Aκυρότητα σύμβασης εγγύησης σύμφωνα με τα άρθρα 178 και 179 του Αστικού Κώδικα

Με αφορμή την υπ’ αριθμ. 184/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

07/02/2019

09/02/2019

Σύμφωνα με το άρθρο 179 ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση του άρθρου 178 ΑΚ, άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που, κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς τη παροχή.

Εξ αυτών σαφώς συνάγεται ότι για τον χαρακτηρισμό δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς και συνεπώς άκυρης, ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη, απαιτείται αφενός μεν, η συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων, που τελούν κατά τον χρόνο της συνομολόγησης τους, κατά τις περιστάσεις, σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή, αφετέρου δε, η επίτευξη των ωφελημάτων αυτών με εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του άλλου από τους συμβληθέντες, περιεχομένου αναγκαίως, κατά την έννοια της εκμετάλλευσης, και του αποτελούντος προϋπόθεση αυτής στοιχείου της γνώσης των εν λόγω περιστάσεων. Έτσι, για την αναγνώριση της ακυρότητας μιας σύμβασης, ως αισχροκερδούς και καταπλεονεκτικής, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις σωρευτικά: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλόμενους και γ) εκμετάλλευση από τον άλλο συμβαλλόμενο της γνωστής σ' αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλόμενου.

Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή απειρίας δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός. Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και τις συναλλαγές, μπορεί δε να είναι επακόλουθο της ηλικίας, της διανοητικής κατάστασης του προσώπου ή άλλης αιτίας (ΑΠ 1112/2009, ΑΠ 868/2008, ΑΠ 1244/2005 Νόμος, ΕφΑΘ 7955/2006 ΕλλΔνη 50.841). Κουφότητα, η οποία μπορεί επίσης να είναι αποτέλεσμα της ηλικίας, της πνευματικής κατάστασης ή άλλης αιτίας, είναι η αδιαφορία κι η αμεριμνησία, από την οποία ο συναλλασσόμενος δεν μπορεί να εκτιμήσει τη σημασία και τις συνέπειες των πράξεων του, ενώ ως ανάγκη εννοείται και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση, επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής. Αν λείπει ένα από τα άνω στοιχεία, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατ' άρθρο 179 ΑΚ (ΟλΑΠ 714/1973, ΑΠ 2095/2009 ΕλλΔνη 51.1348, ΑΠ 1112/2009, ΑΠ 1394/2009, ΑΠ 1019/2007 Νόμος, ΑΠ 936/2007 ΕλλΔνη 50.1686, ΑΠ 252/2004 ΕλλΔνη 46.168, ΑΠ 492/2004 ΕλλΔνη 47. 452). Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Ειδικότερα, προφανής δυσαναλογία είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο, κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό και θεμιτό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.

Η δυσαναλογία δε αυτή, διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά τον χρόνο της κατάρτισης της (ΑΠ 868/2008, ΑΠ 497/1997 ΕλλΔνη 39.100, ΑΠ 307/1993 ΕλλΔνη 35.1295, ΕφΑΘ 7955/2006 Νόμος, ΕφΑΘ 304/2002 ΔΕΕ 2002.997, ΕφΠατρ 133/2001 ΑχαΝομ 2002.3). Εξάλλου, εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την κατάσταση (ανάγκης, κουφότητας, απειρίας) του αντισυμβαλλομένου του επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή (ΑΠ 1019/2007, ΑΠ 1244/2005 Νόμος), χωρίς να είναι απαραίτητη για να συντρέξει το στοιχείο της εκμετάλλευσης κάποια ενέργεια του εκμεταλλευτή, η οποία να εκδηλώνεται με ηθικά επιλήψιμα περιστατικά που αποσκοπούν στην επίτευξη της αισχροκέρδειας (ΑΠ 529/2001 ΕλλΔνη 42.1569, ΑΠ 582/1993 ΕλλΔνη 1994 1101, ΕφΑΘ 7955/2006 ΕλλΔνη 2009 841, ΕφΑΘ 304/2002 ΔΕΕ 2002 997). Η ακυρότητα αυτή χωρεί ipso iure και δεν απαιτείται παρεμβολή δικαστικής απόφασης. Δεν αποκλείεται, όμως, εκείνος που έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει σχετική αναγνωριστική αγωγή για την κήρυξη της ακυρότητας. Για το ορισμένο της αγωγής αναγκαία στοιχεία είναι η κατάρτιση της δικαιοπραξίας, η αξία παροχής και ωφελημάτων και η προφανής δυσαναλογία παροχών κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, καθώς και η έκθεση περιστατικών που συγκροτούν τις αντικειμενικές (απειρία, ανάγκη, κουφότητα) και την υποκειμενική ως άνω προϋποθέσεις (βλ. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρο 179, σελ.761, αρ.21-22 με παραπομπές σε νομολογία).

