logo-print

Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης: Η αρχή εκτελέσεως είναι υποχρεωμένη να εκδίδει απόφαση σε κάθε ένταλμα που της διαβιβάζεται

Δικαστήριο ΕΕ: Οι αρχές εκδόσεως μπορούν να αποστέλλουν προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ σχετικά με ζητήματα εκτελέσεως

Αξιόποινες Σεξουαλικές Πράξεις

ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ / ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΝΙΚΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ / ΕΥΤΥΧΗΣ ΦΥΤΡΑΚΗΣ

Ποινική Δικονομία

ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΑΔΑΜ ΠΑΠΑΔΑΜΑΚΗΣ

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος

Με τη δημοσιευθείσα στις 25-07-2018 απόφασή του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται ότι δεν είναι δυνατή η άρνηση εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης η οποία βασίζεται στο γεγονός ότι ο αρμόδιος εισαγγελέας του κράτους μέλους εκτέλεσης έχει προηγουμένως θέσει στο αρχείο ποινική δίωξη, κατά την οποία το πρόσωπο εις βάρος του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα είχε εξετασθεί μόνο ως μάρτυρας.

Επιπλέον, σύμφωνα με το ΔΕΕ, οι δικαστικές αρχές των κρατών μελών οφείλουν να εκδίδουν απόφαση σε κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που τους διαβιβάζεται, δυνάμει της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών.

Είναι αξιοσημείωτο ότι το ΔΕΕ δεν ακολούθησε την διατυπωθείσα γνώμη του γεν. εισαγγελέα Maciej Szpunar στις από 16-05-2018 προτάσεις του, ο οποίος είχε προτείνει στο Δικαστήριο να κηρύξει εαυτόν αναρμόδιο όσον αφορά την απάντηση σε προδικαστικά ερωτήματα που του απευθύνει η αρχή εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης για ζητήματα εκτέλεσης.

Ιστορικό της υπόθεσης

Εις βάρος του ΑΥ, ο οποίος είναι Ούγγρος υπήκοος και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου ουγγρικής εταιρίας, ασκήθηκε ποινική δίωξη στην Κροατία. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο ΑΥ φέρεται να είχε συμφωνήσει στην καταβολή ενός σημαντικού χρηματικού ποσού σε υψηλόβαθμο αξιωματούχο στην Κροατία, με αντάλλαγμα τη σύναψη συμβάσεως μεταξύ της ουγγρικής εταιρίας και της Κροατικής Κυβερνήσεως.

Επ’ ευκαιρία, και κατόπιν, της κίνησης έρευνας εις βάρος του ΑΥ στην Κροατία ως υπόπτου για την τέλεση πράξεων ενεργητικής δωροδοκίας, οι κροατικές αρχές ζήτησαν από την αρμόδια ουγγρική αρχή να παράσχει διεθνή δικαστική συνδρομή σε διάφορες περιπτώσεις (πρώτη φορά στις 10 Ιουνίου 2011), εξετάζοντας τον ΑΥ ως ύποπτο και επιδίδοντάς του κλήση προς εμφάνιση. Παρόλο που αρνήθηκαν να εκτελέσουν τις αιτήσεις δικαστικής συνδρομής, οι  ουγγρικές αρχές κίνησαν ωστόσο διαδικασία έρευνας καθόσον υπήρχαν βάσιμες υπόνοιες τελέσεως εγκλήματος κατά του κύρους του δημοσίου βίου της χώρας, ήτοι του ποινικού αδικήματος της ενεργητικής δωροδοκίας σε διεθνές επίπεδο, κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων του ουγγρικού ποινικού κώδικα. Η υπόθεση για την οποία κινήθηκε η έρευνα τέθηκε στο αρχείο στις 20 Ιανουαρίου 2012, με την αιτιολογία ότι οι συγκεκριμένες πράξεις δεν στοιχειοθετούσαν ποινικό αδίκημα. Εντούτοις, η έρευνα δεν είχε κινηθεί εις βάρος του ΑΥ ως υπόπτου, αλλά αφορούσε μόνον την εικαζόμενη αξιόποινη πράξη. Στο πλαίσιο αυτό, ο ΑΥ εξετάστηκε μόνο ως μάρτυρας.

