logo-print

Τροχαίο υπό την επήρεια μέθης

Ευθύνη του Ιδιοκτήτη και του Οδηγού και Ασφαλιστική Κάλυψη

Είναι εξαιρετικά δυσάρεστη και κοινωνικά αποδοκιμαστέα η είδηση πρόκλησης τροχαίου ατυχήματος υπό την επήρεια μέθης. Ιδίως σε περιπτώσεις που τούτη η συμπεριφορά προκαλεί τραυματισμό ή θάνατο ενός προσώπου, τίθεται το ζήτημα των αστικών (και ποινικών ευθυνών) του μεθυσμένου οδηγού.

Στην παρούσα ανάλυση εξετάζεται 1) η αστική ευθύνη του οδηγού που υπό την επήρεια μέθης προκάλεσε το ατύχημα, 2) ζητήματα απαλλαγής της ασφαλιστικής και 3) ποινική/ διοικητικού του ευθύνη.

1) Αστική ευθύνη

Αρχικά, σε περίπτωση πρόκλησης ατυχήματος από μέθη, ο οδηγός του οχήματος φέρει την ευθύνη για αποζημίωση κατά τις γενικές διατάξεις περί αδικοπραξίας (ΑΚ 914 επ). Επίσης, φέρει, μαζί με τον ιδιοκτήτη του οχήματος ευθύνη από "ειδική βάση", έναν νόμο του 1911, τον ΓΠΝ/1911.

Βασική διάκριση που θεμελιώνεται στον ως άνω ν. Ν. ΓΠΝ/1911 είναι αυτή μεταξύ του ιδιοκτή­τη και κατόχου του αυτοκινήτου. Ο νόμος αυτός ορίζει την έννοια του κατόχου, στην § 2 του άρθρου 2, σύμφωνα με την οποία «κάτοχος αυτοκινήτου θεωρείται πας ο κατά τον χρόνον του ατυχήματος κατέχων το αυτοκίνητον είτε κατά κυριότητα ετε εκ συμβάσεως, εκμεταλλευόμενος δ' αυτό εν ιδίω ονόματι, ως και ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος της κατοχής αυτοκινήτου και χρησιμοποιών τούτο καθ' οιονδήποτε τρόπον». Από τη διάταξη αυτή, ενόψει και του σκοπού του πιο πάνω νόμου, που απέβλεψε στην αυξημέ­νη και αντικειμενική ευθύνη του κατέχοντος αυτοκίνητο, σαν «τίμημα» αυτού για την έναντι των κινδύνων από τη λειτουργία του απόλαυση των ωφελειών του, προκύπτει ότι, ως κάτοχος του αυτοκινήτου δεν θεωρείται ο κατά τις διατάξεις του ΑΚ κάτοχος, δηλαδή εκείνος που ασκεί απλώς την επ' αυτού φυσική εξουσία (άρθρο 974 ΑΚ), αλλ' εκεί­νος που εκμεταλλεύεται το αυτοκίνητο (ως κύριος ή επι­καρπωτής), ή ο δικαιούμενος σε εκμετάλλευση του αυτοκι­νήτου, δυνάμει συμβάσεως με τον κύριο, λ.χ. μισθώσεως, χρησιδανείου κ.λπ.

Εισάγεται, δηλαδή, για τον καθορισμό της έννοιας του κατόχου, το στοιχείο της εκμεταλλεύσεως, υπό την έννοια της συγκομιδής από τη λειτουργία του αυ­τοκινήτου, οικονομικού ή επαγγελματικού οφέλους, είτε υπό τη μορφή κέρδους, είτε υπό μορφή εξυπηρετήσεως διαφόρων αναγκών του κατόχου (ΟλΑΠ 3/1987 ΝοΒ 36. 71, και μεταξύ πολλών, ΑΠ 681/2014 ΕπΔικΙΑ 2015 48, Κρητικός ό.π., § 7 περ. αριθ. 7), η οποία περιλαμβάνει την άντληση από τη λειτουργία του αυτοκινήτου, αμέσως ή εμμέσως, οικονομικού ή επαγγελματικού οφέλους με τη μορφή κέρδους, αλλά και την εξυπηρέτηση διαφόρων ανα­γκών του κατόχου, όπως είναι η ψυχαγωγία και η άνετη μετακίνησή του (δηλαδή το αντλούμενο «όφελος» δεν εί­ναι απαραίτητα οικονομικής φύσεως).