Με την υπ’ αριθμ. 184/2019 ιστορικής σημασίας απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρίθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ και ως εκ τούτου η σύμβαση εγγύησης που είχε υπογράψει η 23χρονη και παντελώς άπειρη με τις τραπεζικές συναλλαγές εγγυήτρια, ήταν άκυρη ως αισχροκερδής, καταπλεονεκτική και αντικείμενη στα χρηστά ήθη, διότι, κατά το σκεπτικό του Δικαστηρίου, η εγγυήτρια εξωθήθηκε στην υπογραφή της χωρίς αντίστοιχη παροχή-ωφέλεια για την ίδια, με εκμετάλλευση της κουφότητας και της απειρίας της από την τράπεζα, αλλά και τον πρωτοφειλέτη, οι οποίοι πέτυχαν τη λήψη ωφελημάτων για λογαριασμό τους και μόνον από την εκταμίευση και χρήση του δανείου, με αποτέλεσμα η συμβατική ελευθερία της εγγυήτριας να έχει δεσμευτεί υπέρμετρα. Μάλιστα, για τον λόγο αυτό, η απόφαση, εν κατακλείδι, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «… πρέπει να θεωρηθεί άκυρη η σύμβαση εγγύησης, ως αισχροκερδής και καταπλεονεκτική σε βάρος της ενάγουσας, η οποία δεν πρέπει να επωμιστεί αποκλειστικά την ευθύνη από την ανώμαλη εξέλιξη της επίδικης σύμβασης τραπεζικού δανείου…».

Στις κρίσιμες παραδοχές της απόφασης αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η απειρία της ενάγουσας αποδεικνύεται από την ηλικία της (μόλις 23 ετών) και από το γεγονός ότι ήταν παντελώς άπειρη με τις τραπεζικές συναλλαγές, αφού δεν είχε ποτέ δανειοδοτηθεί έως τότε από κάποιο πιστωτικό ίδρυμα ούτε είχε κάποια οφειλή προς οιονδήποτε πιστωτικό ή άλλο φορέα, γεγονός για το οποίο ενημέρωσε την υπάλληλο της τράπεζας, ενώ δεν διέθετε ιδιαίτερη μόρφωση, εκπαιδευτική, επαγγελματική ή κοινωνική, για να αντιληφθεί τη σημασία της εκ μέρους της σύναψης σύμβασης εγγύησης με την τράπεζα.

