logo-print

Το συναινετικό διαζύγιο υπό το πρίσμα του νέου νομοθετικού καθεστώτος του Ν. 4509/2017

Α. Εισαγωγικά

Το συναινετικό διαζύγιο καθιερώθηκε στην Ελλάδα με το N. 1329/1983, με στόχο τον εκσυγχρονισμό του δικαίου του διαζυγίου1 προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, αυτήν της εισαγωγής του στοιχείου της ιδιωτικής αυτονομίας σε ένα πεδίο που κατεξοχήν θεωρούνταν ανεπηρέαστο από αυτήν, δηλαδή στο χώρο της λύσης του γάμου. Με τη θέσπιση του συναινετικού διαζυγίου το ελληνικό δίκαιο εναρμονίστηκε προς τα περισσότερα αλλοδαπά δίκαια, που είχαν τότε ήδη καθιερώσει τη συναινετική λύση του γάμου και μάλιστα με δύο βασικές μορφές, ήτοι είτε με τη διαμόρφωση της συζυγικής συναίνεσης ως τεκμηρίου κλονισμού, ώστε το συναινετικό διαζύγιο να συγχωνεύεται σε ενιαίο θεσμό με το διαζύγιο κατ’ αντιδικία, είτε με τη θέσπιση του συναινετικού διαζυγίου ως αυτοτελούς τρόπου διαζυγίου, που γνωρίζει ξεχωριστή δικονομική μεταχείριση στο πλαίσιο μιας διαφορετικής διαδικασίας. Στην ελληνική έννομη τάξη, με το N. 1329/1983, το συναινετικό διαζύγιο καθιερώθηκε και λειτούργησε επί τριάντα τέσσερα χρόνια με τη δεύτερη αυτή μορφή. Η συναινετική λύση του γάμου στηρίχτηκε στο βασικό όρο της ρητής συμφωνίας των συζύγων για διάζευξη, που έπρεπε όμως να επικυρωθεί από το δικαστήριο σε μια δίκη της εκούσιας δικαιοδοσίας2.

Συγκεκριμένα, κατά το θετικό δίκαιο που εισήχθη με το N. 1329/1983, η συναινετική λύση του γάμου ήταν ανεξάρτητη από εκτιμήσεις ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του κλονισμού και στηρίζεται στον βασικό όρο της ρητής και ειδικής συμφωνίας των συζύγων για διάζευξη. Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί ούτε τεκμήριο κλονισμού (δεν παραμένει, άρα, ο αντικειμενικός κλονισμός ως λόγος διαζυγίου) ούτε αυτοτελή λόγο διαζυγίου (αφού λόγοι διαζυγίου με την τεχνική έννοια υπάρχουν μόνο στο διαζύγιο με αντιδικία), αλλά συνιστά απλώς στοιχείο που οδηγεί σε μία άλλη διαδικασία, αυτήν της εκούσιας δικαιοδοσίας. Επρόκειτο, επομένως, για έναν ιδιαίτερο τρόπο διαζυγίου3, όπως είχε χαρακτηριστεί, που αντιστοιχεί στην επίσης διαφορετική ουσία της λύσης του γάμου που στηρίζεται στην ιδιωτική αυτονομία4.

Η συναινετική λύση του γάμου, όπως εισήχθη με το N. 1329/1983, επικρίθηκε από ορισμένους [βλ. ενδεικτικά Χουβαρδά, Η αντισυνταγματικότητα των νέων περί διαζυγίου διατάξεων ΝοΒ 31 (1983) 946, 947] ως αντίθετη με το άρθρο 21 παρ. 1 Σ., που προστατεύει το γάμο και την οικογένεια5. Αντίλογος στο επιχείρημα αυτό βρίσκει έρεισμα στο γεγονός ότι το άρθρο 21 παρ. 1 Σ. προστατεύει τους υγιείς μόνο γάμους, που εξακολουθούν να εκπληρώνουν την κοινωνική τους αποστολή, και αφετέρου το συναινετικό διαζύγιο όχι μόνο δεν είναι αντισυνταγματικό αλλά και εναρμονίζεται με την επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας κατ’ άρθρο5 παρ. 1 Σ., προς την οποία, όπως υποστηρίχθηκε, είναι ολότελα ασυμβίβαστη η διατήρηση του γάμου παρά την θέληση και των δύο συζύγων. Στο επιχείρημα υπέρ της νομοθετικής εξέλιξης και της υιοθέτησης μιας σύγχρονης με τις κοινωνικοοικονομικοπολιτικές συνθήκες της περιόδου εκείνης, συνηγορούσε και μια παλαιότερη πρακτική, η οποία χαρακτηρίστηκε εξευτελιστική για το γάμο ως παραδιαδικασία, αυτή των λεγομένων «κρυπτοσυναινετικών» διαζυγίων, και η οποία καθιστούσε αδήριτη την ανάγκη εισαγωγής του συναινετικού διαζυγίου στην ελληνική έννομη τάξη, αφού ούτως αχρήστευσε αυτήν την υποκριτική διαδικασία, που προσέβαλε επιπλέον και το κύρος της δικαιοσύνης6.

Όπως έχει ήδη υποστηριχθεί, η νομοθετική εξέλιξη, σε θέματα που άπτονται ζητημάτων δικαίου αστικής κατάστασης των προσώπων και όχι μόνο, στηρίζεται στο γεγονός ότι το δίκαιο ακολουθεί (ή πρέπει να ακολουθεί) τη συνεχή εξέλιξη της σημερινής κοινωνίας. Επίσης, το δίκαιο είναι μια έννοια εξ ίσου ζωντανή όσο η κοινωνία, η πολιτισμός, ο τρόπος ζωής και η γλώσσα. De lege ferenda, ο νόμος διέπει πολλές πτυχές της ζωής ενός ανθρώπου. Έτσι, αν γινόταν μια σύγκριση μεταξύ της ανθρώπινης δραστηριότητας του παρελθόντος και αυτής της σημερινής εποχής, θα παρατηρούνταν τεράστια διάσταση. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι σύγχρονοι θεσμοί και έννομες τάξεις περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων και αόριστες νομικές έννοιες, βάσει των οποίων ερμηνεύεται συχνά από τον εφαρμοστή του νόμου η ανθρώπινη δραστηριότητα κατά τρόπο κατάλληλο, ακριβή και αναλογικό τρόπο σύμφωνα με τα εκάστοτε κοινωνικοπολιτιστικά δεδομένα7. Συνεπώς, η νομοθετική μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου με το N. 1329/1983 εκ των υστέρων κρινόμενη ήταν κοινωνικά και δικαιοπολιτικά επιβεβλημένη.

Β. Το νομικό πλαίσιο του συναινετικού διαζυγίου προ της εισαγωγής του Ν. 4509/2017

Από τη διατύπωση του άρθρου 1441 ΑΚ, όπως αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστασή του από την παρ. 2, του άρθρου 3 του Ν. 4055/12-3-12, συνάγεται ότι οι όροι του συναινετικού διαζυγίου ήταν τέσσερις8, ήτοι η έγγραφη συμφωνία των συζύγων για τη λύση του γάμου τους, ο ελάχιστος χρόνος προηγούμενης διάρκειας του γάμου που ορίστηκε στους έξι μήνες, η έγγραφη συμφωνία των συζύγων για την επιμέλεια και την επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα τους και τέλος, η αμετάκλητη δικαστική απόφαση που επικυρώνει τις συμφωνίες και κηρύσσει τη λύση του γάμου, εφ' όσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το νομοθετικό αυτό πλαίσιο δεν ήταν απαραίτητος όρος για την εγκυρότητα και την εν γένει πληρότητα της συμφωνίας των συζύγων ο καθορισμός του ποσού της οφειλόμενης μηνιαίας διατροφής του συζύγου εκείνου που δεν έχει την επιμέλεια των τέκνων, αλλά από το ίδιο το γράμμα του νόμου, στο άρθρο 1441 παρ. 2 εδ. β’ ΑΚ, προκύπτει ότι η σχετική συμφωνία ήταν δυνητική και όχι υποχρεωτική9.

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι οι κανόνες που ρύθμιζαν τη λύση του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, όπως κι εκείνοι που ρυθμίζουν το διαζύγιο γενικά, είναι αναγκαστικού δικαίου. Τούτο σημαίνει ότι ήταν άκυρες οι συμφωνίες που αποκλείουν ή περιορίζουν την ελευθερία της λύσης του γάμου, συναφώς και δια της συναινετικής οδού, ορίζοντας λ.χ ότι δεν θα μπορεί να ζητηθεί η λύση του γάμου σε καμία περίπτωση ή έστω κι αν εμφανιστεί ορισμένος λόγος διαζυγίου που προβλέπεται στο νόμο ή ότι ο σύζυγος που θα ζητήσει διαζύγιο θα υποχρεωθεί να καταβάλει ορισμένο ποσό ως ποινή, ή που προβλέπουν την δυνατότητα λύσης του γάμου χωρίς δικαστική απόφαση, ή που καθορίζουν άλλους λόγους διαζυγίου ή τροποποιούν τους υπάρχοντες, προβλέποντας λόγου χάρη ότι αρκεί η μονοετής διάσταση των συζύγων για να ζητηθεί η λύση του γάμου10.