Έτσι, δεν αποβάλλει την ιδιότητα του κατόχου, εκείνος ο οποίος παραχωρεί ή επιτρέπει την οδήγηση του αυτοκινήτου σε τρίτο πρόσω­πο, χωρίς την ύπαρξη ιδιαίτερης σύμβασης σχετικά με τη μεταβίβαση της κατοχής, αφού το πιο πάνω, διακριτικό της κατοχής, στοιχείο της εκμετάλλευσης του αυτοκινήτου ε­ξακολουθεί να υφίσταται στον κύριο (ΑΠ 681/2014 ΕπΔικΙΑ 2015 48, ΑΠ 558/1990 ΕλλΔνη 31. 1000, ΑΠ 211/ 2012, 1532/2007, 1134/2007, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

Κατά κα­νόνα, η κατοχή του αυτοκινήτου προϋποθέτει ορισμένη χρονική διάρκεια, οπότε ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου, που παραχωρεί τη χρήση σε τρίτον χάριν φιλικής εξυπηρέτησης για μικρό χρόνο ή για ένα ταξίδι, δεν χάνει την κατοχή, αν όμως η παραχώρηση είναι για μεγάλο διάστημα ή για αόρι­στο χρόνο, έναντι αναλήψεως από τον τρίτο των εξόδων συντήρησης και λειτουργίας του αυτοκινήτου, τότε κάτο­χος καθίσταται ο τελευταίος. Πάντως για τη συγκρότηση της έννοιας του κατόχου δεν απαιτείται οδήγηση από τον ίδιο, ούτε και κτήση αδείας ικανότητος οδηγού, ιδίως όταν πρόκειται για τον κύριο του αυτοκινήτου (ΑΠ 681/2014 ό.π., ΑΠ 1532/2007).

Εντε­λώς ενδεικτικά από τη σχετική περιπτωσιολογία, πέραν βέ­βαια της βασικής περιπτώσεως του ιδιοκτήτη που το εκμε­ταλλεύεται ο ίδιος (η ιδιότητα του ιδιοκτήτη πρέπει να προκύπτει από νόμιμο τίτλο κυριότητας, που είναι η άδεια κυκλοφορίας, χωρίς να είναι νοητή η εικονικότητα, τόσο στην εμπράγματη, όσο και στην ενοχική δικαιοπραξία, που αποτελεί της αιτία της, έτσι και ΑΠ 615/2007 ΝοΒ 2008. 579), κάτοχος (διαφορετικός έτσι από τον ιδιοκτήτη, που παύει να έχει και την ιδιότητα του κατόχου), είναι μεταξύ άλλων ο χρησάμενος δυνάμει χρησιδανείου, ο οποίος αυτός όμως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σε κάθε περίπτωση κάτοχος κατά την έννοια του πιο πάνω νόμου, αλλά μόνο αν έχει αναλάβει, τουλάχιστον μέρος των δαπα­νών λειτουργίας του αυτοκινήτου (ΑΠ 211/2012 ΧρΙδΔ 2013. 422), διαφοροποιούμενης της σχέσης του χρησιδανείου, από την απλή «σχέση φιλοφροσύνης» (που παρατηρείται στις κοινωνικές σχέσεις της καθημερινής ζωής και έχει χαρακτηριστικά της, το σύντομο της διάρκειας πα­ραχωρήσεως της χρήσης, την περιορισμένη οικονομική ση­μασία της και τη δυνατότητα άμεσης αναζητήσεως του πα­ραχωρούμενου αυτ/του σε κάθε χρόνο) κατά την οποία δεν επέρχεται μεταβολή της κατοχής,

Επομένως, για τη θεμελίωση αγωγής που έχει ως βάση το Ν. ΓΠΝ/1911 το θύμα (τρίτος) ζητώντας αποζημίωση με βάση το Ν. ΓΠΝ/1911 έχει υποχρέωση να επικαλεστεί και αποδείξει ζημία που προήλθε από το αυτοκίνητο κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του και την ιδιότητα του εναγόμενου ως οδηγού, κατόχου ή ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά το χρόνο της προκλήσεως της ζημίας.

