logo-print

Δικαστική αρχή εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ανεξαρτησία από την εκτελεστική εξουσία και κανόνας της ειδικότητας

Δικαστήριο ΕΕ: Οι εισαγγελείς στις Ολλανδία δεν μπορούν να θεωρηθούν «δικαστική αρχή εκτέλεσης» κατά την έννοια του δικαίου ΕΕ, αφού μπορεί να λαμβάνουν οδηγίες από τον Υπουργό Δικαιοσύνης της χώρας αυτής

28/11/2020

28/11/2020

Κώδικας Ποινικής Δικονομίας -  Τόμος IV - Άρθρα 320-461
ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ / ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΣΕΒΑΣΤΙΔΗΣ
Ευρωπαϊκό εργατικό δίκαιο

ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΖΕΡΔΕΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος

Με τη δημοσιευθείσα στις 24-11-2020 απόφασή του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αποφάνθηκε ότι οι εισαγγελείς στις Κάτω Χώρες δεν αποτελούν «δικαστική αρχή εκτέλεσης», κατά την έννοια της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, στο πλαίσιο της εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, δεδομένου ότι μπορούν να λαμβάνουν από τον Ολλανδό Υπουργό Δικαιοσύνης οδηγίες σε συγκεκριμένη υπόθεση.

Σημειώνεται δε ότι, προσφάτως, το ΔΕΕ αποφάνθηκε επανειλημμένα επί της έννοιας της «δικαστικής αρχής», στο πλαίσιο της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ και, ειδικότερα, επί του ζητήματος αν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εισαγγελείς των κρατών μελών καλύπτονται από την έννοια αυτή. Συγκεκριμένα, το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι η έννοια αυτή καλύπτει τη λιθουανική, τη γαλλική, τη σουηδική και τη βελγική εισαγγελία1, όχι όμως τη γερμανική2. Καίτοι το σύνολο των ως άνω υποθέσεων αφορούσε την έννοια της «δικαστικής αρχής έκδοσης» ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης3, και όχι την έννοια της «δικαστικής αρχής εκτέλεσης», στην παρούσα απόφαση, εκδιδόμενη από το Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως, το ΔΕΕ έκρινε ότι η νομολογία αυτή μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω.

Ιστορικό της υπόθεσης

Τον Σεπτέμβριο του 2017 εκδόθηκε ένα ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως από Βέλγο ανακριτή σε βάρος του Βέλγου υπηκόου AZ, στον οποίο προσάπτονταν αξιόποινες πράξεις πλαστογραφίας, χρήσης πλαστού και απάτης. Τον Δεκέμβριο του 2017 ο AZ συνελήφθη στις Κάτω Χώρες και παραδόθηκε στις βελγικές αρχές δυνάμει αποφάσεως του rechtbank Amsterdam (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες). Τον Ιανουάριο του 2018 ο ανακριτής που είχε εκδώσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εξέδωσε συμπληρωματικό ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για άλλες πράξεις, πέραν εκείνων για τις οποίες είχε ζητηθεί η παράδοση του AZ, ζητώντας με τον τρόπο αυτόν από τις αρμόδιες ολλανδικές αρχές να παραιτηθούν από την εφαρμογή του κανόνα της ειδικότητας ο οποίος προβλέπεται στην απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ. Συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω κανόνα, πρόσωπο που παραδόθηκε στο κράτος μέλος εκδόσεως σε εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δεν μπορεί να διωχθεί, να καταδικαστεί ή να στερηθεί την ελευθερία του από τις δικαστικές αρχές του κράτους μέλους αυτού για άλλη αξιόποινη πράξη διαπραχθείσα πριν από την παράδοσή του, πέραν εκείνης για την οποία παραδόθηκε, εκτός αν η δικαστική αρχή εκτελέσεως παράσχει τη συγκατάθεσή της4. Τον Φεβρουάριο του 2018, ο officier van justitie (εισαγγελέας) της arrondissementsparket Amsterdam (περιφερειακή εισαγγελική αρχή του Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) έδωσε τη συγκατάθεσή του για τη διεύρυνση της δίωξης σύμφωνα με το συμπληρωματικό ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Κατόπιν τούτου, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του AZ στο Βέλγιο για τις αξιόποινες πράξεις που περιλαμβάνονταν στο αρχικό και το συμπληρωματικό ΕΕΣ, αυτός δε καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως τριών ετών.

