logo-print

Άρειος Πάγος: Νόμιμη η αξίωση επιδίκασης διαφυγόντων κερδών επί απαλλοτρίωσης ακινήτου (ΟλΑΠ 1/2024)

Περιλαμβάνεται και η ζημία του ιδιοκτήτη από την απωλεσθείσα πρόσοδο του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του, διότι έτσι ικανοποιείται πλήρως το δικαίωμα αποζημίωσης και διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη

17/05/2024

21/05/2024

H διατάραξη της κυριότητας

ΜΑΡΙΑ ΠΕΡΤΣΕΛΑΚΗ

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ

Ο δικαστικός έλεγχος της δράσης των ανεξάρτητων αρχών

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ & ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ / ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε το  ζήτημα σχετικά με τη νομιμότητα ή μη της αξίωσης για  επιδίκαση διαφυγόντων κερδών από επιχείρηση, που λειτουργεί σε ακίνητο, το οποίο απαλλοτριώνεται, ή σε τμήμα αυτού, που απομένει μετά την απαλλοτρίωση (ΟλΑΠ 1/2024).

Το ανώτατο δικαστήριο έκρινε πως περιλαμβάνεται και η ζημία του ιδιοκτήτη από την απωλεσθείσα πρόσοδο του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του, όταν η εν λόγω ζημία είναι συνέπεια της κηρυχθείσας απαλλοτρίωσης, διότι έτσι ικανοποιείται πλήρως το δικαίωμα αποζημίωσης και διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη.

Πιο αναλυτικά, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η εφαρμογή  κάθε μέτρου, που συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα φυσικού ή νομικού προσώπου για σεβασμό της περιουσίας του, οφείλει  να  γίνεται με την τήρηση "δίκαιης και εύλογης ισορροπίας",  μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και την προστασία των θεμελιωδών  δικαιωμάτων των ιδιωτών και την εναρμονισμένη, με τον παραπάνω κανόνα, αρχή που διέπει τη νομολογία του  Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των  Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Στην κατά το άρθρο 1 παρ. 1 το Πρώτου Πρόσθετου  Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται, όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως  κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα. Ειδικότερα, με την ως άνω διάταξη προστατεύεται και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενομένη ζημία στην περιουσία του, η μη πλήρης αποκατάσταση της οποίας και η εντεύθεν μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου συνιστά έλλειψη σεβασμού της περιουσίας του.

Το δικαίωμα αυτό της αποζημίωσης περιλαμβάνει την αποκατάσταση τόσο της θετικής, όσο και της αποθετικής ζημίας, κατά το άρθρο 298 Α.Κ., έτσι ώστε να ικανοποιείται ο ανωτέρω κανόνας της πλήρους αποκατάστασης της ζημίας του δικαιούμενου προσώπου, η μη τήρηση του οποίου επιφέρει προσβολή του δικαιώματος του σεβασμού της περιουσίας του, αφού απομειώνει την δυναμικότητά της.

Σύμφωνα με το σκεπτικό του ανωτάτου δικαστηρίου, λοιπόν, επί απαλλοτρίωσης ακινήτου, στην έννοια της πλήρους αποζημίωσης περιλαμβάνεται η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, αλλά και η περαιτέρω ζημία του ιδιοκτήτη, η οποία δεν συνδέεται μεν άμεσα με την αξία του απαλλοτριουμένου, είναι όμως συνέπεια  της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας του. Επομένως, περιλαμβάνεται και η ζημία του ιδιοκτήτη  από την απωλεσθείσα πρόσοδο του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του και του, μετά την απαλλοτρίωση, εναπομένοντος τμήματος αυτού, όταν η εν λόγω ζημία είναι συνέπεια της κηρυχθείσας  απαλλοτρίωσης, διότι έτσι το δικαίωμα αποζημίωσης  ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός  στη περιουσία του ιδιοκτήτη.

