logo-print

Μπορούν τα ομόσπονδα κράτη στη Γερμανία να καλύπτουν τα έξοδα σχολικής μεταφοράς μόνο των μαθητών που κατοικούν στις περιφέρειές τους;

Δικαστήριο ΕΕ: Εθνικό μέτρο που προβλέπει τέτοια προϋπόθεση κατοικίας εισάγει έμμεση δυσμενή διάκριση αντίθετη με το δίκαιο ΕΕ

07/04/2020

08/04/2020

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος

Με τη δημοσιευθείσα στις 2-04-2020 απόφασή του, το Ένατο Τμήμα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αποφαίνεται ότι εθνικό μέτρο το οποίο επιτρέπει σε νομοθεσία κατά το οποίο η ανάληψη από ομόσπονδο κράτος της επιβάρυνσης της σχολικής μεταφοράς εξαρτάται από την προϋπόθεση της κατοικίας στο έδαφος του εν λόγω ομόσπονδου κράτους εισάγει έμμεση διάκριση σε βάρος των μεθοριακών εργαζομένων και των οικογενειών τους, την οποία απαγορεύει ο κανονισμός (ΕΕ) 492/2011 [κανονισμός που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης].

Επιπλέον, σύμφωνα με το ΔΕΕ, στην περίπτωση της σχολικής μεταφοράς που διενεργείται στο ομόσπονδο κράτος της Ρηνανίας-Παλατινάτου στη Γερμανία, τέτοια προϋπόθεση κατοικίας δεν δικαιολογείται από επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος αναφορικά με την ανάγκη για διασφάλιση της αποτελεσματικής οργάνωσης του εκπαιδευτικού συστήματος.

Ιστορικό της υπόθεσης

Ο PF, γερμανικής υπηκοότητας, κατοικεί στη Γαλλία με τους γονείς του, οι οποίοι έχουν επίσης τη γερμανική υπηκοότητα. Φοιτά σε σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη Landkreis Südliche Weinstraße του ομόσπονδου κράτους Ρηνανίας-Παλατινάτου, στη Γερμανία. Ο τόπος εργασίας της μητέρας του βρίσκεται επίσης στη Γερμανία.

Τα έξοδα σχολικής μεταφοράς του PF καλύφθηκαν από την περιφέρεια στην οποία φοιτούσε έως το σχολικό έτος 2014-2015. Ωστόσο, για το έτος 2015-2016, η περιφέρεια ανακοίνωσε, με ειδοποίηση της 16ης Ιουνίου 2015, ότι, με βάση τις ισχύουσες νομικές διατάξεις στη Ρηνανία-Παλατινάτο, τα έξοδα σχολικής μεταφοράς του PF δεν επρόκειτο πλέον να καλυφθούν. Σύμφωνα με την ως άνω ειδοποίηση, η εν λόγω νομοθεσία προέβλεπε ειδικότερα ότι η περιφέρεια έφερε υποχρέωση οργάνωσης της σχολικής μεταφοράς μόνο για τους μαθητές που κατοικούσαν εντός του εν λόγω ομόσπονδου κράτους.

Ο PF υπέβαλε κατά της απόφασης της περιφέρειας διοικητική ένσταση η οποία απορρίφθηκε. Στη συνέχεια, άσκησε προσφυγή κατά της απορριπτικής απόφασης ενώπιον του Verwaltungsgericht Neustadt an der Weinstraße (διοικητικού δικαστηρίου Neustadt an der Weinstraße, Γερμανία). Το εν λόγω δικαστήριο δέχθηκε την προσφυγή με το σκεπτικό ότι, καθόσον επρόκειτο για τέκνο μεθοριακού εργαζομένου, έπρεπε να αναγνωριστεί στον PF το δικαίωμα σε κάλυψη των εξόδων του σχολικής μεταφοράς, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ) 492/2011.

Η περιφέρεια άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του Oberverwaltungsgericht Rheinland-Pfalz (διοικητικού εφετείου Ρηνανίας-Παλατινάτου, Γερμανία). Το εν λόγω δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν εισάγει έμμεση δυσμενή διάκριση εθνική νομοθεσία κατά την οποία η ανάληψη από ομόσπονδο κράτος της επιβάρυνσης της σχολικής μεταφοράς εξαρτάται από την προϋπόθεση της κατοικίας στο έδαφος του εν λόγω ομόσπονδου κράτους. Σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι εισάγει έμμεση δυσμενή διάκριση το επίμαχο εθνικό μέτρο, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατά πόσον η ανάγκη για διασφάλιση της αποτελεσματικής οργάνωσης του εκπαιδευτικού συστήματος συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος ικανό να δικαιολογήσει την προϋπόθεση της κατοικίας.

Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Με την απόφασή του αυτή, το Δικαστήριο, πρώτον, διαπιστώνει ότι η υπόθεση εν προκειμένω αφορά Γερμανό υπήκοο ο οποίος εργάζεται μεν στη Γερμανία αλλά κατοικεί στη Γαλλία, ήτοι τη μητέρα του PF. Το συνδετικό με το δίκαιο της Ένωσης στοιχείο έγκειται, κατά συνέπεια, στην κατοικία του εργαζομένου αυτού σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του οποίου είναι υπήκοος. Καθόσον ο εν λόγω εργαζόμενος έχει ασκήσει το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας, δικαιούται να επικαλεστεί, έναντι του κράτους μέλους του οποίου είναι υπήκοος, τον κανονισμό (EE) 492/2011, σκοπός του οποίου είναι η υλοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης, και δη το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ένα εθνικό μέτρο που εξαρτά την απόδοση των εξόδων σχολικής μεταφοράς από την προϋπόθεση της κατοικίας στο ομόσπονδο κράτος, μπορεί, από τη φύση του, να θίξει ειδικότερα τους μεθοριακούς εργαζομένους που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος. Ως εκ τούτου, συνιστά έμμεση δυσμενή διάκριση, την οποία απαγορεύει το δίκαιο της Ένωσης και συγκεκριμένα το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ) 492/2011.

Επιπλέον, σύμφωνα με το Δικαστήριο, το εν λόγω συμπέρασμα δεν κλονίζεται από το γεγονός ότι και οι ημεδαποί εργαζόμενοι, οι οποίοι κατοικούν σε άλλα ομόσπονδα κράτη, πλήττονται από αυτό το εθνικό μέτρο. Το Δικαστήριο προσθέτει ότι η επίμαχη συνιστά όχι μόνο έμμεση διάκριση αλλά και εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, καθόσον μπορεί να εμποδίσει ή να αποθαρρύνει υπήκοο κράτους μέλους να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμά του για ελεύθερη κυκλοφορία.

Δεύτερον, αναφορικά με την πιθανότητα δικαιολόγησης της επίμαχης προϋπόθεσης κατοικίας, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι ο σκοπός της αποτελεσματικής οργάνωσης του εκπαιδευτικού συστήματος, στο μέτρο που αφορά το δικαίωμα στην εκπαίδευση το οποίο εγγυάται το άρθρο 14 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, μπορεί να συνιστά θεμιτό σκοπό ικανό να δικαιολογήσει έμμεση δυσμενή διάκριση. Εντούτοις, το γεγονός ότι η γερμανική νομοθεσία προβλέπει ότι, εφόσον το εκπαιδευτικό ίδρυμα στο οποίο φοιτά ο μαθητής βρίσκεται εκτός του εδάφους αυτού του ομόσπονδου κράτους, τα έξοδα μεταφοράς καλύπτονται από την περιφέρεια ή από τον ανεξάρτητο δήμο στο έδαφος των οποίων κατοικεί ο μαθητής, επιβεβαιώνει ότι η οργάνωση της σχολικής μεταφοράς σε επίπεδο ομόσπονδου κράτους και η οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος εντός αυτού του ομόσπονδου κράτους δεν συνδέονται κατ' ανάγκη μεταξύ τους.

Επομένως, κατά το Δικαστήριο, οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνικές διατάξεις δεν εμφανίζουν αρκούντως στενό δεσμό με την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι οι διατάξεις αυτές επιδιώκουν τέτοιο θεμιτό σκοπό.

Εν πάση περιπτώσει, η αντιτασσόμενη στον PF προϋπόθεση της κατοικίας δεν μπορεί να θεωρηθεί απαραίτητη για τον σχεδιασμό και την οργάνωση της σχολικής μεταφοράς καθόσον, όπως αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, θα μπορούσαν να προβλεφθούν άλλα μέτρα. Ειδικότερα, για τον υπολογισμό του προς απόδοση ποσού των εξόδων σχολικής μεταφοράς, ως κατοικία του μαθητή θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη «το σημείο όπου η ευθεία γραμμή που συνδέει τον πραγματικό τόπο κατοικίας και το πλησιέστερο σχολείο τέμνει τη γραμμή των συνόρων του ομόσπονδου κράτους». 

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι οι πρακτικές δυσκολίες που συνδέονται με την αποτελεσματική οργάνωση της σχολικής μεταφοράς εντός ομόσπονδου κράτους δεν συνιστούν επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος ικανό να δικαιολογήσει εθνικό μέτρο το οποίο θεωρείται ότι εισάγει έμμεση δυσμενή διάκριση.

Γίνεται υπόμνηση ότι η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA