logo-print

Οι υποχρεώσεις βάσει των νέων διατάξεων για το ξέπλυμα χρήματος και οι κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης (Εγκύκλιος)

Οι υποχρεώσεις για μεσίτες, λογιστές, φοροτεχνικούς και εμπόρους αγαθών μεγάλης αξίας

01/11/2018

01/11/2018

Οικονομικά Εγκλήματα Νομιμοποιηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριοτητες

ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ - ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΣΥΛΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Οικονομικά Εγκλήματα Νομιμοποιηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριοτητες

ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ - ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΣΥΛΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Με την ΠΟΛ. 1204/2018 της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων παρέχονται διευκρινίσεις σχετικά με τις υποχρεώσεις υπόχρεων προσώπων βάσει των διατάξεων του Ν.4557/2018 (Α΄ 139) «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας» και κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με αυτές.

I. Γενικά

Με την ΠΟΛ.1189/2018 σας κοινοποιήθηκαν οι διατάξεις του Ν.4557/2018 «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας», με τον οποίο ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία η Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 και καταργήθηκαν οι διατάξεις του ν.3691/2008.

Διαβάστε σχετικά: Ξέπλυμα χρήματος: Οι αρμοδιότητες της ΑΑΔΕ μετά τον Ν.4557/2018 (Εγκύκλιος)

 Σκοπός της παρούσας εγκυκλίου είναι η ενημέρωση των υπόχρεων προσώπων αρμοδιότητας της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) σχετικά με τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις διατάξεις του ως άνω νόμου, καθώς και τις προβλεπόμενες κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις εν λόγω υποχρεώσεις.

II. Υπόχρεα πρόσωπα

Με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 5 και της περ. ε΄ της παρ.1 του άρθρου 6 του Ν.4557/2018 ορίζονται τα υπόχρεα πρόσωπα αρμοδιότητας της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) ως εξής:

α) εξωτερικοί λογιστές – φοροτεχνικοί και νομικά πρόσωπα παροχής λογιστικών – φοροτεχνικών υπηρεσιών, καθώς και ιδιώτες ελεγκτές,

β) μεσίτες ακινήτων, για συναλλαγές των οποίων η αξία ανέρχεται σε τουλάχιστον δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ, ανεξαρτήτως αν το ποσό αυτό αφορά αγορά, πώληση ή μηνιαίο μίσθωμα εκμίσθωσης ακινήτου, και

γ) έμποροι και εκπλειστηριαστές αγαθών μεγάλης αξίας, όταν η αξία της συναλλαγής ανέρχεται σε τουλάχιστον δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ, ανεξάρτητα από το εάν αυτή διενεργείται με μια μόνο πράξη ή με περισσότερες, μεταξύ των οποίων φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση

 Ως έμποροι αγαθών μεγάλης αξίας νοούνται ιδίως:

1) Οι επιχειρήσεις εξόρυξης, παραγωγής, επεξεργασίας και εμπορίας πολύτιμων και ημιπολύτιμων λίθων, οι επιχειρήσεις παραγωγής, επεξεργασίας και εμπορίας πολύτιμων μετάλλων και παράγωγων προϊόντων, οι επιχειρήσεις εμπορίας μαργαριταριών και κοραλλιών και οι επιχειρήσεις κατασκευής και εμπορίας κοσμημάτων και ρολογιών,

2) οι επιχειρήσεις εμπορίας παλαιών αντικειμένων αξίας (αντίκες), αρχαιοτήτων, μεταλλίων, παλαιών γραμματοσήμων και νομισμάτων και λοιπών συλλεκτικών ειδών αξίας, καθώς και οι επιχειρήσεις ή επαγγελματίες παραγωγής ή κατασκευής και εμπορίας έργων και αντικειμένων τέχνης γενικά, καθώς και μουσικών οργάνων,

3) πρόσωπα που εμπορεύονται ή ενεργούν ως μεσάζοντες στο εμπόριο έργων τέχνης, συμπεριλαμβανομένου του εμπορίου που πραγματοποιείται σε αίθουσες έργων τέχνης και οίκους δημοπρασιών,

4) οι επιχειρήσεις παραγωγής και εμπορίας ταπήτων και χαλιών, ειδών γουνοποιίας, δερμάτινων ειδών και ενδυμάτων γενικά,

5) οι επιχειρήσεις εμπορίας επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, ελικοπτέρων, αεροσκαφών και σκαφών αναψυχής γενικά,

III. Υποχρεώσεις

1. Μέτρα δέουσας επιμέλειας

1.1 Περιπτώσεις εφαρμογής μέτρων δέουσας επιμέλειας (άρθρο 12 του Ν.4557/2018)

Τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τους πελάτες τους στις εξής περιπτώσεις:

1. Όταν συνάπτουν επιχειρηματική σχέση,

2. Όταν διενεργούν περιστασιακή συναλλαγή που:

α) ανέρχεται σε ποσό ίσο ή μεγαλύτερο των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ είτε η συναλλαγή αυτή πραγματοποιείται με μία και μόνη πράξη είτε με περισσότερες που φαίνεται να συνδέονται μεταξύ τους,

