logo-print

Δάνεια σε ελβετικό: Την Τρίτη η απόφαση για τα δάνεια της Τράπεζας Πειραιώς από το Δικαστήριο της ΕΕ

18/12/2021

18/12/2021

Ερμηνεία ΚπολΔ (Άρθρα 904-1054)

ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ

ΚΕΡΑΜΕΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΚΟΝΔΥΛΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ

ΝΙΚΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

ΜΑΖΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

Ερμηνεία ΚπολΔ (Άρθρα 904-1054)

ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ

ΚΕΡΑΜΕΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΚΟΝΔΥΛΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ

ΝΙΚΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

ΜΑΖΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

Την Τρίτη αναμένεται η σημαντική απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-243/20 DP και SG κατά Τράπεζας Πειραιώς.

Υπενθυμίζεται ότι είναι η πρώτη φορά που ελληνικό δικαστήριο έθεσε προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της ΕΕ για το θέμα των δανείων σε ελβετικό φράγκο.

Διαβάστε σχετικά: Δάνεια σε ελβετικό: Απόφαση - σταθμός του Πρωτοδικείου Αθηνών με προδικαστικά ερωτήματα προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, το 2004 δυο καταναλωτές συνήψαν σύμβαση στεγαστικού δανείου με την Τράπεζα Πειραιώς συνομολογηθείσα αρχικά σε ευρώ. Το 2007 με τροποποίηση της δανειακής σύμβασης μετατράπηκε το νόμισμά της από ευρώ σε ελβετικό φράγκο (CHF).

Τον Σεπτέμβριο του 2018 οι καταναλωτές αυτοί προσέφυγαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζητώντας να διαπιστωθεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας ρητρών της σύμβασης που όριζαν ότι η εξόφληση του δανείου θα γίνει είτε σε αυτούσιο συνάλλαγμα, είτε με το σε ευρώ ισάξιο (αντίτιμο) του συναλλάγματος CHF, υπολογιζόμενο, την ημερομηνία πληρωμής της δόσης ή του συνόλου της ληξιπρόθεσμης οφειλής σε περίπτωση καταγγελίας της δανειακής σύμβασης.

Η οδηγία περί καταχρηστικών ρητρών των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές έχει καταρχήν εφαρμογή στην περίπτωση συμβατικής ρήτρας που δεν αποτέλεσε το αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης.

Η οδηγία όμως δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση συμβατικής ρήτρας που απηχεί σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη αναγκαστικού δικαίου.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών παρατήρησε, αφενός, ότι ο Νόμος 2251/1994 περί προστασίας καταναλωτών που ενσωμάτωσε την οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο δεν μετέφερε ρητά την ως άνω εξαίρεση, και, αφετέρου, ότι οι επίδικες ρήτρες απηχούν το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 291 του Αστικού Κώδικα που είναι ενδοτικού δικαίου. Υπάρχει διχογνωμία στην ελληνική νομολογία σχετικά με το ζήτημα εάν η ως άνω εξαίρεση, παρόλο που δεν έχει εισαχθεί ρητά στο ελληνικό δίκαιο, μπορεί να θεωρηθεί ερμηνευτικά ότι έχει εισαχθεί σε αυτό, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατός ο έλεγχος καταχρηστικότητας όρου σε δανειακή σύμβαση ο οποίος επαναλαμβάνει νομοθετική διάταξη ενδοτικού δικαίου.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνείας της οδηγίας περί καταχρηστικών ρητρών.

Αναλυτικά τα προδικαστικά ερωτήματα που έχουν τεθεί:

1) Κατά την έννοια του άρθρου 8 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ1 που προβλέπει δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν αυστηρότερες διατάξεις για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή, μπορεί ένα κράτος μέλος να μην ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ και να επιτρέψει τον δικαστικό έλεγχο και ρητρών που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού ή ενδοτικού δικαίου;

2) Είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι το άρθρο 1 παράγραφος 2 εδ. α και β της Οδηγίας 93/13/ΕΚ αν και δεν εισήλθε ρητά στο Ελληνικό δίκαιο εισήλθε έμμεσα σύμφωνα με το περιεχόμενο των άρθρων 3 παράγραφος 1 και 4 παράγραφος 1 της ανωτέρω Οδηγίας, όπως αυτό μεταφέρθηκε στην διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 225[1]/1994;

3) Στην έννοια των καταχρηστικών όρων και του εύρους τους όπως αυτοί ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 3 παράγραφος 1 και 4 παράγραφος 1 της Οδηγίας 93/13 περιέχεται η εξαίρεση του άρθρου 1 παράγραφος 2 εδ. α και β της οδηγίας 93/13;

4) Καταλαμβάνεται από τον έλεγχο της καταχρηστικότητας γενικού όρου συναλλαγής κατά τις διατάξεις της Οδηγίας 93/13/ΕΚ, ο όρος σε πιστωτική σύμβαση που συνάπτει καταναλωτής με πιστωτικό ίδρυμα, ο οποίος αποδίδει το περιεχόμενο κανόνα ενδοτικού δικαίου του κράτους μέλους, εφόσον ο σχετικός όρος δεν αποτέλεσε αντικείμενο χωριστής διαπραγμάτευσης;

Αξίζει να σημειωθεί ότι γραπτές παρατηρήσεις στην υπόθεση κατέθεσαν η Ελλάδα, η Τσεχική Δημοκρατία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.