» για τους κατασκευαστές αυτοκινήτων, που τον καταστούν διαθέσιμο, «ακόμη και αν ο VIN δεν αποτελεί, αφ’ εαυτού, δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα για τους κατασκευαστές, ιδίως όταν το όχημα στο οποίο χορηγήθηκε ο VIN δεν ανήκει σε φυσικό πρόσωπο».

Από τη λιτότητα της σκέψης και την επιτηδευμένη ασάφεια της κρίσης του, το ΔΕΕ δείχνει πως επιχειρεί να διευθετήσει το ερμηνευτικό ζήτημα που έχει τεθεί ενώπιόν του, χωρίς να επεκταθεί σε γενικότερες ερμηνείες της έννοιας των προσωπικών δεδομένων, αλλά και χωρίς να επιβαρύνει υπέρμετρα τη θέση των κατασκευαστών αυτοκινήτων.

Στο πλαίσιο αυτό και μολονότι κάνει εξαρχής τη διαπίστωση πως ο αριθμός πλαισίου δημιουργείται χωρίς σύνδεση με πρόσωπο, αλλά την αποκτά αμέσως μόλις καταχωρηθεί στην άδεια κυκλοφορίας του οχήματος, το Δικαστήριο δεν προχωρά στην αμέσως επόμενη επαγωγικώς σκέψη της συνέπειας τη σύνδεσης αυτής ως προς τον χαρακτήρα της πληροφορίας. Για τον ίδιο λόγο, ουδέποτε εξετάζει τον πληροφοριακό χαρακτήρα του αριθμού πλαισίου ως προς το ίδιο το υποκείμενο των δεδομένων, το πρόσωπο που αναγράφεται στην άδεια κυκλοφορίας, όπως δεν απαντά και στο προφανές ερώτημα που προκύπτει από την ταυτοποίηση αυτή: έχει ο κάτοχος του οχήματος δικαίωμα πρόσβασης στις πληροφορίες του οχήματός του που τηρούνται από τον κατασκευαστή;

Αντ’ αυτού, το ΔΕΕ εξετάζει τον χαρακτήρα της πληροφορίας αποκλειστικά σε σχέση με τους ανεξάρτητους φορείς, ήτοι τα μη εξουσιοδοτημένα συνεργεία αυτοκινήτων, οι οποίοι ενδέχεται να μπορούν τα ταυτοποιήσουν μέσω αυτής το φυσικό πρόσωπο, άρα η πληροφορία είναι προσωπικό δεδομένο για αυτούς. Σε αντίθεση με αυτούς, οι κατασκευαστές εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας εμμέσως και στο πλαίσιο της διάθεσης της πληροφορίας στους ανεξάρτητους φορείς, με το Δικαστήριο να επισημαίνει πως «ο VIN δεν αποτελεί, αφ’ εαυτού, δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα».

Το ΔΕΕ δεν διευκρινίζει ποια είναι η έννοια της πληροφορίας που εμμέσως μπορεί να αποτελεί προσωπικό δεδομένο, ενώ παράλληλα μπορεί «αφεαυτή» να μην είναι, όπως δεν διευκρινίζει σε ποιον χρόνο και σε ποιο στάδιο – πράξη επεξεργασίας αποδίδεται ο προσωποποιημένος χαρακτήρας της προηγουμένως ανώνυμης πληροφορίας. Είναι η διάθεση της πληροφορίας σε τρίτο η πρώτη ή και μοναδική πράξη επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο τήρησης ανώνυμων πληροφοριών ή η διάθεση αυτή επηρεάζει ολόκληρο τον κύκλο τήρησης των πληροφοριών αυτών, καθιστώντας εφεξής την τήρησή τους ως επεξεργασία προσωπικών δεδομένων; Ποιες υποχρεώσεις έχει ο κατασκευαστής, για τον οποίο ο VIN αποτελεί προσωπικό δεδομένο «εμμέσως», ως προς την ασφάλεια της επεξεργασίας ή τα δικαιώματα των υποκειμένων;

Η μη διευκρίνιση των ζητημάτων αυτών λειτουργεί υπέρ του ανώνυμου χαρακτήρα της πληροφορίας και κατά της γενικευμένης (ή έστω περιορισμένης) εφαρμογής του Γενικού Κανονισμού. Η απόφαση αυτή μοιάζει να αποτελεί την αντίστροφη πλευρά της απόφασης του έτερου δικαστηρίου της ΕΕ, του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση ΕΣΕ κατά ΕΕΠΔ. Στην απόφαση εκείνη, η οποία θα κριθεί ενώπιον του ΔΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο άφησε χώρο στον φορέα που λαμβάνει προσωπικά δεδομένα προκειμένου αυτός να βρεθεί εκτός απαιτήσεων νομοθεσίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, εφόσον αυτός δεν έχει τα εύλογα μέσα για την ταυτοποίηση των υποκειμένων. Στην παρούσα απόφαση το ΔΕΕ αφήνει χώρο στον φορέα που διαβιβάζει προσωπικά δεδομένα, σε φορέα που μπορεί να τα συνδέσει με πρόσωπο.

