logo-print

Καταγγελία σύμβασης εργασίας εγκύου εργαζομένης (ΜΠρΗλείας 106/2022)

Ακυρότητα λόγω μη συνδρομής σπουδαίου λόγου

04/05/2022

04/05/2022

Αγωγές Αιτήσεις και Ενστάσεις Εμπράγματου Δικαίου Αστικού Κώδικας

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΚΑΤΡΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

Το απαράδεκτο στην αναιρετική δίκη

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΠΕΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΕΛΗΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Δεκτή έγινε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας αγωγή περί αναγνώρισης της ακυρότητας καταγγελίας σύμβασης εργασίας εργαζομένης, η οποία ευρίσκετο σε αρχόμενη κύηση (ΜΠρΗλείας 106/2022).

Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ανακοινώθηκε αρχικά στην εγκυμονούσα εργαζόμενη προφορικά. Το δικαστήριο έκρινε ότι η πρώτη κατά χρονική σειρά καταγγελία αυτή είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη, διότι αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1 και 2 του Ν. 1483/1984, καθώς η ενάγουσα τελούσε σε κατάσταση εγκυμοσύνης και δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος με την επίκληση σπουδαίου λόγου.

Εν συνεχεία, η εργοδότρια εταιρεία, τελώντας πλέον σε γνώση της εγκυμοσύνης της ενάγουσας, αφού της είχε γνωστοποιηθεί τόσο προφορικά όσο και εγγράφως, κοινοποίησε στην ενάγουσα τη δεύτερη κατά χρονική σειρά καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, αυτή τη φορά τηρώντας τον έγγραφο συστατικό τύπο και επικαλούμενη σπουδαίο λόγο.

Το δικαστήριο επεσήμανε ότι, παρ’ όλο που η εργοδότρια εταιρεία δεν κοινοποίησε την έγγραφη καταγγελία της προς την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας ως όφειλε, λόγω της ιδιότητας της εργαζομένης ως εγκύου, η παράλειψη αυτή δεν επιφέρει ακυρότητα της καταγγελίας. Και τούτο, διότι σκοπός της εν λόγω υποχρέωσης είναι η ενημέρωση της αρμόδιας Υπηρεσίας Εργασίας, προκειμένου αυτή να επιληφθεί συναφών με την καταγγελία συνεπειών, όπως η καταχώρηση του απολυομένου στον κατάλογο ανέργων και η καταβολή επιδόματος ανεργίας.

Η εναγομένη εταιρεία, ως σοβαρούς λόγους καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, επικαλείτο τη μη ανταπόκρισή της στα εργασιακά της καθήκοντα και στις απαιτήσεις της ως εργοδότριας και τη μη συμμόρφωσή της στις εντολές και οδηγίες της, βλάπτοντας με τον τρόπο αυτό την επιχείρησή της. Όλοι οι επιμέρους ένδικοι ισχυρισμοί της εργοδότριας εταιρείας, οι οποίοι κατατείνουν στην απόδειξη σπουδαίου λόγου για την εγκυρότητα της απόλυσης εγκύου εργαζομένης, απορρίφθηκαν από το δικαστήριο ως αόριστοι ή ουσία αβάσιμοι, καθόσον δεν αποδείχθηκαν από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο.  Το δικαστήριο έκρινε ότι δεν υφίστατο σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης, ούτε αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα με τη συμπεριφορά της δολίως δημιούργησε τις συνθήκες που δικαιολογούσαν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της.

Περαιτέρω, το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα απολύθηκε λόγω της εγκυμοσύνης της. Ειδικότερα, δεν προέκυψε ότι η εναγομένη κατά τον χρόνο της πρώτης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας γνώριζε ή, τουλάχιστον, υποψιαζόταν ότι ήταν έγκυος, πριν της γνωστοποιήσει τούτο η ίδια η ενάγουσα, και ότι η εγκυμοσύνη της ήταν η πραγματική αιτία της απόλυσής της. 

Ωστόσο, από τα όσα αβάσιμα ισχυρίστηκε η εναγομένη στην εξώδικη δήλωση - καταγγελία της, που συνιστούν εκ μέρους της παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, προσεβλήθη η προσωπικότητα της ενάγουσας, καθώς μειώθηκε η τιμή και η υπόληψή της ως εργαζομένης και, για το λόγο αυτό κρίθηκε πως δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης. 

Κατόπιν των ανωτέρω, το δικαστήριο κατέληξε πως και η δεύτερη χρονικά καταγγελία, που έλαβε χώρα χωρίς σπουδαίο λόγο ήταν άκυρη και δεν επέφερε έννομα αποτελέσματα ως αντικείμενη στις διατάξεις του άρθρου 15 παρ.1 και 2 του Ν.1483/1984, η δε άρνηση της εναγομένης να αποδέχεται εφεξής τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας ήταν παράνομη, με συνέπεια να έχει περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη κατά τις διατάξεις των άρθρων 349,350 και 656 ΑΚ.

Επεσήμανε δε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη άνευ της συνδρομής σπουδαίου λόγου, ανεξάρτητα αν η εναγομένη γνώριζε την εγκυμοσύνη της, την οποία εν προκειμένω, όπως αποδείχθηκε, κατά τον χρόνο της καταγγελίας γνώριζε.

Απόσπασμα απόφασης

​Ως σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρούνται ένα ή περισσότερα περιστατικά, τα οποία κατ` αντικειμενική κρίση καθιστούν κατά τη συναλλακτική καλή πίστη μη ανεκτή από τον εργοδότη την εξακολούθηση της εργασιακής σχέσης, ανεξαρτήτως από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος εκείνου κατά του οποίου γίνεται η καταγγελία. Η σύμβαση εργασίας δημιουργεί σχέση προσωπικής συνεργασίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης, η έλλειψη των οποίων συνεπάγεται την ακαταλληλότητα της εργαζόμενης για την εργασία που συμφωνήθηκε.

Έτσι η ουσιώδης παράβαση των υποχρεώσεων αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας, χωρίς να απαιτείται αναγκαίως και υπαιτιότητα. Αρκεί και ένα μόνο περιστατικό, το οποίο, αντικειμενικώς θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της εργασιακής σχέσης για τον εργοδότη.

Η ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εγκύου εργαζομένης αποτελεί περιεχόμενο ένστασης του εργοδότη, που ενάγεται για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας λόγω της για την αιτία αυτή ακυρότητας της καταγγελίας [ΜΠΑθ 100/2020 ό.π.]. Σπουδαίους λόγους για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, οι οποίοι συντρέχουν στο πρόσωπο του εργαζομένου, συνιστούν ενδεικτικά : παράβαση της υποχρέωσης για παροχή της συμφωνημένης εργασίας [ΑΠ 645/1987, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ], παράβαση της υποχρέωσης πίστης [ΑΠ 20/2004, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ], κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης [ΕφΠατρ 149/2020, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ], μη συμμόρφωση με τις οδηγίες και εντολές που ο εργοδότης του απευθύνει με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα [ΑΠ 1164/2019, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ], [βλ.σχετ.Κουκιάδης ο.π. σελ.964-965].

Δείτε ολόκληρη την απόφαση στο dsanet.gr

send