Κατά συνέπεια, περιλαμβάνονται στην έννοια της πλήρους αποζημίωσης, ως διακεκριμένο  οικονομικό μέγεθος, τα διαφυγόντα κέρδη από την  εκμετάλλευση των επικειμένων εντός του απαλλοτριουμένου ακινήτου και του, μετά την απαλλοτρίωση, εναπομένοντος  τμήματος αυτού, όταν η απώλεια του είναι συνέπεια της  απαλλοτρίωσης και ανάγεται μόνο σε αυτήν.

Συνεπώς, κατά την κρίση του δικαστηρίου είναι νόμιμη η αξίωση του καθ' ου η απαλλοτρίωση  για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών από την εκμετάλλευση των επικειμένων εντός του απαλλοτριουμένου ακινήτου και του, μετά την απαλλοτρίωση, εναπομένοντος τμήματος αυτού, εφόσον τα αιτούμενα διαφυγόντα κέρδη αποτελούν συνέπεια της απαλλοτρίωσης και έχουν ως μόνη αιτία αυτή.

Ειδικότερα, είναι νόμιμη η αξίωση του καθ' ου η απαλλοτρίωση για επιδίκαση  διαφυγόντων κερδών από επιχείρηση, η οποία λειτουργεί στο ακίνητο που απαλλοτριώνεται, ή στο τμήμα αυτού, που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, εφόσον τα διαφυγόντα αυτά κέρδη συνιστούν άμεση συνέπεια της απαλλοτρίωσης και η αιτία τους ανάγεται σε  αυτήν. Η δε μη εξέταση, λόγω του χαρακτηρισμού της ως μη  νόμιμης, της αξίωσης αυτής για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών αντιτίθεται προς τον πρόσφορο χαρακτήρα της αποζημίωσης, εξασθενεί  την επάρκεια αυτής και διαταράσσει τη δίκαιη ισορροπία, η  οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού και του ατομικού  συμφέροντος, κατά τρόπο ασυμβίβαστο με τη έννοια του ως άνω άρθρου 1 παρ. 1 του ως άνω Πρώτου Πρόσθετου  Πρωτοκόλλου τη ΕΣΔΑ.

Το δικαστήριο επεσήμανε ότι το δικαίωμα όμως του ιδιοκτήτη για αποκατάσταση της ζημίας του από την, συνεπεία της απαλλοτρίωσης, απώλεια της προσόδου του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και την επιδίκαση για την αιτία αυτή διαφυγόντων κερδών, δεν μπορεί να επεκταθεί πέρα από το χρόνο συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, η οποία προϋποθέτει καταβολή στο δικαιούχο της δικαστικώς προσδιορισθείσας  αποζημίωσης ή νόμιμη κατάθεση αυτής.

Εν προκειμένω, λοιπόν, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έκρινε ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα του αναιρεσείοντος για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών από την κτηνοτροφική επιχείρηση που λειτουργεί στο ακίνητό του, μέρος του οποίου  απαλλοτριώθηκε, με την αιτιολογία ότι η αποκατάσταση αυτών δεν περιλαμβάνεται στην έννοια της πλήρους αποζημίωσης των άρθρων 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 και 17 παρ. 2 του  Συντάγματος, παραβίασε την διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου  Πρωτοκόλλου τη ΕΣΔΑ.