Περαιτέρω, σημειώνει το Δικαστήριο ότι η υπάλληλος της θυγατρικής της τράπεζας ουσιαστικά καταχώρησε ανακριβή στοιχεία αναφορικά με τον δανειολήπτη και την εγγυήτρια (ενάγουσα) προκειμένου η αίτηση του δανείου να λάβει υψηλότερη βαθμολογία στην συστημική αξιολόγηση από το αρμόδιο τμήμα, ώστε να καταστεί απολύτως βέβαιη η έγκριση του από αυτό, ούτε, όμως έλεγξε (η τράπεζα) προσηκόντως την οικονομική δυνατότητα της ενάγουσας για την παροχή της εγγύησης και την εκ μέρους της ανάληψη τέτοιας υποχρέωσης, αφού επρόκειτο για μια απλή μισθωτή υπάλληλο που δεν διέθετε άλλους οικονομικούς πόρους για τη διαβίωση της πέραν του μισθού της. Ειδικότερα, η απόφαση αναφέρει ότι η υπάλληλος της τράπεζας «…έθεσε ανακριβώς θετική απάντηση στις ερωτήσεις αν η εγγυήτρια διαθέτει οικόπεδα, κτίρια, αυτοκίνητο και οφειλή δανείου από αυτοκίνητο, ενώ η τελευταία δεν διέθετε ούτε ακίνητη περιουσία ούτε Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ούτε και είχε κάποια οφειλή προς τούτο, όπως είχε σαφώς δηλώσει στην ανωτέρω προστηθείσα υπάλληλο της εναγόμενης, ενώ αντίθετα καταχώρησε ανακριβώς αρνητική απάντηση στις ερωτήσεις αν ο δανειολήπτης είχε οφειλές από οιασδήποτε φύσης δάνειο (καταναλωτικό, προσωπικό, επαγγελματικό ή στεγαστικό), ενώ ο σκοπός του ληφθέντος δανείου ήταν - όπως ανωτέρω εκτέθηκε - η αποπληρωμή υφιστάμενων υποχρεώσεων αυτού προς έτερα πιστωτικά ιδρύματα (βλ. την αυτή ως άνω αναφερόμενη δανειακή σύμβαση). Εκ των ανωτέρω εκτεθέντων συνάγεται ότι η ενάγουσα ωθήθηκε στην υπογραφή της ως άνω δανειακής σύμβασης με την ιδιότητα της εγγυήτριας, παρασυρθείσα από τις διαβεβαιώσεις της προστηθείσας υπαλλήλου της εναγόμενης ότι πρόκειται μόνο για μία απλή και τυπική υπογραφή στο κείμενο της δανειακής σύμβασης, που θα διευκόλυνε την έγκριση του δανείου από το αρμόδιο τμήμα χορήγησης αυτού, χωρίς επ' ουδενί να αντιλαμβάνεται τη σημασία και το μέγεθος της ευθύνης που συνεπάγεται η πράξη της.

Αναφορικά με τις υποχρεώσεις της τράπεζας, η απόφαση αναφέρει ότι «…η εναγόμενη τράπεζα υποχρεούταν σε παροχή ενημέρωσης, πληροφοριών και εξηγήσεων σε σχέση με το αντικείμενο της σύμβασης και μάλιστα τέτοιων, που θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην απόφαση της εγγυήτριας, και μάλιστα φέρει την ευθύνη να απαντά αληθώς στις ερωτήσεις του εγγυητή, να τον διαφωτίζει αυτεπάγγελτα όταν είναι σαφές από την εμπειρία της ότι ο τελευταίος δεν έχει αντιληφθεί το αντικείμενο της κύριας συναλλαγής (πίστωσης), για τον κίνδυνο που προκαλείται από την αφερεγγυότητα του πρωτοφειλέτη και τη μη εξυπηρέτηση του δανείου εκ μέρους του και να μην υποβαθμίζει εν γνώσει της τον κίνδυνο που αναλαμβάνει ο εγγυητής παρουσιάζοντας πλασματικά την ανάληψη της εγγύησης εκ μέρους του ως «απλώς τυπικό στοιχείο» (βλ. Γεωργιάδη, Η εξασφάλιση των πιστώσεων, 2001, σελ.42), όπως συνέβη εν προκειμένω».

