logo-print

Τεκμήριο αθωότητας - Σχέση μεταξύ ποινικής δίκης (για λαθρεμπορία και πλαστογραφία) και διοικητικής δίκης περί επιβολής δασμών και φόρων

ΣτΕ Β΄ Τμ. 1779/2020 (υπόθεση αναπεμφθείσα εν μέρει στο Β΄ Τμήμα με την ΣτΕ Ολομ. 359/2020)

22/09/2020

22/09/2020

ΣτΕ Β΄ Τμ. 1779/2020 (υπόθεση αναπεμφθείσα εν μέρει στο Β΄ Τμήμα με την ΣτΕ Ολομ. 359/2020)

Πηγή: humanrightscaselaw.gr

Τεκμήριο αθωότητας (κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο) – Άρθρο 5 παρ. 2 ΚΔΔ – Άρθρο 94 παρ. 1 Συντάγματος – Αρχή της δικονομικής αυτονομίας – Λόγοι αναίρεσης (άρθρο 56 παρ. 1 π.δ. 18/1989) – Σχέση μεταξύ ποινικής δίκης (για λαθρεμπορία και πλαστογραφία) και διοικητικής δίκης περί επιβολής δασμών και φόρων, που διέφυγαν της καταβολής κατά την εισαγωγή, βάσει πλαστού πιστοποιητικού καταγωγής του εμπορεύματος – Δεν απαιτείται δόλος για τον καταλογισμό των δασμών και φόρων – Αβάσιμος και αλυσιτελής λόγος αναίρεσης περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας, λόγω σχετικής αμετάκλητης απαλλακτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου – Δεν συντρέχει περίπτωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ ή στο ΕΔΔΑ ούτε παραπομπής στο ΑΕΔ, λόγω αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου     

(Α) Με το κύριο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης προβάλλεται ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης περί στοιχειοθέτησης (της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης) της ένδικης λαθρεμπορίας είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, διότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε τη συνδρομή δόλου στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, χωρίς να αιτιολογήσει επαρκώς την κρίση του αυτή Αλυσιτελής ο λόγος, δεδομένου ότι η γένεση των προβλεπόμενων στο νόμο φορολογικών υποχρεώσεων του εισαγωγέα εμπορευμάτων δεν προϋποθέτει υπαιτιότητα και, γενικότερα, παραβατική συμπεριφορά του, αλλά στηρίζεται στην εξ αντικειμένου ύπαρξη της οριζόμενης στο νόμο φορολογητέας πράξης και, συνεπώς, στις υποθέσεις λαθρεμπορίας η μη συνδρομή δόλου στο πρόσωπο του εισαγωγέα ουδόλως συνεπάγεται και την απαλλαγή του από τα ποσά δασμών ή/και φόρων που αυτός οφείλει κατά το νόμο, σε σχέση με τα εμπορεύματα που συνιστούν το αντικείμενο της (αποδειχθείσας, κατά την αντικειμενική της υπόσταση) λαθρεμπορικής παράβασης (βλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., σκέψη 10). 

(Β) Με το κύριο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), αιτιολογώντας την απόφασή του κατά τρόπο  που δημιούργησε αμφιβολίες ως προς την αθωότητά της, η οποία είχε διαγνωσθεί με την προαναφερόμενη αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η γλώσσα/διατύπωση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δημιούργησε αμφιβολίες για την αθωότητά της, ενόψει του συμπεράσματος του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου ότι “[ο]ρθώς, συνεπώς, κρίθηκε με την εκκαλουμένη ότι πληρούται εν προκειμένω η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση λαθρεμπορικής παράβασης από την εκκαλούσα”. Με το δικόγραφο προσθέτων λόγων προβάλλεται εκ νέου παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, διότι, παρά την χωρίς αμφιβολίες και αμφισημίες αμετάκλητη κρίση του ποινικού δικαστηρίου περί της προέλευσης των επίμαχων προϊόντων από την Ινδονησία και, συνακόλουθα, περί μη διάπραξης του αδικήματος της λαθρεμπορίας (δηλαδή περί μη στοιχειοθέτησής του ως προς την αντικειμενική του υπόσταση), το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο έθεσε εν αμφιβόλω την αθώωση της αναιρεσείουσας, αν και έκρινε υπό τις ίδιες περιστάσεις, θεωρώντας ότι τα επίμαχα εμπορεύματα δεν ήταν ινδονησιακής καταγωγής. Προς επίρρωση του λόγου αυτού, γίνεται επίκληση της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 εδαφ. β΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η νέα αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας υποθέσεις και ότι έχει, εν προκειμένω, πεδίο εφαρμογής ratione materiae, διότι η αθώωσή της δεν εχώρησε λόγω έλλειψης αντικειμενικών ή υποκειμενικών προϋποθέσεων, που δεν αποτελούν στοιχεία της ένδικης διοικητικής παράβασης, αλλά λόγω της προέλευσης των εμπορευμάτων από την Ινδονησία, όπως είχε δηλωθεί κατά την εισαγωγή τους στην Ελλάδα.