Για το ορισμένο του σχετικού ισχυρισμού ως προς εμάς ώστε να θεωρηθεί κάποιος κάτοχος του αυτοκινήτου πρέπει να αναφέρεται στην ένδικη κύρια αγωγή ότι εκείνος που φέρεται ως «κάτοχος» αποκομίζει και οικονομικά οφέλη από αυτό. Εισάγεται δηλαδή για τον καθορισμό της έννοιας του κατόχου το στοιχείο της εκμεταλλεύσεως, υπό την έννοια της αποκομιδής από τη λειτουργία του αυτοκινήτου οικονομικού οφέλους, είτε υπό τη μορφή κέρδους, είτε υπό την μορφή εξυπηρετήσεως διαφόρων αναγκών του κατόχου (ΟλΑΠ 3/1987 ΕλλΔνη 21, 1245, ΑΠ 1532/2007 ΕλλΔνη 50, 708). Έτσι, από τη διάταξη του ως άνω άρθρου 2 σαφώς προκύπτει ότι ως κάτοχος του αυτοκινήτου δεν θεωρείται ο κατά τις διατάξεις του ΑΚ κάτοχος, δηλαδή εκείνος που ασκεί απλώς την φυσική εξουσία επ’ αυτού (974 ΑΚ), αλλά εκείνος που εκμεταλλεύεται το αυτοκίνητο ως ιδιοκτήτης (κύριος ή επικαρπωτής) ή ο δικαιούμενος σε εκμετάλλευση του αυτοκινήτου δυνάμει συμβάσεως μετά του κυρίου (λ.χ. μισθώσεως, χρησιδανείου, εταιρίας) – (ΟλΑΠ 3/1987 ΕλλΔνη 21, 1245, ΑΠ 1532/2007 ΕλλΔνη 50, 708). Τέτοιος, π.χ. κάτοχος είναι δικαιούμενος σε εκμετάλλευση του αυτοκινήτου δυνάμει συμβάσεως μετά του κυρίου (λ.χ. μισθώσεως, χρησιδανείου, εταιρίας). Ο χρησάμενος στη σύμβαση χρησιδανείου δεν μπορεί να θεωρηθεί κάτοχος σε κάθε περίπτωση, αλλά μόνο αν βαρύνεται με μέρος τουλάχιστον των εξόδων λειτουργίας αυτοκινήτου και έτσι, δεν μπορεί να θεωρηθεί κάτοχος το πρόσωπο που από το γονέα του ή το φίλο του χρησιδανείζεται το αυτοκίνητο για ένα και μόνο ταξίδι ή "βόλτα", αφού το παραπάνω διακριτικό της κατοχής στοιχείο της εκμετάλλευσης του αυτοκινήτου εξακολουθεί να υφίσταται στον κύριο, ο οποίος βαρύνεται με τα έξοδα συντηρήσεως και λειτουργίας του (πληρωμή ασφαλίστρων, τελών κυκλοφορίας, στεγάσεως (parking), βενζίνης κλπ. (βλ. Αθ. Κρητικού Αποζημίωση από τροχαία ατυχήματα 1998 αριθμ. 1297).

2) Τι ισχύει για την ασφαλιστική κάλυψη του μεθυσμένου οδηγού;

Με τις διατάξεις των άρθρων 2 περ. 1, 6 παρ. 1, 10 παρ. 1 και 11 παρ. 1 του ν. 489/ 1976 "περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής: Ο κύριος, ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα, επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος (2 παρ. 1). Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου (6 παρ. 1). Το πρόσωπο που ζημιώθηκε, έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ίδια αξίωση κατά του ασφαλιστή (10 παρ. 1). Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατά το άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ` αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού (11 παρ. 1).

