logo-print

Απόφαση για αλλαγή καταχωρισμένου φύλου σε ληξιαρχική πράξη γέννησης - Αρμόδιο δικαστήριο (ΕιρΑθ 195/2020)

11/02/2020

12/02/2020

Με την υπ' αριθμ. 195/2020 απόφασή του το Ειρηνοδικείο Αθηνών έκανε αίτηση διόρθωσης ληξιαρχικής πράξης του Ληξιαρχείου Αλεξανδρούπολης αναφορικά με αλλαγή φύλου.

Σύμφωνα με την απόφαση, αρμόδιο δικαστήριο είναι το Ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου που συντάσσει τη ληξιαρχική πράξη γέννησης, ωστόσο η δωσιδικία του άρθρου 782 ΚΠολΔ δεν είναι αποκλειστική.

Ως εκ τούτου, δεν αποκλείεται η υποβολή της αίτησης και στο δικαστήριο της κατοικίας του αιτούντος ή το δικαστήριο όπου βρίσκονται τα αποδεικτικά μέσα. 

Απόσπασμα της απόφασης

Κατά τα ανωτέρω στο νόμο προβλεπόμενα, η αλλαγή της νομικής καταχώρησης φύλου δεν προϋποθέτει ιατρικές επεμβάσεις στο σώμα του ενδιαφερομένου ατόμου, γεγονός που ήδη γινόταν δεκτό από τη νομολογία, καθώς πρόκειται για μία διαδικασία ιδιαίτερα επίπονη (σωματικά και ψυχικά), που επιπλέον δεν είναι οικονομικά προσιτή, στο μέτρο που η επέμβαση δεν καλύπτεται από κρατικούς φορείς  ασφάλισης. Κυρίως, όμως, περιλαμβάνει τον ιδιαίτερα προσβλητικό ακρωτηριασμό του προσώπου.

Ο ακρωτηριασμός έχει ρητά καταδικαστεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ο οποίος καλεί τα κράτη-μέλη «να διασφαλίσουν ότι η στείρωση ή άλλες ιατρικές διαδικασίες που οδηγούν σ' αυτήν δεν πρέπει να είναι προαπαιτούμενα για τη νομική αναγνώριση του επιθυμητού φύλου». Επίσης, σύμφωνα με ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου «τα κράτη - μέλη πρέπει να θεσπίσουν ή να επανεξετάσουν τις διαδικασίες νομικής αναγνώρισης του φύλου με στόχο τον πλήρη σεβασμό του δικαιώματος των διεμφυλικών ατόμων στην αξιοπρέπεια και τη σωματική ακεραιότητα», ενώ ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, στην από 1ης Φεβρουαρίου 2013 Έκθεση του Ειδικού Εισηγητή του ΟΗΕ για τα βασανιστήρια και κάθε άλλη βάναυση, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, επισημαίνει ότι η προϋπόθεση της στείρωσης, ως προαπαιτούμενο για την αναγνώριση των διεμφυλικών ανθρώπων, συνιστά βασανιστήριο.

