logo-print

Δικαστικοί επιμελητές: Παρακράτηση από τον οικείο Σύλλογο προβλεπόμενων αναλογικών δικαιωμάτων σε ορισμένες πράξεις

Παρακράτηση από πράξεις που διενεργούνται από τις Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ) και τις Εταιρείες Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΑΑΔΠ)

02/12/2019

04/12/2019

Με γνωμοδότησή της η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου παρέχει διευκρινήσεις σχετικά με την παρακράτηση από οικείο Σύλλογο Δικαστικών Επιμελητών προβλεπόμενων αναλογικών δικαιωμάτων από πράξεις που διενεργούνται από τις Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ) και από τις Εταιρείες Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΑΑΔΠ).

Όπως αναφέρεται στη γνωμοδότηση, από το συνδυασμό των  διατάξεων των άρθρων 51 ν. 2318/1995 και 143 νδ 1210/1972, σαφώς προκύπτει ότι οι επιδόσεις και λοιπές πράξεις που ενεργούνται από δικαστικό επιμελητή, εφόσον ο παραγγέλλων δεν είναι από τα νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα, τραπεζών ελληνικών και ξένων και λοιπών προσώπων που αναφέρονται στις διατάξεις αυτές, δεν τίθεται ζήτημα, αφού ελλείπει αντίθετη νομοθετική πρόβλεψη, παρακράτησης ποσοστού 50% από τη δικαιούμενη αμοιβή του δικαστική επιμελητή, υπέρ του οικείου συλλόγου για να γίνει διανομή μεταξύ των μελών του.

Αναλυτικά η γνωμοδότηση:

«Παρακράτηση από οικείο Σύλλογο Δικαστικών Επιμελητών προβλεπόμενων αναλογικών δικαιωμάτων από πράξεις που διενεργούνται από τις Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ) και από τις Εταιρείες Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΑΑΔΠ)».

Στο άρθρο 49 του ν.2318/1995 ορίζεται ότι: «Ο δικαστικός επιμελητής δικαιούται για κάθε ενέργεια να λάβει από τον εντολέα του τη νόμιμη αμοιβή, καθώς και κάθε δαπάνη που απαιτείται για την πραγματοποίηση της εντολής...», ενώ στο άρθρο 51 προβλέπεται : «Για επιδόσεις και λοιπές πράξεις, οι οποίες ενεργούνται από δικαστικό επιμελητή κατόπιν παραγγελίας νομικών προσώπων του δημοσίου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 1 του νόμου 1256/1982, τραπεζών ελληνικών και ξένων και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί, μετά από πρόταση του οικείου συλλόγου και απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να ορίζεται ότι ποσοστό μέχρι 50% της δικαιούμενης από το δικαστικό επιμελητή αμοιβής παρακρατείται και αποδίδεται στον οικείο σύλλογο δικαστικών επιμελητών, για να γίνει διανομή μεταξύ των μελών του. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται ο τρόπος εισπράξεως και διανομής των παρακρατουμένων, το ποσοστό που θα λαμβάνει ο σύλλογος για την αντιμετώπιση των σχετικών δαπανών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Η πρόταση του οικείου συλλόγου, για οποιοδήποτε από τα παραπάνω θέματα, γίνεται μετά από απόφαση της γενικής συνελεύσεως, που λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των εγγεγραμμένων μελών, μη υπολογιζομένων αυτών που τελούν σε αργία ή αναστολή. Μερίσματα, που δεν αναζητήθηκαν από τους δικαιούχους μέσα σε έξι μήνες από την έναρξη διανομής, παραγράφονται και περιέρχονται στην περιουσία του συλλόγου». Περαιτέρω στο άρθρο 90 του ως άνω ν. 2318/1995 ορίζεται: «Οι δικαστικοί επιμελητές είναι υποχρεωτικά μέλη των συλλόγων δικαστικών επιμελητών που συγκροτούνται σύμφωνα με τα επόμενα άρθρα», ενώ στο άρθρο 91 προβλέπεται : «Οι σύλλογοι δικαστικών επιμελητών αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, έχουν τη δική τους περιουσία και τελούν υπό την εποπτεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης» και στο άρθρο 95 : «Οι σύλλογοι δικαστικών επιμελητών σε όλη την επικράτεια είναι οκτώ, ήτοι: α) Σύλλογος δικαστικών επιμελητών Εφετείων Αθήνας - Πειραιά - Αιγαίου -Δωδεκανήσου με έδρα την Αθήνα, β)....Στους συλλόγους αυτούς είναι υποχρεωτικά μέλη όλοι οι δικαστικοί επιμελητές, που είναι διορισμένοι και υπηρετούν στις περιφέρειες των πρωτοδικείων των αντίστοιχων προς τους συλλόγους αυτούς εφετείων».