Περαιτέρω, αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες που προκαλούνται καθ’ όν χρόνον ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ).

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 2496/ 1997, τον λήπτη της ασφάλισης βαρύνουν όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός από εκείνες που από την φύση τους πρέπει να εκπληρωθούν από τον ασφαλισμένο. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, της τελευταίας εφαρμοζομένης συμπληρωματικά και στην ασφάλιση της αστικής ευθύνης εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων, συνάγεται ότι η ρήτρα στο ασφαλιστήριο για εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται κατά τον χρόνο που ο οδηγός έχει καταναλώσει οινόπνευμα περισσότερο του επιτρεπτού από τον Κ.Ο.Κ., αποτελεί αληθώς καλυμμένο συμβατικό ασφαλιστικό βάρος.

Όμως προϋπόθεση για την λειτουργία αυτής, σε βάρος του λήπτη της ασφαλίσεως, ο οποίος δεν έχει τις υποχρεώσεις από την ασφαλιστική σύμβαση που μπορούν να εκπληρωθούν μόνο από τον ασφαλισμένο οδηγό του αυτοκινήτου, είναι να υφίσταται υπαιτιότητα αυτού (άρθρο 330 Α.Κ.).

Επομένως ο ασφαλιστής που υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση σε ζημιωθέντα τρίτο χωρίς να έχει ευθύνη, λόγω της συμβατικής εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ευρίσκεται σε μέθη, δεν δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του κυρίου και μη οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και να αξιώσει από αυτόν τα καταβληθέντα ποσά, αν τον τελευταίο δεν βαρύνει υπαιτιότητα σε σχέση με το γεγονός ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου του βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όταν προξένησε το ατύχημα, δικαιούται όμως να στραφεί αναγωγικά κατά του εν μέθη τελούντος οδηγού, ως προς τον οποίο δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την διάπραξη της παραβάσεως του πιο πάνω ασφαλιστικού βάρους (ΑΠ 1068/2013, ΑΠ 991/2011, ΑΠ 1357/2008, ΑΠ 1517/2006).

3) Ποινική και Διοικητική Ευθύνη

Ως προς τη ποινική ευθύνη του μεθυσμένου οδηγού, αυτή ρυθμίζεται κλασικά από τα άρθρα 302 ΠΚ (ανθρωποκτονία από αμέλεια) ή 314 ΑΚ (σωματική βλάβη από αμέλεια) και το νέο άρθρο 290Α ΠΚ.

Άρθρο 290 Επικίνδυνες παρεμβάσεις στην οδική συγκοινωνία «1. Όποιος διαταράσσει την ασφάλεια της συγκοινωνίας στους δρόμους: α) με καταστροφή, βλάβη ή μετακίνηση εγκαταστάσεων ή οχημάτων, β) με τοποθέτηση ή διατήρηση εμποδίων, γ) με αλλοίωση σημείων ή σημάτων ή με τοποθέτηση ή διατήρηση εσφαλμένων σημείων ή σημάτων, ή δ) με άλλες, εξίσου επικίνδυνες για την ασφάλεια της συγκοινωνίας πράξεις, τιμωρείται: αα) με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή αν από την πράξη προέκυψε κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα, ββ) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους αν από την πράξη προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο, γγ) με κάθειρξη έως δέκα έτη αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη άλλου ή προκάλεσε βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις, δδ) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο άλλου. Αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη.»

Τέλος, σχετικές ρυθμίσεις περιέχει και το άρθρο 42 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (διαβαθμίζοντας διοικητικές κυρώσεις προστίμου και αφαίρεσης διπλώματος) και διαβαθμίζοντας αυτήν βάσει του ύψος της συγκέντρωσης του αλκοόλ στο αίμα του.

Δρ. Ευάγγελος Μαργαρίτης

Ο Δρ. Ευάγγελος Μαργαρίτης είναι Δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω. Υπηρετεί στη Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών Εισηγμένης στο ΧΑΑ Εταιρεία Ανάπτυξης και Αξιοποίησης Ακινήτων. Διατέλεσε Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Αστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών και...

send