Για την έκδοση συναινετικού διαζυγίου προϋποτίθετο καταρχήν η ύπαρξη σχετικής εγγραφής συμφωνίας των συζύγων, όπως προαναφέρθηκε, η νομική φύση της οποίας χαρακτηρίστηκε ως δικαιοπραξία ιδιόμορφη – ιδιόρρυθμη σύμβαση οικογενειακού δικαίου111213, διότι οι δηλώσεις βουλήσεως των μερών – συζύγων συμπίπτουν και αποβλέπουν στο ίδιο έννομο αποτέλεσμα χωρίς να υπάρχει αντίθεση συμφερόντων14. Επειδή η εν λόγω συμφωνία περιορίζει την προσωπική ελευθερία των συζύγων αναφορικά με το ζήτημα του γάμου, υποστηρίζεται η θέση ότι ο καθένας απ’ αυτούς μπορεί ελεύθερα να αποδεσμευτεί από την συμφωνία μέχρι το πέρας της συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ωσαύτως και το προσύμφωνο συναινετικού διαζυγίου δεν δεσμεύει τους συμβαλλόμενους συζύγους15.

Η συμφωνία των συζύγων έπρεπε να είναι έγγραφη, διαφορετικά ήταν άκυρη, όπως τούτο προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 1441 παρ.1 εδ. α’, 158,159 παρ. 116. Μάλιστα το σχετικό έγγραφο έπρεπε να φέρει υπογραφές, επί ποινή ακυρότητας, όχι μόνο από τους συζύγους αλλά και από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους. Ωστόσο, αρκούσε η υπογραφή μόνο των δικηγόρων εφόσον αυτοί ήταν εφοδιασμένοι με ειδικό πληρεξούσιο, το οποίο έπρεπε να έχει δοθεί μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από την υπογραφή του συμφωνητικού. Το ειδικό πληρεξούσιο ήταν απαραίτητο να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να αναφέρει ρητώς την έγγραφη συμφωνία17.

Το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής των συζύγων ήταν ότι αυτοί συμφωνούν στη λύση του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο. Για να εκδοθεί βέβαια το συναινετικό διαζύγιο έπρεπε ο γάμος των συζύγων να έχει διαρκέσει τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την κατάρτιση της αντίστοιχης εγγραφής συμφωνίας. Αν τελέστηκε και θρησκευτικός και πολιτικός γάμος, κρίσιμος χρόνος είναι αυτός της τέλεσης του πρώτου χρονικά γάμου. Ο νομοθέτης έθετε την προϋπόθεση της ελάχιστης διάρκειας του γάμου με σκοπό να εξασφαλίσει την ώριμη απόφαση των συζύγων για λύση του γάμου, η οποία συνάγεται ότι υπάρχει μετά την παρέλευση των έξι μηνών γάμου. Μόνη η συμφωνία, όμως, των συζύγων δεν επέφερε αυτοδικαίως την λύση του γάμου τους. Για την έκδοση συναινετικού διαζυγίου προϋποτίθετο περαιτέρω ότι έγγραφη συμφωνία των συζύγων θα υποβαλλόταν, μαζί με τα ειδικά πληρεξούσια τυχόν των δικηγόρων, όπου αυτό απαιτείται, στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο. Το δικαστήριο εκδίκαζε την υπόθεση σε μία και μόνη συζήτηση, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, και επικύρωνε την συμφωνία, εφόσον συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις (ελάχιστη διάρκεια γάμου, κατάρτιση συμφωνίας από πρόσωπα που έχουν δικαιοπρακτική ικανότητα, ύπαρξη ειδικών πληρεξουσίων, όπου απαιτείται, απουσία ελαττωμάτων της βούλησης κ.λπ.). Με την ίδια απόφαση εκηρύσσετο η λύση του γάμου, η οποία και επέρχετο μόλις η απόφαση καθίστατο αμετάκλητη18.