Το Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι οι οικονομικές δυνάμεις της ενάγουσας, η οποία ήταν και παραμένει μια απλή μισθωτή υπάλληλος (γραμματέας) με χαμηλό μηνιαίο εισόδημα από την εργασία της, δεν δικαιολογούσαν την ανάληψη τέτοιας υποχρέωσης με ελεύθερη βούληση και συνείδηση των πράξεών της, και άρα, (και) ένεκα του λόγου αυτού η τράπεζα, δια της προστηθείσας υπαλλήλου της, εκμεταλλεύτηκε την κουφότητα και την απειρία της στις τραπεζικές συναλλαγές για να την επηρεάσει και να της επιβάλει - έστω και με έμμεσο τρόπο - την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης και δεν την ενημέρωσε - ως όφειλε σαν υπεύθυνος πιστωτικός φορέας - για το μέγεθος και τη σοβαρότητα της ευθύνης, το ύψος της οφειλής που αναλάμβανε, στο ίδιο ύψος με την κύρια οφειλή του πρωτοφειλέτη και τον κίνδυνο να βρεθεί εκτεθειμένη στην αποπληρωμή της κύριας οφειλής, σε περίπτωση μη ανταπόκρισης του πρωτοφειλέτη στις δανειακές του υποχρεώσεις ακόμα και με την προσωπική της περιουσία, όπερ και συνέβη, αφού ο δανειολήπτης - πρωτοφειλέτης (…) σχεδόν αμέσως μετά την κατάρτιση της επίμαχης δανειακής σύμβασης και την εκταμίευση του ποσού του δανείσματος σταμάτησε να αποπληρώνει τις οφειλόμενες δόσεις αυτού.

Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε ότι «…η συμβατική συμπεριφορά της τράπεζας ήταν αθέμιτη και καταπλεονεκτική σε βάρος της ενάγουσας και δεν μπορούν οι όροι της να συγχωρεθούν και δικαιολογηθούν αποκλειστικά και μόνο προς όφελος του πιστούχου και της τράπεζας, διότι διαταράσσουν υπέρμετρα την ισορροπία μεταξύ δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από την έννομη σχέση του δανείου σε σχέση με τις τρεις εμπλεκόμενες πλευρές, προδήλως δε καταχρηστικά, δυσανάλογα και αντίθετα στα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καταπλεονεκτικά και άδικα σε βάρος της εγγυήτριας, η οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να αφεθεί ανυπεράσπιστη ως το πλέον αδύναμο μέρος της σύμβασης πίστωσης, στο έλεος των συμφερόντων και των αποφάσεων των άλλων συμβαλλομένων. Η εξέλιξη αυτή είναι αφόρητα επαχθής για την εγγυήτρια, η οποία δεσμεύθηκε υπέρμετρα πέρα από κάθε έννοια συμβατικής ελευθερίας και λογικής, χωρίς να έχει ως αντιστάθμισμα οποιοδήποτε συμφέρον ή ενδιαφέρον από τη σύμβαση πίστωσης υπέρ του πρωτοφειλέτη, από την οποία οφέλη είχαν μόνο η τράπεζα, η οποία εξασφάλισε την απαίτηση της με την προσωπική περιουσία της εγγυήτριας και ο πιστούχος, ο οποίος καρπώθηκε το προϊόν του δανείσματος, είναι δε προφανής η δυσαναλογία παροχής -αντιπαροχής μεταξύ των συμβαλλομένων στη σύμβαση πίστωσης — εγγύησης. Ως εκ τούτου, βάσει των ανωτέρω, προκύπτει ότι η συγκεκριμένη δικαιοπραξία ήταν αισχροκερδής, καταπλεονεκτική και αντικείμενη στα χρηστά ήθη σε βάρος της εγγυήτριας, διότι εξωθήθηκε στην υπογραφή της χωρίς αντίστοιχη παροχή - ωφέλεια για την ίδια, με εκμετάλλευση της κουφότητας και της απειρίας της από την τράπεζα, αλλά και τον πρωτοφειλέτη, οι οποίοι πέτυχαν τη λήψη ωφελημάτων για λογαριασμό τους και μόνον από την εκταμίευση και χρήση του εν λόγω δανείου. Τούτο υπερβαίνει το μέτρο που είναι φυσικό και επιτρεπτό κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, καθώς η συμβατική ελευθερία της εγγυήτριας δεσμεύτηκε υπέρμετρα (ΕφΑΘ 1275/2011 ΕπισκΕμπΔ 2011.1061), και εν τέλει αναγνώρισε ως άκυρη την επίδικη σύμβαση εγγύησης απαλλάσσοντας, κατ’ αποτέλεσμα, την εγγυήτρια από την σχετική ευθύνη της έναντι της τράπεζας.

Ολόκληρη η απόφαση στο dsanet.gr