Οι δύο αποφάσεις θα μπορούσε να θεωρηθεί πως αποτελούν τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαίνεται πως επιχειρεί να χαλαρώσει την αυστηρή ερμηνεία που έχει κατά καιρούς προκριθεί από όργανα και δικαστήρια της Ένωσης – ενδεικτική επ’ αυτού η κρίση του Ευρωπαίου Επόπτη στην υπόθεση του ΕΣΕ – και να απελευθερώσει τις διαβιβάσεις δεδομένων από ή προς φορείς που δεν έχουν τα μέσα για την ταυτοποίηση των δεδομένων.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης του ΔΕΕ επί του συγκεκριμένου ζητήματος έχει ως εξής:

Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

43. Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 61, παράγραφος 1, του κανονισμού 2018/858 έχει την έννοια ότι θεσπίζει «έννομη υποχρέωση», κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, την οποία υπέχουν οι κατασκευαστές αυτοκινήτων υπό την ιδιότητα του «υπευθύνου επεξεργασίας», κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 7, του κανονισμού αυτού, να θέτουν τους VIN των οχημάτων που κατασκευάζουν στη διάθεση των ανεξάρτητων φορέων.

44. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να εξεταστεί, πρώτον, αν ο VIN εμπίπτει στην έννοια των «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», κατά το άρθρο 4, σημείο 1, του ΓΚΠΔ, το οποίο ορίζει την έννοια αυτή ως «κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο».

45. Ο ορισμός αυτός εφαρμόζεται όταν, λόγω του περιεχομένου, του σκοπού και του αποτελέσματός τους, οι επίμαχες πληροφορίες συνδέονται με συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο [απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2022, Inspektor v Inspektorata kam Visshia sadeben savet (Σκοποί της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Ποινική έρευνα), C‑180/21, EU:C:2022:967, σκέψη 70]. Για να διαπιστωθεί αν η ταυτότητα ενός φυσικού προσώπου μπορεί να εξακριβωθεί, πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύνολο των μέσων που μπορούν ευλόγως να χρησιμοποιηθούν είτε από τον υπεύθυνο επεξεργασίας κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 7, του ΓΚΠΔ, είτε από τρίτο για να εξακριβωθεί η ταυτότητα του εν λόγω προσώπου, χωρίς ωστόσο να απαιτείται όλες οι πληροφορίες που καθιστούν δυνατή την εξακρίβωση του εν λόγω προσώπου να βρίσκονται στη διάθεση μίας μόνο οντότητας (πρβλ. απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2016, Breyer, C‑582/14, EU:C:2016:779, σκέψεις 42 και 43).

46. Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 34 και 39 των προτάσεών του, ένα δεδομένο όπως ο VIN –ο οποίος ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 2, του κανονισμού 19/2011 ως αλφαριθμητικός κωδικός που αποδίδεται σ’ ένα όχημα από τον κατασκευαστή με σκοπό να εξασφαλίζεται η ορθή αναγνώριση του οχήματος και ο οποίος, ως τέτοιος, δεν έχει χαρακτήρα «προσωπικό»αποκτά τον χαρακτήρα αυτόν έναντι οποιουδήποτε έχει ευλόγως στη διάθεσή του μέσα που του επιτρέπουν να τον συνδέσει με συγκεκριμένο πρόσωπο.

47. Από το παράρτημα Ι, σημείο II.5, της οδηγίας 1999/37 προκύπτει ότι ο VIN πρέπει να αναγράφεται στην άδεια κυκλοφορίας οχήματος, όπως και το όνομα και η διεύθυνση του κατόχου της άδειας. Επιπλέον, δυνάμει των σημείων II.5 και II.6 του παραρτήματος αυτού, ένα φυσικό πρόσωπο μπορεί να χαρακτηριστεί στην εν λόγω άδεια ως κύριος του οχήματος ή ως πρόσωπο που μπορεί να χρησιμοποιεί το όχημα με βάση νόμιμο δικαίωμα άλλο από εκείνο του κυρίου.

48. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο VIN συνιστά δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, κατά το άρθρο 4, σημείο 1, του ΓΚΠΔ, του φυσικού προσώπου που μνημονεύεται στην άδεια κυκλοφορίας οχήματος, στο μέτρο που όποιος έχει πρόσβαση σε αυτόν θα μπορούσε να έχει στη διάθεσή του μέσα που επιτρέπουν να τον χρησιμοποιήσει για να εξακριβώσει την ταυτότητα του κυρίου του οχήματος το οποίο αφορά η άδεια ή του προσώπου που μπορεί να χρησιμοποιεί το όχημα αυτό με βάση νόμιμο δικαίωμα άλλο από εκείνο του κυρίου.

49. Όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 34 και 41[4] των προτάσεών του, όταν οι ανεξάρτητοι φορείς μπορούν ευλόγως να έχουν στη διάθεσή τους μέσα που τους επιτρέπουν να συνδέσουν έναν VIN με ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, ο εν λόγω VIN συνιστά γι’ αυτούς δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα κατά το άρθρο 4, σημείο 1, του ΓΚΠΔ, καθώς και, εμμέσως, για τους κατασκευαστές αυτοκινήτων που τον καθιστούν διαθέσιμο, ακόμη και αν ο VIN δεν αποτελεί, αφ’ εαυτού, δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα για τους κατασκευαστές, ιδίως όταν το όχημα στο οποίο χορηγήθηκε ο VIN δεν ανήκει σε φυσικό πρόσωπο.

50. Εάν από την εξακρίβωση για την οποία γίνεται λόγος στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης προκύψει ότι ο VIN πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, το στοιχείο αυτό εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ, δυνάμει του άρθρου του 2, παράγραφος 1, και πρέπει, ως εκ τούτου, να αποτελέσει αντικείμενο επεξεργασίας σύμφωνης προς τον εν λόγω κανονισμό.

Photo by Pixabay from Pexels

[1] «1. Οι κατασκευαστές παρέχουν σε ανεξάρτητους φορείς απεριόριστη, τυποποιημένη και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση στις πληροφορίες του ενσωματωμένου στο όχημα συστήματος διάγνωσης (OBD), στον διαγνωστικό και άλλο εξοπλισμό, στα εργαλεία, συμπεριλαμβανομένων των πλήρων στοιχείων αναφοράς και των διαθέσιμων τηλεφορτώσεων του σχετικού λογισμικού, καθώς και στις πληροφορίες επισκευής και συντήρησης του οχήματος. Οι πληροφορίες παρουσιάζονται με εύκολα προσβάσιμο τρόπο υπό μορφή μηχαναγνώσιμων και ηλεκτρονικά επεξεργάσιμων συνόλων δεδομένων. […]»

[2] Οι σκέψεις του Γ.Ε. ήταν ότι: «34. Ωστόσο, συμμερίζομαι την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου και της Gesamtverband A.‑H. ότι ο VIN δεν αποτελεί, αφ’ εαυτού και σε κάθε περίπτωση, δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα. Τούτο ισχύει τουλάχιστον «γενικά, […] όσον αφορά τον κατασκευαστή [οχημάτων]» και πάντως σίγουρα όταν το όχημα δεν ανήκει σε φυσικό πρόσωπο.

39. Κατ’ εφαρμογήν της ως άνω νομολογίας, δεδομένο το οποίο δεν έχει, κατ’ αρχήν, «προσωπικό» χαρακτήρα (διότι δεν περιέχει, αφ’ εαυτού και χωρίς τη μεσολάβηση άλλων δεδομένων, πληροφορίες σχετικές με ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο) αποκτά τον χαρακτήρα αυτόν όσον αφορά πρόσωπο το οποίο έχει ευλόγως στη διάθεσή του μέσα που του επιτρέπουν να συνδέσει το εν λόγω δεδομένο με συγκεκριμένο πρόσωπο».

[3] Η σκέψη του Γ.Ε.: «41. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν, όπως φαίνεται να συμβαίνει εν προκειμένω, τα μέλη της Gesamtverbrand A.‑H. μπορούν να έχουν ευλόγως στη διάθεσή τους μέσα που τους επιτρέπουν να συνδέσουν ορισμένο VIN με ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο. Εάν διαπιστωθεί κάτι τέτοιο, όσον αφορά τα εν λόγω μέλη (και, εμμέσως, και τον κατασκευαστή που τους γνωστοποιεί τον VIN), ο VIN θα αποτελεί δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα του οποίου η επεξεργασία υπόκειται στον ΓΚΠΔ».

[4] 41. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν, όπως φαίνεται να συμβαίνει εν προκειμένω, τα μέλη της Gesamtverbrand A.‑H. μπορούν να έχουν ευλόγως στη διάθεσή τους μέσα που τους επιτρέπουν να συνδέσουν ορισμένο VIN με ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο. Εάν διαπιστωθεί κάτι τέτοιο, όσον αφορά τα εν λόγω μέλη (και, εμμέσως, και τον κατασκευαστή που τους γνωστοποιεί τον VIN), ο VIN θα αποτελεί δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα του οποίου η επεξεργασία υπόκειται στον ΓΚΠΔ.

Δημήτρης Βέρρας

O ηλεκτρονικός αναγκαστικός πλειστηριασμός κατά τον ΚΠολΔ - Πραγματείες Πολιτικής Δικονομίας Νο 6

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα - Κατ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΝΔΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΜΑΡΙΑ ΑΝΔΡΟΝΟΠΟΥΛΟΥ