Αν υπήρχαν ανήλικα τέκνα για να εκδοθεί συναινετικό διαζύγιο έπρεπε η έγγραφη συμφωνία για την λύση του γάμου να συνοδεύεται υποχρεωτικώς με άλλη έγγραφη συμφωνία των συζύγων, με την οποία να ρυθμίζεται και η επιμέλεια των τέκνων (κατά βάση με ποιον γονέα θα συγκατοικούν τα τέκνα) και η επικοινωνία με αυτά19. Αν δεν υποβαλλόταν η ως άνω συμφωνία στο δικαστήριο, το τελευταίο απέρριπτε την αίτηση έκδοσης συναινετικού διαζυγίου ως απαράδεκτη20. Η συμφωνία των συζύγων για τα ανήλικα τέκνα αποτελεί σύμβαση που επικυρώνεται και αυτή από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που λύνει το γάμο, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το εδ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 1441 ΑΚ αυτή η συμφωνία ισχύει προσωρινά ώσπου να εκδοθεί η απόφαση για το θέμα αυτό σύμφωνα με το άρθρο 1513 ΑΚ. Η συμφωνία έπρεπε να ρυθμίζει τα ζητήματα της επιμέλειας και της επικοινωνίας των γονέων με τα τεκνά τους υποχρεωτικώς. Προαιρετικώς οι σύζυγοι μπορούσαν να συμπεριλάβουν στην συμφωνία και ζητήματα που ρυθμίζουν διατροφή των τέκνων τους. Αυτές οι συμφωνίες επικυρώνονταν από το δικαστήριο, του οποίου η απόφαση αποτελεί μάλιστα, κατά το σκέλος που επικυρώνει τη συμφωνία των συζύγων για την επιμέλεια και επικοινωνία ή και τη διατροφή των ανηλίκων τέκνων21, τίτλο εκτελεστό22.

Στην πράξη, το πρόβλημα που ανέκυπτε έγκειτο στο γεγονός ότι οι δικαστικές αποφάσεις αρκούνταν στην αναφορά στο διατακτικό τους ότι αφενός απαγγέλλουν τη λύση του γάμου μεταξύ των αιτούντων συζύγων και αφετέρου ότι επικυρώνουν την συμφωνία των συζύγων ως προς την επιμέλεια, την επικοινωνία και τη διατροφή τυχόν ανηλίκων τέκνων των συζύγων, το περιεχόμενο της οποίας συμφωνίας ουδόλως αναφερόταν στο σώμα της απόφασης. Συνεπώς, στην περίπτωση που λ.χ. ο ασκών την επιμέλεια γονέας επιθυμούσε να επισπεύσει την εκτέλεση της απόφασης για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου ως προς την απαίτηση του τελευταίου σε διατροφή εναντίον του έτερου υπόχρεου γονέα που παραβίαζε την επικυρωθείσα από το Δικαστήριο συμφωνία, από τον εκτελεστό τίτλο (το απόγραφο της απόφασης) αυτόν καθ’ εαυτόν δεν προέκυπτε ουδόλως το ποσόν της απαίτησης. Πολλά Δικαστήρια, προκειμένου να ξεπεραστεί αυτός ο σκόπελος, παραβιάζοντας την αρχή της διαθέσεως, περιελάμβαναν καταψηφιστική διάταξη στο διατακτικό τους προκειμένου να είναι ορισμένη η απαίτηση που θα απορρέει από τον εκτελεστό τίτλο23. Πλην όμως, αμφότερες οι ανωτέρω πρακτικές που υιοθετούνταν ήταν νομικά αστήρικτες, καθότι ελλοχεύουν σε αμφότερες τις περιπτώσεις κίνδυνοι νομικών σφαλμάτων, ενώ προς αποφυγήν αυτών έχει προταθεί η αναφορά ολόκληρου του περιεχομένου της συμφωνίας των συζύγων στο σώμα της απόφασης, η οποία θα αποτελεί τίτλο εκτελεστό άλλως, η διασταλτική ερμηνεία του γράμματος του νόμου με την περιαφή του εκτελεστήριου τύπου, όχι της απόφασης αλλά, του επικυρωμένου από το Δικαστήριο ιδιωτικού συμφωνητικού.

