logo-print

Κληρονομία σε αντικείμενο που δεν υπάρχει (πια)

Τι υπεισέρχεται στη θέση του και τι κληρονομείται τελικά

Ένα ερώτημα που απασχολεί την πράξη σε πολλές περιπτώσεις είναι αυτό της κατάλειψης με διαθήκη σε έναν κληρονόμο ενός αντικειμένου το οποίο δεν υπάρχει πια στην κληρονομιαία περιουσία.

Παράδειγμα 1. Ο Α αφήνει με διαθήκη στον Β ένα ακίνητο, το οποίο κατά τη στιγμή του θανάτου του είχε ήδη μεταβιβάσει.

Παράδειγμα 2. Ο Γ αφήνει με διαθήκη στον Δ ένα αυτοκίνητο, το οποίο εκλάπη προ του θανάτου του, ενώ στη συνέχεια ο διαθέτης αγόρασε νέο.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710, 1712 και 1800 ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση εγκατάστασης κληρονόμου επί δήλου (ορισμένου περιουσιακού αντικειμένου), αν στη συνέχεια ο διαθέτης πριν από το θάνατο του εκποίησε το δήλο πράγμα, το οποίο συνεπώς δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της κληρονομιάς του, το γεγονός αυτό δεν καθιστά, εφόσον δεν συνάγεται αντίθετη βούληση του διαθέτη, κενή περιεχομένου και ανίσχυρη την κληρονομική εγκατάσταση, η οποία συνεπάγεται καθολική διαδοχή, σε αντίθεση με τη δημιουργική ειδικής διαδοχής κλήρο δοσία, στην οποία και μόνο εφαρμόζεται ο κανόνας του άρθρου 1984 παρ.1 ΑΚ.

Επομένως, στην περίπτωση αυτή, αν λόγω της εκποίησης ή ανταλλαγής ή αντικατάστασης του δήλου υπεισήλθε στη θέση του άλλο περιουσιακό στοιχείο, η επί του δήλου εγκατάσταση θεωρείται ότι έγινε στο άλλο αυτό περιουσιακό στοιχείο, που υποκαθίσταται στη θέση του δήλου, κατ` ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων1982 παρ. 2, 1984 παρ. 3, 1987 παρ. 2 και 1988 ΑΚ.

Περαιτέρω, οι τρόποι ανάκλησης της διαθήκης καθορίζονται περιοριστικά από άρθρα 1763-1768 ΑΚ, που είναι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, και γι` αυτό δεν νοείται ανάκληση κατ` άλλο τρόπο. Συνεπώς, μεταξύ των ως άνω τρόπων ανάκλησης που καθορίζονται από τα άρθρα 1763-1768 ΑΚ δεν περιλαμβάνεται και η εκ μέρους του διαθέτη εκποίηση του περιουσιακού αντικειμένου, το οποίο άφησε με τη διαθήκη του (ο διαθέτης), στον κληρονόμο ως δήλο πράγμα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1800 πα.2, 1801 και 1802 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι εφόσον ο επί δήλου εγκατασταθείς μόνος ή με άλλους, φέρει την ιδιότητα του κληρονόμου, η μνεία του δήλου ενέχει και προσδιορισμό του ποσοστού της κληρονομίας στο οποίο αυτός καλείται, καθώς και ότι όταν τα δήλα δεν εξαντλούν τον κλήρο, ως προς το μη διατεθέν υπόλοιπον αυτού χωρεί η εξ αδιαθέτου διαδοχή, εκτός αν οι εγκατάστατοι κατά τη βούληση του διαθέτη εγράφησαν ως μόνοι κληρονόμοι, οπότε το απολειπόμενο μετά την αφαίρεση των δήλων, που δεν έχει άλλως διατεθεί, διανέμεται μεταξύ τούτων, ανάλογα με τη μερίδα ενός εκάστου, την οποία αναλόγως επαυξάνει ώστε οι εγκατάστατοι να λάβουν ολόκληρη την κληρονομία. Πότε αυτό συμβαίνει δηλαδή ότι η εγκατάσταση έγινε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή είναι ζήτημα ερμηνείας της Διαθήκης.

Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ προκύπτει ότι κατά την ερμηνεία των διαθηκών αναζητείται χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθής βούληση του διαθέτη, με σκοπό την υποκειμενική του άποψη ακόμα και με τη λήψη υπόψη περιστατικών και στοιχείων που βρίσκονται εκτός Διαθήκης, όπως η σπουδαιότητα των αντικειμένων που έχουν καταληφθεί με τη Διαθήκη, σε σχέση με την όλη κληρονομία, καθώς και οι προσωπικές σχέσεις του διαθέτη με τους τιμηθέντες και αδιάφορα από την αντικειμενική έννοια με την οποία αντιλαμβάνονται τη δήλωση οι τρίτοι κατά τη συναλλακτική καλή πίστη δηλαδή σύμφωνα με το άρθρο 200 ΑΚ, το οποίο δεν εφαρμόζεται κατά την ερμηνεία των διαθηκών. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου για την αληθινή θέληση του διαθέτη, ως τοιαύτη περί πραγμάτων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710, 1712 και 1800 ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση εγκατάστασης κληρονόμου επί δήλου (ορισμένου περιουσιακού αντικειμένου), αν στη συνέχεια ο διαθέτης πριν από το θάνατο του εκποίησε το δήλο πράγμα, το οποίο συνεπώς δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της κληρονομιάς του, το γεγονός αυτό δεν καθιστά, εφόσον δεν συνάγεται αντίθετη βούληση του διαθέτη, κενή περιεχομένου και ανίσχυρη την κληρονομική εγκατάσταση, η οποία συνεπάγεται καθολική διαδοχή, σε αντίθεση με τη δημιουργική ειδικής διαδοχής κληροδοσία, στην οποία και μόνον εφαρμόζεται ο κανόνας του άρθρου 1984 παρ.1 ΑΚ. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, αν λόγω της εκποίησης ή ανταλλαγής ή αντικατάστασης του δήλου υπεισήλθε στη θέση του άλλο περιουσιακό στοιχείο, η επί του δήλου εγκατάσταση θεωρείται ότι έγινε στο άλλο αυτό περιουσιακό στοιχείο, που υποκαθίσταται στη θέση του δήλου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 1982 παρ.2, 1984 παρ.3, 1987 παρ.2 και 1988 ΑΚ εκτός εάν η πράξη του διαθέτη μπορεί να ερμηνευθεί κατά την υποθετική του βούληση, ανάλογα με τα αποδειχθέντα περιστατικά ως οιονεί ανάκληση της εγκατάστασης, που καθιστά ανίσχυρη τη σχετική διάταξη της Διαθήκης. 