Στο πλαίσιο αυτό, το hof van beroep te Brussel (εφετείο Βρυξελλών, Βέλγιο), ενώπιον του οποίου ο AZ άσκησε έφεση κατά της ποινικής καταδικαστικής αποφάσεως, διερωτάται αν ο εισαγγελέας του Άμστερνταμ μπορεί να θεωρηθεί ως «δικαστική αρχή εκτέλεσης», κατά την έννοια της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ5, και αν έχει, κατά συνέπεια, την εξουσία να δώσει τη συγκατάθεση την οποία προβλέπει η απόφαση-πλαίσιο.

Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Πρώτον, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, όπως και η έννοια της «δικαστικής αρχής έκδοσης», η έννοια της «δικαστικής αρχής εκτέλεσης» είναι αυτοτελής έννοια του δικαίου της Ένωσης και δεν εμπίπτουν σε αυτήν μόνον οι δικαστές ή τα δικαστήρια. Πράγματι, η έννοια αυτή καλύπτει επίσης τις δικαστικές αρχές που μετέχουν στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης στο κράτος μέλος αυτό και ενεργούν κατά τρόπο ανεξάρτητο κατά την άσκηση καθηκόντων που είναι συμφυή με την εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ιδίως σε σχέση με την εκτελεστική εξουσία, και ασκούν τα καθήκοντά τους στο πλαίσιο διαδικασίας που ικανοποιεί τις απαιτήσεις της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

Ως εκ τούτου, για τον προσδιορισμό του περιεχομένου της έννοιας της «δικαστικής αρχής εκτέλεσης», το Δικαστήριο χρησιμοποίησε τα ίδια κριτήρια με εκείνα που αναπτύχθηκαν στη νομολογία του σχετικά με τις «δικαστικές αρχές έκδοσης», πράγμα το οποίο δικαιολογείται από το γεγονός ότι η θέση και η φύση των δύο αυτών δικαστικών αρχών ταυτίζονται, έστω και αν οι αρχές αυτές ασκούν διαφορετικά καθήκοντα. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, το Δικαστήριο επισήμανε διάφορα στοιχεία. Υπογράμμισε ότι η απόφαση σχετικά με την εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης όπως και αυτή που αφορά την έκδοσή του πρέπει να λαμβάνονται από δικαστική αρχή που να ικανοποιεί τις απαιτήσεις που είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η εγγύηση ανεξαρτησίας. Επιπλέον, το Δικαστήριο κρίνει ότι, η εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι, όπως και η έκδοση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ικανή να θίξει την ελευθερία του καταζητούμενου, καθόσον η εν λόγω εκτέλεση θα οδηγήσει στη σύλληψή του προκειμένου αυτός να παραδοθεί στην αρμόδια αρχή. Επιπλέον, κατά το Δικαστήριο, σε αντίθεση με τη διαδικασία εκδόσεως ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, για την οποία υφίσταται προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε δύο επίπεδα, στο στάδιο της εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης η παρέμβαση της δικαστικής αρχής εκτελέσεως συνιστά το μόνο επίπεδο προστασίας που προβλέπεται από την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ, το οποίο εξασφαλίζει στον καταζητούμενο όλες τις εγγυήσεις που συνδέονται με την έκδοση δικαστικών αποφάσεων.