Γ. Οι ρυθμίσεις του Ν. 4509/2017 ως προς την έκδοση συναινετικού διαζυγίου σήμερα

Σήμερα, μετά το N. 4509/2017, σε μια προσπάθεια ακόμη μεγαλύτερης ενίσχυσης της ιδιωτικής αυτονομίας24 και του αυτοκαθορισμού των μερών, για το συναινετικό διαζύγιο δεν χρειάζεται πια δικαστική απόφαση. Οι σύζυγοι, που συμφωνούν να λύσουν το γάμο τους, υπογράφουν με τους όρους του νέου άρθρου 1441 ΑΚ μια έγγραφη συμφωνία, η οποία υποβάλλεται στο συμβολαιογράφο, και αυτός συντάσσει τη συμβολαιογραφική πράξη λύσης του γάμου, αντίγραφο της οποίας κατατίθεται στο ληξιαρχείο όπου είχε καταχωριστεί η τέλεση του γάμου25.

Συνάγεται από τα ανωτέρω ότι με την τροποποίηση της διαδικασίας έκδοσης του συναινετικού διαζυγίου διευρύνεται η υλική αρμοδιότητα του συμβολαιογράφου. Από τη διατύπωση του νέου άρθρου για το συναινετικό διαζύγιο προκύπτει αδιαμφισβήτητα η ανάγκη παράστασης και εκπροσώπησης αμφότερων των συζύγων από πληρεξούσιο δικηγόρο για έκαστο αυτών. Τελολογικά ερμηνεύοντας την επιλογή του νομοθέτη, με την υποχρεωτική συμμετοχή δύο δικηγόρων, ήτοι ενός δικηγόρου για κάθε συμβαλλόμενο μέρος, διασφαλίζεται το σύννομο της διαδικασίας με την προσήκουσα προάσπιση των συμφερόντων ενός εκάστου των συμβαλλόμενων συζύγων και την πληρέστερη ενημέρωσή τους επί του θέματος και των εννόμων συνεπειών κάθε επιλογής των συζύγων προ της λύσεως του γάμου τους. Ενόψει, δε, της απουσίας εφεξής δικαστικού ελέγχου των συμφωνιών μεταξύ των συζύγων, ο νομοθέτης επιδιώκει να επιτευχθεί η απαιτούμενη ασφάλεια, μέσω της παρουσίας περισσότερων του ενός πληρεξουσίων δικηγόρων. Σύμφωνα με την ως άνω λογική, η νέα ρύθμιση του ΑΚ δεν αφήνει περιθώριο εκπροσώπησης και των δύο συζύγων από κοινό δικηγόρο26, αφού η εκπεφρασμένη επιλογή του νομοθέτη είναι η εκπροσώπηση έκαστου των συζύγων από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του συμβολαιογράφου, καθότι ούτως πληρούνται τα εχέγγυα για την τήρηση της αρχής της νομιμότητας κατά τη διαδικασία ενώπιον του άμισθου δημόσιου λειτουργού.

Ο γάμος λύνεται, λοιπόν, πλέον με απλούστερο τρόπο, ο οποίος εναρμονίζεται ακόμη περισσότερο με τη σύγχρονη αντίληψη, που κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος, ότι, δηλαδή, ο γάμος και η οικογένεια είναι κατά κύριο λόγο ιδιωτικές υποθέσεις, που απαιτούν τη μικρότερη δυνατή παρέμβαση από μέρους του κράτους. Ανεξάρτητα, επομένως, από το ότι η σύγχρονη διαδικασία για το συναινετικό διαζύγιο είναι η προσφυγή στο συμβολαιογράφο, υπάρχουν για τον τρόπο αυτόν του διαζυγίου δεσμευτικοί κανόνες δικαίου, που είναι ακριβώς οι νέες διατάξεις του άρθρου 1441 ΑΚ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 § 2 του N 4509/201727.

Από τη διατύπωση του άρθρου 1441 ΑΚ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 22 παρ. 2 Ν. 4509/22-12-2017 ΦΕΚ 201Α, συνάγεται ότι οι όροι του νέου συναινετικού διαζυγίου είναι πλέον τρεις, ήτοι η έγγραφη συμφωνία των συζύγων για τη λύση του γάμου τους, η έγγραφη συμφωνία των συζύγων για την επιμέλεια και την επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα τους και τέλος, η συμβολαιογραφική πράξη που επικυρώνει τις συμφωνίες περί λύσεως του γάμου και ρύθμισης των ζητημάτων επιμέλειας, επικοινωνίας και διατροφής. Από τα ανωτέρω πρέπει να σημειωθεί ότι έχει νομοθετικά εξαλειφθεί ο όρος του ελάχιστου χρόνου προηγούμενης διάρκειας του γάμου που είχε οριστεί κατά το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς στους έξι μήνες, ενώ δε, απαραίτητη προϋπόθεση για την επικύρωση από πλευράς του συμβολαιογράφου των συμφωνιών περί λύσεως και περί επιμέλειας των ανηλίκων αποτελεί εφεξής και ο καθορισμός υποχρεωτικώς του ύψους της οφειλόμενης διατροφής του υπόχρεου γονέα.