Στο άρθρο 97 του ν.2318/1995 ορίζεται ότι η γενική συνέλευση είναι αρμόδια για : α) ... β) ... γ) ... δ) την υποβολή προτάσεων κατά το άρθρο 51 του παρόντος, ε)....» και στο άρθρο 111 «1. Το διοικητικό συμβούλιο διοικεί το σύλλογο, διαχειρίζεται γενικά τις υποθέσεις του, εκτελεί όσα έργα με τον παρόντα νόμο ή άλλες διατάξεις έχουν ανατεθεί σε αυτό, αποφασίζει για κάθε μέτρο που είναι χρήσιμο για την επίτευξη των σκοπών του συλλόγου, καταρτίζει τον προϋπολογισμό και τον απολογισμό...». Στο άρθρο 143 του ν. 2318/1995 ορίζεται : «1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται α) το νομοθετικό διάταγμα 1210/1972 «Περί κώδικος δικαστικών επιμελητών» και β) κάθε διάταξη νόμου, γενική ή ειδική, που είναι αντίθετη προς τον παρόντα ή αναφέρεται σε θέματα που ρυθμίζονται από αυτόν. 2 ... 3. Προεδρικά διατάγματα και υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση διατάξεων του νομοθετικού καθεστώτος 1210/1972 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι εκδόσεως νεωτέρων κατά τον παρόντα νόμο». Σύμφωνα με το άρθρο 48 του ν.δ. 1210/1972 «Περί Κώδικος Δικαστικών Επιμελητών (ΕτΚ Α', φ. 131): «Επί των παραγγελία του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των Τραπεζών, των οργανισμών και επιχειρήσεων κοινής ωφελείας επιδόσεων και λοιπών πράξεων ενεργουμένων υπό δικαστικού επιμελητού, δύναται, δι' αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης, δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, να ορίζεται ότι ποσοστόν μέχρι 50% της δικαιουμένης υπό του δικαστικού επιμελητού αμοιβής παρακρατείται και αποδίδεται εις τον, εις ον ανήκει ούτος Σύλλογον Δικαστικών Επιμελητών, δια την διανομήν του προς τα μέλη αυτού τα υπηρετούντα εν τη Πρωτοδικειακή Περιφέρεια παρ η τυγχάνει διωρισμένος ο ενεργήσας δικαστικός επιμελητής. Δια των αυτών αποφάσεων καθορίζεται και ο τρόπος εισπράξεως και διανομής των ούτω παρακρατουμένων αμοιβών».