Την 1η Οκτωβρίου 2013, μετά την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Κροατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και πριν κινηθεί οποιαδήποτε ποινική διαδικασία στην Κροατία βάσει των εφαρμοστέων εθνικών διατάξεων, οι κροατικές αρχές εξέδωσαν ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εις βάρος του ΑΥ. Ωστόσο, οι ουγγρικές αρχές αρνήθηκαν την εκτέλεση αυτού του εντάλματος συλλήψεως με την αιτιολογία ότι από τις πληροφορίες που είχαν στη διάθεσή τους προέκυψε ότι στην Ουγγαρία είχε ήδη κινηθεί, για τις ίδιες πράξεις με εκείνες στις οποίες βασιζόταν το ένταλμα συλλήψεως, ποινική διαδικασία στην οποία δεν δόθηκε συνέχεια από τις ουγγρικές δικαστικές αρχές.

Στις 15 Δεκεμβρίου 2015, εκδόθηκε εις βάρος του ΑΥ, ως καταζητούμενου, από το Županijski Sud u Zagrebu (πρωτοδικείο του Ζάγκρεμπ, Κροατία), ενώπιον του οποίου εκκρεμεί δίωξη εις βάρος του ΑΥ, νέο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, αναφορικά με το οποίο οι ουγγρικές αρχές αρνήθηκαν να εκδώσουν κάποια επίσημη απόφαση με την αιτιολογία ότι στην Ουγγαρία ήταν εκ του νόμου αδύνατη τόσο η σύλληψη του κατηγορουμένου ΑΥ όσο και η κίνηση νέας δίωξης για την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος σύλληψης.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το κροατικό δικαστήριο ρωτάει, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο εάν η απόφαση-πλαίσιο για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης επιτρέπει σε μια αρχή ενός κράτους μέλους να μην εκτελέσει ένα τέτοιο ένταλμα σύλληψης με την αιτιολογία ότι έχουν ήδη παυθεί ποινικές διώξεις για τις ίδιες πράξεις με αυτές που αποτελούν αντικείμενο του εν λόγω εντάλματος, ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία, στο πλαίσιο αυτών των διώξεων, το καταζητούμενο πρόσωπο είχε την ιδιότητα του μάρτυρα και όχι αυτή του υπόπτου/κατηγορούμενου. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί επιπλέον να μάθει εάν μία εθνική δικαστική αρχή είναι υποχρεωμένη να εκδώσει απόφαση επί ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που της διαβιβάζεται, ακόμη και εάν σε αυτό το κράτος μέλος είχε ήδη εκδοθεί απόφαση επί προγενέστερου εντάλματος σύλληψης σε σχέση με τον ίδιο καταζητούμενο και για την ίδια δίωξη.

Απόφαση του Δικαστηρίου

Με την  απόφασή του αυτή, το Δικαστήριο υπενθυμίζει, καταρχάς, ότι στις από 16 Μαΐου 2018 προτάσεις του ο γενικός εισαγγελέας Szpunar πρότεινε στο Δικαστήριο να κηρύξει εαυτόν αναρμόδιο να απαντήσει σε υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα από τις δικαστικές αρχές εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης σχετικά με το κατά πόσον η αρχή εκτελέσεως μπορεί να αρνηθεί το εν λόγω ένταλμα.

Εντούτοις, με την απόφασή του αυτή, το Δικαστήριο τονίζει ότι το παραδεκτό της υποβολής προδικαστικού ερωτήματος δεν εξαρτάται από το γεγονός ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν τις υποχρεώσεις των δικαστικών αρχών εκτελέσεως, παρόλο που, στην υπόθεση εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο είναι η δικαστική αρχή εκδόσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Δεδομένου ότι η έκδοση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης έχει αντίκτυπο στην ατομική ελευθερία του προσώπου εις βάρος του οποίου εκδίδεται, και ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, εμπίπτει πρωτίστως στην αρμοδιότητα του κράτους μέλους εκδόσεως, η δικαστική αρχή αρχή εκδόσεως θα πρέπει να είναι σε θέση να υποβάλλει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ακόμα ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οι δικαστικές αρχές εκτελέσεως μπορούν να αρνηθούν την εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αποκλειστικά για τις εξαντλητικά απαριθμούμενες στην απόφαση-πλαίσιο περιπτώσεις. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που δικαστική αρχή εκτελέσεως δεν ανταποκρίνεται κατόπιν έκδοσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και κατ’ επέκταση δεν κοινοποιεί κάποια σχετική απόφαση στη δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος, υφίσταται παραβίαση των υποχρεώσεων από την πλευρά της εν λόγω αρχής εκτελέσεως, δυνάμει της απόφασης-πλαισίου.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον εφαρμόζεται στην υπόθεση εν προκειμένω ο λόγος υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του εντάλματος που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2 της απόφασης-πλαισίου. Ο συγκεκριμένος λόγος μη εκτέλεσης αφορά την περίπτωση που από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή εκτέλεσης προκύπτει ότι ο καταζητούμενος έχει δικασθεί τελεσιδίκως για τις ίδιες πράξεις από άλλο κράτος μέλος. Το Δικαστήριο παρατηρεί ως προς αυτό το ζήτημα ότι η έκδοση τελεσίδικης απόφασης υποδηλώνει πως προηγουμένως είχε κινηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του καταζητούμενου.  Ακολούθως, στην υπόθεση εν προκειμένω, καθώς δεν είχε κινηθεί κάποια δίωξη εις βάρος του, ο ΑΥ δε μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει «δικασθεί τελεσιδίκως» υπό την έννοια της απόφασης-πλαισίου. Συνεπώς, η απόφαση που έθεσε στο αρχείο την έρευνα κατά την οποία ο ΑΥ εξετάσθηκε μόνο ως μάρτυρας  δε μπορεί να αποτελέσει λόγο μη εκτέλεσης στον οποίο θα βασιστεί η αρχή εκτέλεσης για να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος.