Δεύτερον, το Δικαστήριο έκρινε ότι, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν η δικαστική αρχή που δίδει τη συγκατάθεσή της για να μην εφαρμοστεί ο κανόνας της ειδικότητας πρέπει να είναι η ίδια με εκείνη που εκτέλεσε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, η συγκατάθεση αυτή δεν μπορεί να δοθεί από εισαγγελέα κράτους μέλους ο οποίος, ενώ μετέχει στην απονομή της δικαιοσύνης, μπορεί, στο πλαίσιο της ασκήσεως της εξουσίας του λήψεως αποφάσεων, να λάβει από την εκτελεστική εξουσία οδηγίες σε συγκεκριμένη υπόθεση. Πράγματι, ο εισαγγελέας αυτός δεν πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως «δικαστική αρχή εκτελέσεως». Κατά το Δικαστήριο, για να δοθεί η σχετική συγκατάθεση και να μην εφαρμοστεί, ως εκ τούτου, ο κανόνας της ειδικότητας, απαιτείται η παρέμβαση αρχής που πληροί τις προϋποθέσεις αυτές. Πράγματι, η ως άνω απόφαση είναι διαφορετική από εκείνη που αφορά την εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και έχει, για τον ενδιαφερόμενο, αποτελέσματα διαφορετικά από εκείνα της απόφασης εκτέλεσης. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ειδικότερα ότι, ακόμη και αν ο ενδιαφερόμενος έχει ήδη παραδοθεί στη δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος, η ζητούμενη συγκατάθεση, καθόσον αφορά αξιόποινη πράξη διαφορετική από εκείνη που δικαιολόγησε την παράδοση, ενδέχεται να θίξει την ελευθερία του προσώπου αυτού, διότι μπορεί να οδηγήσει σε βαρύτερη καταδίκη.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο κατέληξε ότι, δυνάμει του ολλανδικού δικαίου, μολονότι η απόφαση εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εναπόκειται, εν τέλει, σε δικαστήριο, αντιθέτως, η απόφαση περί παροχής της συγκατάθεσης λαμβάνεται αποκλειστικώς από τον εισαγγελέα. Δεδομένου όμως ότι ο τελευταίος μπορεί να λαμβάνει από τον Υπουργό Δικαιοσύνης οδηγίες σε συγκεκριμένη υπόθεση, δεν αποτελεί «δικαστική αρχή εκτέλεσης».

Γίνεται υπόμνηση ότι η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

  • 1. Βλ., αντίστοιχα, αποφάσεις της 27ης Μαΐου 2019, PF (Γενικός εισαγγελέας της Λιθουανίας), C-509/18 (βλ. επίσης άρθρο Lawspot), της 12ης Δεκεμβρίου 2019, Parquet général du Grand-Duché de Luxembourg και Openbaar Ministerie (Εισαγγελίες Λυών και Τουρ), C-566/19 PPU και C-626/19 PPU της 12ης Δεκεμβρίου 2019, Openbaar Ministerie (Εισαγγελική αρχή, Σουηδία), C-625/19 PPU, και της 12ης Δεκεμβρίου 2019, Openbaar Ministerie (Εισαγγελία Βρυξελλών), C-627/19 PPU (βλ. επίσης άρθρο Lawspot).
  • 2. Βλ. απόφαση της 27ης Μαΐου 2019, OG και PI (Εισαγγελίες Lübeck και Zwickau), C-508/18 και C-82/19 PPU (βλ. επίσης άρθρο Lawspot).
  • 3. Η έννοια της «δικαστικής αρχής έκδοσης» ορίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ.
  • 4. Βλ. άρθρο 27, παράγραφοι 2, 3, στοιχείο ζ´, και 4, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ.
  • 5. Η έννοια της «δικαστικής αρχής εκτέλεσης» ορίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ.
Συνταγματικό δίκαιο - 2η έκδοση

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ

Ο ανακριτής

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΛΑΓΑΚΟΣ

ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ / ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