Ακόμη, η διαδικασία της διόρθωσης του καταχωρισμένου φύλου με το προαπαιτούμενο της υποχρεωτικής στείρωσης έρχεται σε αντίθεση με το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1), καθώς και με το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης νια τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), σύμφωνα με το οποίο «καθένας έχει δικαίωμα στο σεβασμό της προσωπικής και οικογενειακής του ζωής». Επιπλέον, έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα 2 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κατοχυρώνουν την ισότητα και την απαγόρευση των διακρίσεων, με την έννοια ότι μια κατάσταση, όπως η «δυσφορία γένους», δεν πρέπει να επιβαρύνει υπερβολικά τον ενδιαφερόμενο, προκειμένου αυτός να εξασφαλίσει τη μεταχείριση που ζητά από την πολιτεία (στην ίδια κατεύθυνση και οι ΕιρΑΘ 572/2017, ΕιρΑΘ 604/2017, ΕιρΘεσ 281/2017, ELpA9 418/2016, ΕιρΘεσ 1479/2016). Τη νομολογία αυτή επιβεβαίωσε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση «Α.Ρ. Garpon και Nicot κατά Γαλλίας» (αριθμ. προσφυγών 79885/12, 52471/13 καί 52596/13, για το ίδιο θέμα - βλ. επίσης και Λίνα Παπαδοπούλου, Η συνταγματική θεμελίωση του δικαιώματος στην εναρμόνιση ψυχοκοινωνικού και νομικού φύλου, Αναγνώριση της ταυτότητας φύλου ενόψει του σχεδίου νόμου της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σελ. 37 επ.). Ως βασική ουσιαστική προϋπόθεση της διόρθωσης του καταχωρισμένου φύλου, τίθεται (α) η «ασυμφωνία μεταξύ της ταυτότητας φύλου και καταχωρισμένου φύλου». Τίθενται, περαιτέρω, δύο (2) θετικές και μία (1) αρνητική προϋποθέσεις: (β) Η πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα, (γ) η αγαμία και (δ) να μην έχει διορθωθεί το καταχωρισμένο φύλο ήδη δύο (2) φορές.

Ειδικότερα, δεν απαιτείται η πρώτη προϋπόθεση να τεκμηριώνεται - αποδεικνύεται με οποιονδήποτε τρόπο. Δεν απαιτείται, δηλαδή, το πρόσωπο να επικαλεστεί και να προσκομίζει οποιοδήποτε έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό μέσο για να αποδείξει την ασυμφωνία ανάμεσα στο καταχωρισμένο φύλο και ταυτότητα του φύλου του, γιατί αυτό θα ήταν αντίθετο προς το γενικό πνεύμα του νομοθετήματος, όσο και στη προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του ιδιωτικού βίου. Για τους ίδιους λόγους, δε θα πρέπει το δικαστήριο να εξετάζει τη δικαιοπρακτική ικανότητα ενός ενήλικου προσώπου, παρά μόνον αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι προς αυτό. Η δικαιοπρακτική ικανότητα ισχύει κατά τεκμήριο, όπως, δηλαδή, σε όλες τις δικαιοπρακτικές δηλώσεις, ένα ενήλικο πρόσωπο που δεν έχει τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση είναι πλήρως ικανό για δικαιοπραξία (εκτός αν προκύπτει ότι βρίσκεται σε μία από τις καταστάσεις της ΑΚ 131) και δεν πρέπει, φυσικά, το στοιχείο αυτό να τίθεται εν αμφιβόλω, για μόνο το λόγο ότι το πρόσωπο ζητεί τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου του (βλ. Φουντεδάκη Κ., το Σχέδιο Νόμου της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, Αναγνώριση της ταυτότητας φύλου ενόψει του σχεδίου νόμου της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σελ. 58 επ.). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 782 ΚΠολΔ, αρμόδιο δικαστήριο είναι το Ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου που θα συντάξει τη σχετική πράξη, όπως, όμως, γίνεται δεκτό, η δωσιδικία του αρθρ. 782 ΚΠολΔ δεν είναι αποκλειστική. Αν το γεγονός σύνταξης της ληξιαρχικής πράξης γέννησης συντελέσθηκε στο εξωτερικό, αρμόδιο κατά τόπον είναι, καταρχήν, το Ειρηνοδικείο Αθηνών (βλ. ΜονΠρΦλωρ 32/1969, Αρμ 1968. 313). Σύμφωνα, πάντως, με το μη αποκλειστικό χαρακτήρα της θεσπιζόμενης δωσιδικίας, δεν αποκλείεται η υποβολή της αιτήσεως και στο δικαστήριο της κατοικίας του αιτούντος ή στο δικαστήριο που βρίσκονται τα αποδεικτικά μέσα.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο dsanet.gr

logo

Θέλετε να λαμβάνετε τις ενημερώσεις μας;

Είστε δικηγόρος και επιθυμείτε να προβληθείτε στο Lawspot;

Δημιουργήστε το λογαριασμό σας άμεσα και δωρεάν.

Δημιουργία λογαριασμού
send