β) αποτελεί μεταφορά χρηματικών ποσών, σύμφωνα με τον ορισμό του στοιχείου 9 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/847 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 141) άνω των χιλίων (1.000) ευρώ,

3. όταν πρόκειται για πρόσωπα που εμπορεύονται αγαθά και διενεργούν περιστασιακή συναλλαγή σε μετρητά που αφορά ποσό δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ τουλάχιστον, ανεξάρτητα από το αν διενεργείται με μία μόνη πράξη ή με περισσότερες που φαίνεται να συνδέονται μεταξύ τους,4. όταν υπάρχει υπόνοια νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ανεξάρτητα από κάθε παρέκκλιση, εξαίρεση ή κατώτατο όριο ποσού,

5. όταν υπάρχουν αμφιβολίες για την ακρίβεια, την πληρότητα ή την επάρκεια των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν προηγουμένως για την πιστοποίηση και την επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη ή του πραγματικού δικαιούχου. Τα ως άνω ποσά υπολογίζονται χωρίς Φ.Π.Α. ή άλλες νόμιμες κρατήσεις που επιβαρύνουν τον πελάτη.

1.2 Μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας και χρόνος εφαρμογής (άρθρα 13 και 14 του Ν.4557/2018)

Τα μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη περιλαμβάνουν, τα εξής

 α) την εξακρίβωση και επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη, πριν από τη σύναψη της επιχειρηματικής σχέσης ή τη διενέργεια της συναλλαγής, βάσει εγγράφων, δεδομένων ή πληροφοριών από αξιόπιστη και ανεξάρτητη πηγή. Όταν ο πελάτης ενεργεί μέσω εξουσιοδοτημένου προσώπου, το υπόχρεο πρόσωπο εφαρμόζει την ίδια υποχρέωση και για το πρόσωπο αυτό. Επισημαίνεται ότι με την ΠΟΛ.1200/2018 Απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. ορίστηκαν τα έγγραφα και τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται από τα υπόχρεα πρόσωπα για την πιστοποίηση και επαλήθευση της ταυτότητας των πελατών τους κατά την εφαρμογή των μέτρων δέουσας επιμέλειας του Ν.4557/2018.

β) την εξακρίβωση της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου, πριν από τη σύναψη της επιχειρηματικής σχέσης ή τη διενέργεια της συναλλαγής, την επικαιροποίηση των στοιχείων και τη λήψη εύλογων μέτρων για την επαλήθευση αυτών, ώστε να διασφαλίζεται ότι το υπόχρεο πρόσωπο γνωρίζει τον πραγματικό δικαιούχο. Όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα, τα καταπιστεύματα ή άλλα νομικά μορφώματα, λαμβάνονται εύλογα μέτρα για να γίνει γνωστή η διάρθρωση του καθεστώτος ιδιοκτησίας και ελέγχου του πελάτη.

Ο πραγματικός δικαιούχος ορίζεται ως το ή τα φυσικά πρόσωπα, στα οποία τελικά ανήκει ο πελάτης, νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, ή τα οποία ελέγχουν αυτόν, καθώς και το ή τα φυσικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων διεξάγεται συναλλαγή ή δραστηριότητα. Αναλυτικότερα, με τις διατάξεις της παρ.17 του άρθρου 3 του Ν.4557/2018 περιγράφονται τα κριτήρια προσδιορισμού του πραγματικού δικαιούχου τόσο για τα νομικά πρόσωπα, όσο και για τα καταπιστεύματα.

Επισημαίνεται ότι η εξακρίβωση και ο έλεγχος της ταυτότητας των πραγματικών δικαιούχων θα πρέπει, κατά περίπτωση, να επεκτείνεται σε νομικές οντότητες που κατέχουν άλλες νομικές οντότητες και τα υπόχρεα πρόσωπα θα πρέπει να αναζητούν το ή τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία τελικά ασκούν έλεγχο μέσω ιδιοκτησίας ή με άλλα μέσα της νομικής οντότητας-πελάτη.

Σημειώνεται, επίσης, ότι ενδέχεται να υπάρχουν περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα να μπορεί να εξακριβωθεί και το οποίο τελικά κατέχει ή ελέγχει μια νομική οντότητα. Σε τέτοιες εξαιρετικές περιπτώσεις, τα υπόχρεα πρόσωπα, έχοντας εξαντλήσει όλα τα άλλα μέσα εξακρίβωσης, και υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες, μπορούν να θεωρήσουν τα ανώτερα διοικητικά στελέχη ως τους πραγματικούς δικαιούχους.

Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 20 του Ν.4557/2018 επιβάλλεται καταρχάς στα νομικά πρόσωπα και άλλες νομικές οντότητες που έχουν καταστατική έδρα στην Ελλάδα, να συλλέγουν και να φυλάσσουν επαρκείς, ακριβείς και επίκαιρες πληροφορίες, σε ειδικό μητρώο που τηρούν στην έδρα τους, σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο τους και να χορηγούν τις πληροφορίες αυτές στα υπόχρεα πρόσωπα, όταν αυτά λαμβάνουν μέτρα δέουσας επιμέλειας. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν τουλάχιστον το ονοματεπώνυμο, την ημερομηνίας γέννησης, την υπηκοότητα και τη χώρα διαμονής των πραγματικών δικαιούχων, καθώς επίσης και το είδος και την έκταση των δικαιωμάτων που κατέχουν. Το εν λόγω ειδικό μητρώο καταχωρίζεται στο Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων, το οποίο δημιουργείται στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων (Γ.Γ.Π.Σ) εντός εξήντα (60) ημερών από την έναρξη λειτουργίας του. Πρόσβαση στο Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων, έχουν μεταξύ άλλων, τα υπόχρεα πρόσωπα αποκλειστικά στο πλαίσιο της εφαρμογής των μέτρων δέουσας επιμέλειας.

Επισημαίνεται ότι με την πρόσβαση των υπόχρεων προσώπων στο Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων δεν εξαντλείται η υποχρέωσή τους αναφορικά με την πιστοποίηση και επαλήθευση της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου, καθώς το υπόχρεο πρόσωπο οφείλει να λάβει υπόψη του όλες τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του ώστε να διασφαλίσει ότι γνωρίζει τον πραγματικό δικαιούχο. Από τη στιγμή που ταυτοποιηθεί ο πραγματικός δικαιούχος, το υπόχρεο πρόσωπο οφείλει να προχωρήσει στην πιστοποίηση και επαλήθευση της ταυτότητάς του βάσει των εγγράφων που περιλαμβάνονται στην ΠΟΛ.1200/2018 Απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε.

γ) την αξιολόγηση και ανάλογα με την περίπτωση τη συλλογή πληροφοριών για το αντικείμενο και τον σκοπό της επιχειρηματικής σχέσης. Ως επιχειρηματική σχέση ορίζεται, σύμφωνα με την παρ.16 του άρθρου 3 του Ν.4557/2018, η επιχειρηματική, επαγγελματική ή εμπορική σχέση, η οποία συνδέεται με τις επαγγελματικές δραστηριότητες των υπόχρεων προσώπων και η οποία αναμένεται, κατά το χρόνο σύναψής της, ότι θα έχει κάποια διάρκεια.

δ) την άσκηση συνεχούς εποπτείας όσον αφορά την επιχειρηματική σχέση, με ενδελεχή εξέταση των συναλλαγών που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια αυτής, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι συναλλαγές ή δραστηριότητες συνάδουν με τις γνώσεις που έχουν τα υπόχρεα πρόσωπα σχετικά με τον πελάτη, τις επαγγελματικές δραστηριότητες και το προφίλ κινδύνου του, καθώς και, εφόσον απαιτείται, την προέλευση των κεφαλαίων. Στο πλαίσιο της άσκησης συνεχούς εποπτείας τα υπόχρεα πρόσωπα διασφαλίζουν την τήρηση ενημερωμένων εγγράφων, δεδομένων ή πληροφοριών.

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 13, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το υπόχρεο πρόσωπο δεν μπορεί να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη που προβλέπονται στις πρώτες τρεις ως άνω περιπτώσεις, δεν εκτελεί συναλλαγές του, δεν συνάπτει επιχειρηματική σχέση ή διακόπτει οριστικά αυτήν και εξετάζει αν συντρέχει υποχρέωση αναφοράς στην Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες (Αρχή). Η συγκεκριμένη υποχρέωση δεν εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, από λογιστές – φοροτεχνικούς συμβούλους στις περιπτώσεις μόνο που τα εν λόγω πρόσωπα εκτελούν τα καθήκοντά τους στο πλαίσιο της υπεράσπισης των πελατών τους σε δικαστικές διαδικασίες ή σχετικά με αυτές, συμπεριλαμβανομένης της παροχής συμβουλών αναφορικά με την κίνηση ή αποφυγή τέτοιων διαδικασιών.

Επιπλέον, σύμφωνα με τις παρ.7 και 9 του άρθρου 13, επισημαίνεται ότι τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν, την κατάλληλη χρονική στιγμή και ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου, τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας όχι μόνο στους νέους αλλά και στους υφιστάμενους πελάτες. Ο βαθμός κινδύνου εξαρτάται μεταξύ άλλων από την επαγγελματική δραστηριότητα και το οικονομικό μέγεθος του πελάτη, τον σκοπό της επιχειρηματικής σχέσης, τον τύπο, την συχνότητα και αξία των διενεργούμενων συναλλαγών, καθώς και την αναμενόμενη προέλευση και τον προορισμό των κεφαλαίων. Παράλληλα, τα υπόχρεα πρόσωπα πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν στις αρμόδιες αρχές ότι η έκταση των μέτρων είναι ανάλογη με τους κινδύνους διάπραξης αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και ότι εφαρμόζουν αυτά τα μέτρα με συνέπεια και αποτελεσματικότητα.

Δείτε αναλυτικά την εγκύκλιο εδώ.

Ηγεσία, πολιτική και κορωνοϊός

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ

ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ

ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ ΒΑΡΒΑΡΑ

Οι χρήσεις γης

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΕΛΙΣΣΑΣ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ - ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ - ΧΩΡΟΤΑΞΙΑ