Απόσπασμα απόφασης

Επί απαλλοτρίωσης ακινήτου, από το  συνδυασμό όλων των προαναφερόμενων διατάξεων, σαφώς προκύπτει ότι στην έννοια της πλήρους αποζημίωσης,  περιλαμβάνεται η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, αλλά και η περαιτέρω ζημία του ιδιοκτήτη, η οποία δεν συνδέεται μεν άμεσα με την αξία του απαλλοτριουμένου, είναι όμως συνέπεια  της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας του (Ολ. ΑΠ 8/1999, Ολ. ΑΠ 31/2005). Επομένως, περιλαμβάνεται και η ζημία του ιδιοκτήτη  από την απωλεσθείσα πρόσοδο του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του και του, μετά την απαλλοτρίωση, εναπομένοντος τμήματος αυτού, όταν η εν λόγω ζημία είναι συνέπεια της κηρυχθείσας  απαλλοτρίωσης, διότι έτσι το δικαίωμα αποζημίωσης  ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός  στη περιουσία του ιδιοκτήτη. Κατά συνέπεια, περιλαμβάνονται στην έννοια της πλήρους αποζημίωσης, ως διακεκριμένο  οικονομικό μέγεθος, τα διαφυγόντα κέρδη από την  εκμετάλλευση των επικειμένων εντός του απαλλοτριουμένου ακινήτου και του, μετά την απαλλοτρίωση, εναπομένοντος  τμήματος αυτού, όταν η απώλεια του είναι συνέπεια της  απαλλοτρίωσης και ανάγεται μόνο σ αυτήν. Σύμφωνα με τα  ανωτέρω, είναι νόμιμη η αξίωση του καθ' ου η απαλλοτρίωση  για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών από την εκμετάλλευση των  επικειμένων εντός του απαλλοτριουμένου ακινήτου και του, μετά  τη απαλλοτρίωση, εναπομένοντος τμήματος αυτού, εφόσον τα  αιτούμενα διαφυγόντα κέρδη αποτελούν συνέπεια της  απαλλοτρίωσης και έχουν ως μόνη αιτία αυτή. Ειδικότερα, είναι  νόμιμη η αξίωση του καθ' ου η απαλλοτρίωση για επιδίκαση  διαφυγόντων κερδών, από επιχείρηση, η οποία λειτουργεί στο  ακίνητο που απαλλοτριώνεται, ή στο τμήμα αυτού, που  απομένει μετά την απαλλοτρίωση, εφόσον τα διαφυγόντα αυτά  κέρδη, συνιστούν, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, άμεση συνέπεια της απαλλοτρίωσης και η αιτία τους ανάγεται σε  αυτήν. Η δε μη εξέταση, λόγω του χαρακτηρισμού της, ως μη  νόμιμης, της αξίωσης αυτής για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών, που αιτούνται ως διακεκριμένο οικονομικό μέγεθος και αποτελούν άμεση συνέπεια της απαλλοτρίωσης, αντιτίθεται προς τον πρόσφορο χαρακτήρα της αποζημίωσης, εξασθενεί  την επάρκεια αυτής και διαταράσσει τη δίκαιη ισορροπία, η  οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού και του ατομικού  συμφέροντος, κατά τρόπο ασυμβίβαστο με τη έννοια του ως άνω άρθρου 1 παρ. 1 του ως άνω Πρώτου Πρόσθετου  Πρωτοκόλλου τη ΕΣΔΑ (βλ. απόφαση Ε.Δ.Δ.Α. Μουστακίδης  κατά Ελλάδας της 3-10-2019 κα τη 29-10-2020, αριθμ. προσφυγής ./2013). Το δικαίωμα όμως του ιδιοκτήτη για  αποκατάσταση της ζημίας του από την, συνεπεία της απαλλοτρίωσης, απώλεια της προσόδου του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και του, μετά την απαλλοτρίωση, εναπομένοντος τμήματος αυτού και την επιδίκαση για την αιτία αυτή διαφυγόντων κερδών, δεν μπορεί να επεκταθεί πέρα από το χρόνο συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, η οποία προϋποθέτει καταβολή στο δικαιούχο της δικαστικώς προσδιορισθείσας  αποζημίωσης ή νόμιμη κατάθεση αυτής (άρθρο 7 και 8 ν.  2882/2001), οπότε ο ιδιοκτήτης, έχοντας στη διάθεσή του την  αποζημίωση για το ακίνητό του, που απαλλοτριώθηκε και την ιδιαίτερη αποζημίωση για το τυχόν εναπομείναν τμήμα