Τέλος, το Δικαστήριο προβαίνει σε ανάλυση για να διαπιστώσει εάν συντρέχει ένας από τους τρεις λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 3 της απόφασης-πλαίσιο. Οι λόγοι αυτοί συνίστανται α) στην απόφαση των δικαστικών αρχών εκτέλεσης του κράτους μέλους να μην ασκήσουν δίωξη για την αξιόποινη πράξη που αποτελεί το αντικείμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, β) στο γεγονός ότι οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης του κράτους μέλους αποφάσισαν να παύσουν τη δίωξη σε σχέση με την αξιόποινη πράξη που αποτελεί το αντικείμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος, και γ) το γεγονός ότι ο καταζητούμενος έχει δικασθεί τελεσιδίκως για τις αυτές πράξεις σε άλλο κράτος μέλος, με αποτέλεσμα να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης. Το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι ο πρώτος και ο τρίτος λόγος δεν αφορούν την υπόθεση εν προκειμένω. Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο, το Δικαστήριο εντοπίζει ότι μία ερμηνεία, κατά την οποία μπορεί να χωρήσει άρνηση εκτελέσεως ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στην περίπτωση όπου το ένταλμα αυτό αφορά τις ίδιες αξιόποινες πράξεις με αυτές που αποτέλεσαν το αντικείμενο προηγουμένης απόφασης, χωρίς όμως να έχει σημασία η ταυτότητα του προσώπου εις βάρος του οποίου ασκήθηκε δίωξη, θα ήταν υπερβολικά ευρεία και θα εγκυμονούσε τον κίνδυνο καταστρατήγησης της υποχρέωσης εκτέλεσης του εντάλματος. Επειδή ο συγκεκριμένος λόγος μη εκτέλεσης αποτελεί εξαίρεση, θα πρέπει να ερμηνεύεται στενά και υπό το φώς της  ανάγκης πρόληψης και καταστολής της εγκληματικότητας. Στην υπόθεση εν προκειμένω, διεξήχθη έρευνα κατά αγνώστων και όχι κατά του ΑΥ και η απόφαση με την οποία έπαυσε η έρευνα αυτή δεν εξεδόθη σε σχέση με τον ΑΥ. Το Δικαστήριο καταλήγει εξ αυτού ότι ο δεύτερος λόγος μη εκτέλεσης που εκτέθηκε ανωτέρω δεν εφαρμόζεται επίσης.

Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι δεν είναι δυνατή η επίκληση της απόφασης του αρμοδίου εισαγγελέα του κράτους μέλους εκτέλεσης με την οποία τέθηκε στο αρχείο δίωξη η οποία είχε κινηθεί κατά αγνώστων και κατά την οποία είχε κληθεί να καταθέσει απλώς ως μάρτυρας το πρόσωπο εις βάρος του οποίου εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, χωρίς όμως να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη εις βάρος του προσώπου αυτού και χωρίς να αφορά η εν λόγω απόφαση του εισαγγελέα το συγκεκριμένο πρόσωπο, προκειμένου να χωρήσει άρνηση εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

Γίνεται υπόμνηση ότι η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

H ένωση δικαίου

ΙΩΑΝΝΗ ΣΑΡΜΑΣ

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Συναινετικό διαζύγιο και γονική μέριμνα

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΠΥΡΙΔΑΚΗΣ

send