Μετά την εισαγωγή της νέας διαδικασίας έκδοσης συναινετικού διαζυγίου με το N. 4509/2017, η έγγραφη συμφωνία των συζύγων για διάζευξη κατά το άρθρο 1441 ΑΚ υποβάλλεται απλώς στο συμβολαιογράφο και δεν μεσολαβεί πια το δικαστήριο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συμφωνία αυτή έχει αμιγώς δικαιοπρακτικό χαρακτήρα. Η βούληση που ο κάθε σύζυγος εκφράζει προς τον άλλο κατευθύνεται στο ουσιαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου, η οποία είναι έτσι «ηθελημένη» συνέπεια για τους συζύγους, δηλαδή εξαρτάται αποκλειστικά από τις αμοιβαίες συναινέσεις τους. Οι συναινέσεις αυτές είναι, λοιπόν, δηλώσεις βούλησης και η συμφωνία των συζύγων είναι σύμβαση, καθώς για το χαρακτηρισμό μιας συμφωνίας ως σύμβασης αρκεί η σύμπτωση των δηλώσεων βούλησης που κατατείνουν στην επέλευση του ίδιου έννομου αποτελέσματος (όπως για παράδειγμα στο γάμο, όπου το κάθε μέρος προτείνει και αποδέχεται ταυτόχρονα) και δεν είναι απαραίτητη η αντίθεση των συμφερόντων28.

Η έγγραφη συμφωνία για τη λύση του γάμου των συζύγων, καθώς και η συμφωνία για τα ανήλικα τέκνα τους, καταρτισμένες και υπογεγραμμένες όπως ορίζει το άρθρο 1441 § 1 και 2, υποβάλλονται, σύμφωνα με το άρθρο 1441 § 3α, στο συμβολαιογράφο από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του κάθε συζύγου, μαζί με τα απαιτούμενα ειδικά πληρεξούσια. Αφ’ ης στιγμής διενεργηθούν τα ανωτέρω προσηκόντως, ο συμβολαιογράφος έχει την υποχρέωση να περιμένει δέκα ημέρες από τη σύνταξη της έγγραφης συμφωνίας των συζύγων προκειμένου να καταρτίσει τη συμβολαιογραφική πράξη του διαζυγίου, σύμφωνα με το άρθρο 1441 § 3β, το οποίο ορίζει ακόμη ότι η ημερομηνία της έγγραφης συμφωνίας αποδεικνύεται με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των συζύγων (και μόνο αυτών, και όχι και των δικηγόρων) από τη γραμματεία του ειρηνοδικείου της έδρας του συμβολαιογράφου που θα συντάξει τη συμβολαιογραφική πράξη29.

Ως προς την έννομη συνέπεια της λύσης του γάμου, αυτή επέρχεται, κατά το άρθρο 1441 § 5 ΑΚ, με την κατάθεση αντιγράφου της συμβολαιογραφικής πράξης στο ληξιαρχείο όπου έχει καταχωριστεί η σύσταση του γάμου, ενώ ο ληξίαρχος είναι υποχρεωμένος να προβεί στην καταχώριση της λύσης του γάμου, όπως αναγράφεται και στην Αιτιολογική Έκθεση του N 4509/2017, εξυπηρετώντας ούτως το σκοπό της δημοσιότητας. Ως προς την έννομη συνέπεια της επικύρωσης της συμφωνίας των συζύγων για τα ανήλικα τέκνα τους, ορίζεται σχετικά στο άρθρο 1441 § 4 εδ. 4 ΑΚ ότι ως προς την επιμέλεια, την επικοινωνία και τη διατροφή των ανήλικων τέκνων η συμβολαιογραφική πράξη αποτελεί εκτελεστό τίτλο, εφόσον έχουν συμπεριληφθεί στη συζυγική συμφωνία οι ρυθμίσεις των άρθρων 950 και 951 ΚΠολΔ για την απόδοση ή παράδοση του τέκνου30