αυτού, είναι σε θέση με την αξιοποίηση του σχετικού χρηματικού ποσού, να επιτύχει ανάλογο, προς την απωλεσθείσα πρόσοδο του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του, όφελος, τηρουμένης έτσι  της εύλογης και δίκαιης ισορροπίας μεταξύ αφενός του δημόσιου συμφέροντος και αφετέρου του δικαιώματος  προστασίας της περιουσίας του προσώπου. Σημειώνεται ότι, η ανωτέρω αξίωση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακίνητου για επιδίκαση, ως διακεκριμένου μεγέθους, διαφυγόντων κερδών, που θεμελιώνεται νομικά στο άρθρο 1 παρ. 1 του  Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., δεν οδηγεί σε  διπλό υπολογισμό της ζημίας του από την απώλεια προσόδου, συνεπεία της απαλλοτρίωσης, καθόσον σε περίπτωση υποβολής  αυτοτελούς τέτοιου αιτήματος (ήτοι για επιδίκαση, ως  διακεκριμένου μεγέθους, διαφυγόντων κερδών), δε θα  υπολογιστεί και, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 το ν. 2882/2001, η  αιτούμενη απωλεσθείσα, λόγω της απαλλοτρίωσης, πρόσοδος,  ως κριτήριο για την εκτίμηση την αξία του απαλλοτριωθέντος  ακινήτου και δη για την επαύξηση της αξίας αυτού. Εξάλλου,  είναι διαφορετικό το  ζήτημα της απώλειας προσόδου μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την κατάληψη από τον υπέρ  ου αυτή, του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, λόγω της μη  είσπραξης από το δικαιούχο της αποζημίωσης. Στη περίπτωση  αυτή, κατά το άρθρο 25 του ν. 2882/2001, που θεσπίσθηκε κατ'  επιταγή του άρθρου 17 παρ. 5 το Συντάγματος, ο έχων εμπράγματο δικαίωμα επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου  δικαιούται να αξιώσει την αποζημίωση για την απωλεσθείσα  πρόσοδο του ακινήτου αυτού, από τη, μετά τη συντέλεση της  απαλλοτρίωσης, κατάληψη του μέχρι την είσπραξη της προκατατεθείσας αποζημίωσης , εφόσον η καθυστέρηση της  είσπραξης δεν οφείλεται σε λόγους που αφορούν το ίδιο ή σε  υπαιτιότητα τρίτου. Το, από το εν λόγω άρθρο 25 του ν.  2882/2001, προβλεπόμενο δικαίωμα αξίωσης της απώλειας  προσόδου για τα χρονικό διάστημα από τη, μετά τη συντέλεση  της απαλλοτρίωσης, κατάληψη του ακινήτου, έως την είσπραξη  της αποζημίωσης, συνιστά ειδική περίπτωση πρόβλεψης  δικαιώματος αυτοτελούς αξίωσης διαφυγόντος κέρδους, που  έχει ως αιτιολογική βάση την, παρά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης κα την κατάληψη του απαλλοτριωθέντος  ακινήτου, μη είσπραξη της αποζημίωσης, για λόγου που δεν  οφείλονται στον ιδιοκτήτη και ουδόλως αποκλείεται από τη  ρύθμιση του άρθρου αυτού, η προαναφερόμενη αξίωση του  ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου για επιδίκαση  διαφυγόντων κερδών από την εκμετάλλευση των επικειμένων εντός του απαλλοτριουμένου ακινήτου και του, μετά την  απαλλοτρίωση, εναπομένοντος τμήματος αυτού, που έχει ως  αιτιολογική βάση τη, συνεπεία της απαλλοτρίωσης, απώλειά  τους. Δηλαδή, με την ως άνω διάταξη του άρθρου 25 του ν.  2882/2001 ο νομοθέτης αποβλέπει στη ρύθμιση της  προεκτεθείσας περίπτωσης απώλειας προσόδου και όχι στον αποκλεισμό κάθε άλλου δικαιώματος αναζήτησης διαφυγόντος  κέρδους, που είναι συνέπεια της απαλλοτρίωσης. 

Δείτε ολόκληρη την απόφαση στο dsanet.gr

Εταιρική Διακυβέρνηση Ανωνύμων Εταιριών

ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΔΙΚΑΙΟ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ

Ασφαλιστικά μέτρα και ακίνητα Δημοσιεύματα ΕπαΚ Νο 6