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 ν. 4354/2015, όπως ισύχει, με τίτλο «Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) και Εταιρίες Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Α.Α.Δ.Π.)» «1. α. Η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα εκτός των αναφέρομε- νων στην περίπτωση δ" της παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 4261/2014 (ΑΊ07) ανατίθεται αποκλειστικά: αα) σε ανώνυμες εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, υπό την επιφύλαξη της παρ. 20, που εδρεύουν στην Ελλάδα και ββ) σε εταιρίες που εδρεύουν σε κράτος - μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), [με οποιονδήποτε νομικό τύπο αποδεκτό για ιδρύματα που διέπονται από τις διατάξεις της Οδηγίας 2013/36 (EEL 176/338/27.6.2013) και] με την προϋπόθεση ότι έχουν εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος με σκοπό τη διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων της ανωτέρω Οδηγίας, καθώς και της Οδηγίας 2004/39 (EEL 145/2004), και της περίπτωσης δ' της παρούσας παραγράφου. Οι παραπάνω εταιρίες, που είναι χρηματοδοτικά ιδρύματα, λαμβάνουν ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εποπτεύονται για τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου από την Τράπεζα της Ελλάδος. Οι εταιρίες αυτές, μετά τη λήψη άδειας λειτουργίας, καταχωρούνται σε ειδικό Μητρώο του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (ΓΕΜΗ) και διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 (Α' 37) για τις ανώνυμες εταιρίες, β. Η μεταβίβαση απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια που έχουν χορηγήσει ή χορηγούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα πλην της περίπτωσης δ" της παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 4261/2014 (Α* 107), μπορεί να λάβει χώρα μόνο λόγω πώλησης, δυνάμει σχετικής έγγραφης συμφωνίας, σύμφωνα και με τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 3, και αποκλειστικά και μόνο προς: αα) Ανώνυμες εταιρίες που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, εδρεύουν στην Ελλάδα και καταχωρίζονται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ). ββ) Εταιρίες που έχουν έδρα στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γγ) σε εταιρίες που έχουν έδρα σε τρίτες χώρες, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας, οι οποίες έχουν τη διακριτική ευχέρεια να εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος υπό την προϋπόθεση ότι: γγα) Η έδρα τους δεν βρίσκεται σε κράτος που έχει προνομιακό φορολογικό καθεστώς, όπως αυτό προσδιορίζεται στις εκάστοτε κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 65 του ν. 4172/2013 (Α* 167) και γγβ) η έδρα τους δεν βρίσκεται σε μη συνεργάσιμο κράτος, όπως αυτό προσδιορίζεται στις εκάστοτε κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 65 του ν. 4172/2013. γ. Η πώληση των παραπάνω απαιτήσεων είναι ισχυρή μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρίας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά τον παρόντα νόμο από την Τράπεζα της Ελλάδος. Η προϋπόθεση αυτή οφείλει να πληρούται και σε κάθε περαιτέρω μεταβίβαση. Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, δ. Οι διατάξεις του παρόντος δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων των νόμων 3156/2003 (Α% 157), ν. 1905/1990 (Α* 147), 1665/1986 (Α' 194), 3606/2007 (Α' 195) και 4261/2014 (Α% 107). ε. Στις εταιρίες της περίπτωσης α' της παρούσας παραγράφου επιτρέπεται και η διαχείριση των ακινήτων που αποτελούσαν ασφάλεια για τα δάνεια ή τις πιστώσεις που αυτές διαχειρίζονταν και έχουν μεταβιβαστεί στον δικαιούχο της απαίτησης. Στις εταιρίες αυτές δεν επιτρέπεται η απόκτηση, δια μεταβιβάσεως ή εκχωρήσεως ή από εθελοντική εκποίηση ή από πλειστηριασμό, ακίνητης περιουσίας που συνδέεται με τα δάνεια και τις πιστώσεις που αυτές διαχειρίζονται.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών και ιδίως από την αδιάστικτη γραμματική διατύπωση των διατάξεων των άρθρων 51 ν. 2318/1995 και 143 νδ 1210/1972, σαφώς προκύπτει ότι οι επιδόσεις και λοιπές πράξεις που ενεργούνται από δικαστικό επιμελητή, εφόσον ο παραγγέλλων δεν είναι από τα νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα, τραπεζών ελληνικών και ξένων και λοιπών προσώπων που αναφέρονται στις διατάξεις αυτές, δεν τίθεται ζήτημα, αφού ελλείπει αντίθετη νομοθετική πρόβλεψη, παρακράτησης ποσοστού 50% από τη δικαιούμενη αμοιβή του δικαστική επιμελητή, υπέρ του οικείου συλλόγου για να γίνει διανομή μεταξύ των μελών του.

Τα τελευταία ισχύουν και για τις επιδόσεις από πράξεις των εταιριών του θέματος, όπως διαλαμβάνονται με το υπ' αρ. 5148/9-7-2019 αίτημα σας για γνωμοδότηση.

Δείτε τη γνωμοδότηση στο eisap.gr

Σύνδεση στο Lawspot

Enter your e-mail address or username.
Enter the password that accompanies your e-mail.
Ξεχάσατε τον κωδικό σας;
logo

Δεν έχετε λογαριασμό;

Μπορείτε να εγγραφείτε στο Lawspot ανεξαρτήτως ιδιότητας, ως δικηγόρος, συμβολαιογράφος ή και απλός χρήστης, συμπληρώνοντας τη σχετική φόρμα εδώ.

Αν είστε δικηγόρος, με την εγγραφή σας στο Lawspot.gr κερδίζετε σημαντικά οφέλη. Δείτε αναλυτικές πληροφορίες εδώ.