  • 1. Βλ. Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη Έφη, Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος Ι, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2018, σελ. 394
  • 2. Βλ. Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη Έφη, Το συναινετικό διαζύγιο μετά το Ν 4509/2017, ΕφΑΔ&ΠολΔ, Τεύχος 3, Αθήνα, 2018, σελ. 230
  • 3. Βλ. Γεωργιάδη Απόστολο, Οικογενειακό Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2014, σελ. 328
  • 4. Βλ. Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη Έφη, Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος Ι, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2012, σελ. 418
  • 5. Που ορίζει συγκεκριμένα ότι «[η] οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και o γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους».
  • 6. Βλ. Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη Έφη, op.cit., σελ. 418
  • 7. «Le progrès susmentionné est à l’origine du fait que le droit suit l’évolution continuelle de la société actuelle. Ensuite, le droit est une notion aussi vive que la société, la culture, le mode de vie et la langue. De lege ferenda, le droit régit plusieurs aspects de la vie humaine. Alors, si on essayait d’établir une comparaison entre l’activité humaine du passé et celle de nos jours on constaterait un grand écart. C’est pour cette raison que les constitutions et les ordres juridiques contemporains incluent des notions juridiques indéfinies, sur lesquelles on pourrait s’appuyer afin d’interpréter l’activité humaine de façon adéquate, précise et pertinente selon les nouvelles données socioculturelles», Βλ Kikidopoulos Sotirios Sevastianos, « L’importance et l’apport du pacte de vie commune (PACS) dans la société grecque – L’arrêt de la Cour européenne des droits de l’homme en l’affaire Vallianatos et autres c. Grèce », Mémoire de recherche auprès l’Université de Nantes, Athènes, 2015.
  • 8. Βλ. Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη Έφη, op.cit., σελ. 420
  • 9. Το άρθρο 1441 παρ. 2 εδ. β’ ΑΚ, όπως αυτό ίσχυε αφού αντικαταστάθηκε από την παρ. 2, του άρθρου 3 του Ν. 4055/12-3-12, όριζε ότι «[η] κατά τα ανωτέρω έγγραφη συμφωνία, καθώς και το έγγραφο συμφωνητικό που αφορά την επιμέλεια και την επικοινωνία των ανήλικων τέκνων ή τη διατροφή αυτών, εφ' όσον έχει συμφωνηθεί, υποβάλλονται μαζί με τα ειδικά πληρεξούσια, όταν απαιτείται, στο αρμόδιο μονομελές πρωτοδικείο, το οποίο με απόφασή του, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, επικυρώνει τις συμφωνίες και κηρύσσει τη λύση του γάμου, εφ' όσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
  • 10. Βλ. Ευστρατίου Παναγιώτα σε Γεωργιάδη ΣΕΑΚ, Τόμος ΙΙ, Αθήνα, 2013, άρθρο 1438, αρ. 10
  • 11. Βλ. Γεωργιάδη Απόστολο, op.cit., σελ. 328
  • 12. Βλ. Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη Έφη, op.cit., σελ. 423
  • 13. Βλ. Ευστρατίου Παναγιώτα σε Γεωργιάδη ΣΕΑΚ, Τόμος ΙΙ, Αθήνα, 2013, άρθρο 1441, αρ. 6
  • 14. ΑΠ 597/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 441/2004 ΤΝΠ ΔΣΑ
  • 15. Βλ. Γεωργιάδη Απόστολο, op.cit., σελ. 329
  • 16. Σε αντίθεση με το προγενέστερο καθεστώς, ήτοι πριν την αντικατάσταση του άρθρου 1441 ΑΚ από την παρ. 2, του άρθρου 3 του Ν. 4055/12-3-12, όπου η συμφωνία διάζευξης σύμφωνα με την αρχή του ατύπου των δικαιοπραξιών κατ’ άρθρο 158 ΑΚ δεν υποβαλλόταν σε νόμιμο συστατικό τύπο. Βλ. Ευστρατίου Παναγιώτα σε Γεωργιάδη ΣΕΑΚ, op.cit., αρ. 8