Δεν ισχύει το ίδιο και στην εγκατάσταση επί δήλου μέσω κληροδοσίας.  Επειδή, κατά μεν το άρθρο 1984 παρ. 1 ΑΚ η κληροδοσία ορισμένου αντικειμένου, που δεν ανήκει στην κληρονομία κατά τον χρόνο θανάτου του διαθέτη, είναι άκυρη, εκτός αν συνάγεται ότι γίνεται και για την περίπτωση που το αντικείμενο αυτό δεν ανήκει στην κληρονομία, κατά δε το άρθρο 1985 παρ. ΑΚ εφόσον, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, είναι ισχυρή η κληροδοσία αντικειμένου που δεν ανήκει στην κληρονομία κατά το θάνατο του διαθέτη, ο βεβαρημένος έχει υποχρέωση να το προμηθεύσει στον κληροδόχο, ενώ κατά το άρθρο 1989 του ιδίου Κώδικα, αν ο διαθέτης κληροδότησε πράγμα κατά γένος μόνο ορισμένο, ο κληροδόχος έχει δικαίωμα να λάβει πράγμα που ανταποκρίνεται στις συνθήκες στις οποίες αυτός βρίσκεται Από τις συνδυασμένες αυτές διατάξεις προκύπτουν, εκτός άλλων, ότι: α) καθίσταται άκυρη η κληροδοσία αντικειμένου που δεν υπάρχει στην κληρονομία κατά τον χρόνο θανάτου του διαθέτη, εφόσον τούτο δεν είναι ορισμένο κατά γένος και δεν συνάγεται διαφορετική βούληση του διαθέτη (βλ. ΑΠ 1034/1974 ΝοΒ 23.615, ΕφΑθ 5338/1988 Αρμ. 1989.289, ΕφΑθ 3394/1995 Αρμ. 1995.1412, Μπαλή, Κληρονομικό δίκαιο, παρ. 333, Φίλιο, Κληρ. δίκαιο, Ειδικό μέρος, 1998, σελ. 216), το αληθές περιεχόμενο της οποίας μπορεί να αναζητηθεί κατά τα άρθρα 173 και 1781 ΑΚ και με τη συνεκτίμηση στοιχείων κειμένων εκτός της διαθήκης, υπό την προϋπόθεση ότι καθίσταται αναγκαία η εν λόγω συνεκτίμηση λόγω ασαφούς διατυπώσεως του κειμένου αυτού (βλ. ΑΠ 490/1994 ΝοΒ ΜΓ` 546, ΑΠ 164/1988 ΕΕΝ 56.120, ΑΠ 506/1992 ΕλλΔνη 34.1470, ΑΠ 953/1996 ΕλλΔνη 1998.847, ΑΠ 1913/1996 ΕλλΔνη 1997. 1114, ΑΠ 103/1994 ΕλλΔνη 1995.1105, ΕφΑθ 638/1995 ΕλλΔνη 1996.1136, Κορνηλάκη, στον ΑΚ Γεωργιάδη -Σταθόπουλου, άρθρα 1781-1812 αρ. 48-56, Φίλιο, ό.π., παρ. 19, σελ. 112-113). β) Η ακυρότητα της κληροδοσίας, της οποίας το αντικείμενο (κατ` είδος ορισμένο) είναι ξένο, τεκμαίρεται Συνεπώς, ο βεβαρυμένος, επικαλούμενος ακυρότητα της κληροδοσίας, έχει το βάρος να αποδείξει ότι το αντικείμενο της κληροδοσίας είναι ατομικά ορισμένο πράγμα και ότι κατά τον χρόνο θανάτου του διαθέτη δεν ανήκει στην κληρονομία του. Αντίθετα, ο κληροδόχος έχει το βάρος να επικαλεσθεί και περαιτέρω να αποδείξει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο διαθέτης ήθελε να ισχύσει η κληροδοσία ως κληροδοσία "προμηθευτέου" (βλ. Παπανικολάου, στον ΑΚ Γεωργιάδη -Σταθόπουλου, άρθρο 1984 αρ. 15), και γ) Υπό τον ΑΚ η εκούσια εκ μέρους του διαθέτη εκποίηση του κληρονομηθέντος, ατομικά ορισμένου, αντικειμένου, οδηγεί σε ακυρότητα της κληροδοσίας κατά το άρθρο 1984 ΑΚ, εφόσον συνεπεία της εκποιήσεως το κληροδοτηθέν αντικείμενο δεν ανήκει πλέον στην κληρονομία κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη, τέτοια δε ακυρότητα της κληροδοσίας και όχι ανάκληση της κληροδοτικής διατάξεως της διαθήκης επέρχεται με την εκποίηση του κληροδοτηθέντος, ακόμα και αν αποδεικνύεται ότι ο διαθέτης ενήργησε με πρόθεση καταργήσεως της κληροδοσίας (βλ. ΑΠ 1034/1974 ό.π., ΑΠ 647/1977 ΕΕΝ 45.69, Παπανικολάου, ό.π., παρ. 16- 17, Μπαλή, ό.π., παρ. 310 και 334 αρ. 4, ενώ για "ανάκληση" της κληροδοσίας κάνουν λόγο στην περίπτωση αυτή οι Παπαντωνίου στην ΕρμΑΚ άρθρα 1763, 1768 αριθ. 35, Παπαντωνίου, Αστ. Γεωργιάδης, γνωμοδότηση, Αρμ. 1981.462-463, Λιτζερόπουλος, Κληρον. δίκαιο, παρ. 126).

Δρ. Ευάγγελος Μαργαρίτης

Ο Δρ. Ευάγγελος Μαργαρίτης είναι Δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω. Υπηρετεί στη Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών Εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αθηνών Εταιρεία Ανάπτυξης και Αξιοποίησης Ακινήτων. Διατέλεσε Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Αστικού Δικαίου στη Νομική...