  • 17. Βλ. Γεωργιάδη Απόστολο, op.cit., σελ. 330
  • 18. Βλ. Γεωργιάδη Απόστολο, op.cit., σελ. 334-336
  • 19. Πρακτικά μπορεί η συμφωνία των συζύγων για τη λύση του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο και η συμφωνία των ιδίων ως προς τα ζητήματα επιμέλειας, επικοινωνίας και διατροφής τυχόν ανηλίκων τέκνων, είναι δυνατόν να συνενωθούν σε μια ενιαία κοινή πράξη που να εμπεριέχει αμφότερες τις ανωτέρω συμφωνίες. Κατά πλέον δε ρητή νομοθετική αναφορά στο ζήτημα αυτό, ορίζεται στο νέο άρθρο 1441 ΑΚ παρ. 2 χαρακτηριστικά «…με την ίδια ή με άλλη έγγραφη συμφωνία μεταξύ των συζύγων…».
  • 20. Καθώς κατά τη νομολογία, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί, η ύπαρξη της σχετικής συμφωνίας αποτελούσε ειδική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού του ένδικου βοηθήματος της αιτήσεως για την έκδοση συναινετικού διαζυγίου.
  • 21. Βλ. Ευστρατίου Παναγιώτα σε Γεωργιάδη ΣΕΑΚ, op.cit., αρ. 31
  • 22. Βλ. Γεωργιάδη Απόστολο, op.cit., σελ. 331-334
  • 23. Βλ. ΜΠΠειρ 1890/2017 (αδημ).
  • 24. Όπως έχει υποστηριχθεί, το αυξημένο ενδιαφέρον της κοινωνίας και του κράτους για το γάμο και την οικογένεια εκδηλώνεται στις διατάξεις του οικογενειακού δικαίου με πολλούς τρόπους, ωστόσο στην εποχή μας ενόψει του ότι διαρκώς κερδίζει έδαφος η αντίληψη πως ο γάμος και η οικογένεια είναι κατά κύριο λόγο ιδιωτικές υποθέσεις, το στοιχείο της ιδιωτικής αυτονομίας έχει ενισχυθεί στο οικογενειακό δίκαιο σε διεθνές επίπεδο. Συναφώς, η αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας (ή αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως) αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και συγχρόνως ένα από τα θεμέλια του ιδιωτικού δικαίου. Κυριότερη μορφή εκδήλωσής της είναι η συμβατική ελευθερία (ΑΚ 361). Η αρχή αυτή επιτάσσει το κάθε πρόσωπο να ρυθμίζει μόνο του τις περιουσιακές και προσωπικές σχέσεις του κατά τρόπο που ανταποκρίνεται στην ελεύθερη βούλησή του. Η ιδιωτική αυτονομία εκδηλώνεται με την ΑΚ 361, αλλά δεν ιδρύεται με την ΑΚ 361. Παράδειγμα ελευθερίας των συμβάσεων στο Οικογενειακό Δίκαιο αποτελεί ο γάμος. Με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας θα πρέπει το άτομο να αυτοπροσδιορίζεται. Η αυτοδέσμευσή του θα πρέπει να εδράζεται στην αυτονομία. Βλ. Θεοδωροπούλου Φωτεινή-Παρασκευή, Νομική και κοινωνιολογική προσέγγιση της έννοιας του θεσμού της οικογένειας, ΕφΑΔ&ΠολΔ, Τεύχος 8-9, Αθήνα, 2012, σελ. 672
  • 25. Βλ. Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη Έφη, Το συναινετικό διαζύγιο μετά το Ν 4509/2017, ΕφΑΔ&ΠολΔ, Τεύχος 3, Αθήνα, 2018, σελ. 230
  • 26. Βλ. Καρανίκα Βέρα, Ο Συμβολαιογράφος στην εκουσία δικαιοδοσία – Συστηματική καταγραφή των διατάξεων του ΚΠολΔ που ρυθμίζουν τη θέση του Συμβολαιογράφου στην εκουσία δικαιοδοσία. Οι ρυθμίσεις του νόμου 4509/2017 για το συναινετικό διαζύγιο, ΕλλΔνη 5/2018 (59) σελ. 1338
  • 27. Βλ. Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη Έφη, op.cit, σελ. 230
  • 28. Βλ. Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη Έφη, Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος Ι, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2018, σελ. 395-396
  • 29. Βλ. Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη Έφη, op.cit, σελ. 230
  • 30. Βλ. Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη Έφη, Το συναινετικό διαζύγιο μετά το Ν 4509/2017, ΕφΑΔ&ΠολΔ, Τεύχος 3, Αθήνα, 2018, σελ. 230

ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ ΚΙΚΙΔΟΠΟΥΛΟΣ