(Γ) Η νέα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 (εδαφ. β΄) του ΚΔΔ, που τέθηκε με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016, αφενός, δεν έχει πεδίο εφαρμογής ratione temporis στις υποθέσεις οι οποίες συζητήθηκαν ενώπιον του τακτικού διοικητικού δικαστηρίου πριν από την 22.12.2016 (βλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ.) και, αφετέρου, δεν εφαρμόζεται ratione materiae στην αναιρετική δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 του εν λόγω Κώδικα, οι διατάξεις του διέπουν την εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Συνεπώς, είναι νόμω αβάσιμη η επίκληση από την αναιρεσείουσα της ως άνω διάταξης του ΚΔΔ.

(Δ) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 2 του άρθρου 89 και 3 του άρθρου 97 του Τελωνειακού Κώδικα (ν. 1165/1918) προς την παράγραφο 8 του ιδίου άρθρου 97 αυτού (προστεθείσα με το άρθρο 4 του ν. 1514/1950), καθώς και προς την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ΚΔΔ (όπως η τελευταία αυτή παράγραφος ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016), προκύπτει ότι η διοικητική διαδικασία καταλογισμού της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας είναι αυτοτελής και διακεκριμένη σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία. Η αυτοτέλεια των δύο διαδικασιών (ποινικής και διοικητικής) έχει την έννοια ότι το διοικητικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν διαπράχθηκε η διοικητική παράβαση, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, εκτός εάν πρόκειται για αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, οπότε δεσμεύεται ως προς την ενοχή του δράστη (βλ. ΣτΕ 359/2020 Ολομ.), υποχρεούται, όμως, να συνεκτιμήσει αυτήν κατά την διαμόρφωση της κρίσης του (βλ. ΣτΕ 1741/2015 Ολομ., 2067/2011 επταμ., 1522/2010 επταμ. κ.ά.). 

(Ε) Το ΕΔΔΑ, ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει την αρχή του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορούμενου, έχει δεχθεί ότι απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που έπεται τελικής αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβόλω την αθώωση, έστω και αν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών, ως «τελική» δε απόφαση, στο πλαίσιο της προαναφερόμενης νομολογίας, νοείται η αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου (βλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., 167-169/2017 επταμ. κ.ά.). Προκειμένου να ενεργοποιηθεί το τεκμήριο αθωότητας από την ανωτέρω άποψη, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να δείξει ότι η ποινική διαδικασία συνδέεται κατ’ ουσίαν προς την διοικητική διαδικασία και την αντίστοιχη διοικητική δίκη (βλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., 175/2018 - πρβλ. ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. 12.7.2013, 25424/09, Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψεις 94, 103 και 104, ΕΔΔΑ 18.10.2016, 21107/07, Alkaşi κατά Τουρκίας, σκέψεις 25-28). 

(ΣΤ) Το τεκμήριο αθωότητας, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, κατοχυρώνεται στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως γενική αρχή του ενωσιακού δικαίου (βλ. ΔΕΚ 8.7.1999, C-199/92 P, Hüls κατά Επιτροπής, σκέψη 149 και ΔΕΕ 23.12.2009, C-45/08, Spector Photo Group  και Van Raemdonck, σκέψεις 39-40), η οποία έχει ήδη ενσωματωθεί στο άρθρο 48 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ανωτέρω αρχή του ενωσιακού δικαίου και το άρθρο 48 παρ. 1 του Χάρτη έχουν ανάλογο κανονιστικό περιεχόμενο με εκείνο του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, ως προς το ζήτημα το οποίο αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη. 

(Ζ) Η καταστολή της φοροδιαφυγής (και, ιδίως, της μεγάλης από απόψεως ποσού), μέσω της διαπιστώσεως των οικείων παραβάσεων και της επιβολής των αντίστοιχων διαφυγόντων φόρων, καθώς και των προβλεπόμενων στον νόμο διοικητικών κυρώσεων, συνιστά, κατά το Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ. 5, 26 και 106 παρ. 1 και 2), επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος και βασικό έργο της φορολογικής Διοικήσεως, η νομιμότητα των πράξεων της οποίας υπόκειται στον έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 και το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. ΣτΕ 359/2020 Ολομ., 680/2017 επταμ., 1992/2016 επταμ.). Συναφώς, ο νομοθέτης μπορεί να χαρακτηρίσει όχι μόνο ως διοικητικές παραβάσεις αλλά και ως ποινικά αδικήματα τις πλέον σοβαρές, από απόψεως ποσού ή/και συνθηκών τελέσεως, παραβάσεις φοροδιαφυγής, που, κατά την εκτίμησή του, χρήζουν έντονης κοινωνικής αποδοκιμασίας και απαιτούν συμπληρωματικές (σε σχέση με τις επιβαλλόμενες από τη φορολογική Διοίκηση) κυρώσεις, για την αποτελεσματικότερη πρόληψη και αντιμετώπισή τους. Δεδομένου, όμως, ότι, κατά τα προεκτεθέντα, η εφαρμογή και η επιβολή της διοικητικής νομοθεσίας περί φορολογίας ανάγεται στην άσκηση της κατά το άρθρο 26 του Συντάγματος εκτελεστικής λειτουργίας, η δράση της οποίας, σε περίπτωση αμφισβητήσεως των πράξεών της, υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, στον δικαιοδοτικό έλεγχο του διοικητικού δικαστή, που είναι ο “φυσικός” δικαστής των διαφορών μεταξύ του Κράτους και των διοικουμένων όσον αφορά την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της φορολογικής/τελωνειακής νομοθεσίας, η διπλή, διοικητική και ποινική, διαδικασία, που προβλέπεται στον νόμο για την αντιμετώπιση παραβάσεων φοροδιαφυγής, πρέπει, ανεξαρτήτως του ποσού του διαφυγόντος φόρου ή δασμού, να οργανώνεται νομοθετικά και να διενεργείται κατά τρόπο ώστε ο ποινικός δικαστής να επιλαμβάνεται (μετά από διακοπή της προθεσμίας παραγραφής του ποινικού αδικήματος) κατόπιν της τελεσίδικης κρίσεως της ουσίας της υποθέσεως από τον διοικητικό δικαστή, δοθέντος, άλλωστε, ότι δεν θα ήταν συνταγματικώς ανεκτή ποινική καταδίκη για φοροδιαφυγή σε περίπτωση που ο διοικητικός δικαστής κρίνει ότι δεν είναι νόμιμη η σχετική καταλογιστική του φόρου πράξη της Διοικήσεως (βλ. ΣτΕ 359/2020 Ολομ., 1887/2018 επταμ., 951/2018 επταμ., 680/2017 επταμ.). Σε κάθε περίπτωση, στο πλαίσιο του ημεδαπού δικονομικού συστήματος και της δικαιοδοσίας των διοικητικών και των ποινικών δικαστηρίων, το ζήτημα εάν εισαχθέντα εμπορεύματα απολαμβάνουν προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης, ως καταγόμενα από ορισμένη τρίτη χώρα (εν προκειμένω, από την Ινδονησία) αποτελεί ζήτημα διοικητικής φύσεως, το οποίο τέμνεται αρμοδίως (και με δύναμη δεδικασμένου) από το διοικητικό δικαστήριο, η δε σχετική με το ζήτημα αυτό αμετάκλητη κρίση του ποινικού δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται σχετικής κατηγορίας λαθρεμπορίας, είναι παρεμπίπτουσα και δεν μπορεί να οδηγήσει, άμεσα ή έμμεσα, στην παραγωγή δεδικασμένου ή/και δέσμευσης για το διοικητικό δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της συναφούς διοικητικής διαφοράς από την επιβολή των διαφυγόντων κατά την εισαγωγή δασμών και φόρων. Συνεπώς, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά παραπάνω, σε υπόθεση όπως η παρούσα, που αφορά στον καταλογισμό των οφειλόμενων δασμών και φόρων (και όχι “ποινικής” ευθύνης), η τοιαύτη κρίση ποινικού δικαστηρίου δεν παράγει δέσμευση, αλλά, πάντως, πρέπει να συνεκτιμάται από τον διοικητικό δικαστή, ο οποίος κρίνει αυτοτελώς τo ανωτέρω ζήτημα, ασκώντας την προαναφερόμενη κατά το Σύνταγμα αρμοδιότητά του και βασιζόμενος στην ενώπιόν του αποδεικτική διαδικασία (πρβλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ.· πρβλ. επίσης ΑΠ Ολομ. 4/2020, όσον αφορά τη σημασία, από την άποψη του τεκμηρίου αθωότητας, απαλλακτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για την κρίση του πολιτικού δικαστηρίου σε σχετική δίκη περί αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης). Ενόψει της διαφοράς των κανόνων απόδειξης και της αποδεικτικής διαδικασίας μεταξύ της διοικητικής και της ποινικής δίκης (πρβλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., 434/2017 επταμ., 1992/2016 επταμ., 1741/2015 Ολομ.), μεταξύ άλλων, ως προς τη χρήση και τη σημασία των αποδεικτικών μέσων των εγγράφων και της εξέτασης μαρτύρων στο ακροατήριο (πρβλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ.), καθώς και ενόψει της αυτοτέλειας και του διαφορετικού σκοπού της διοικητικής διαδικασίας και δίκης (περί της ύπαρξης φορολογικής υποχρέωσης) έναντι της ποινικής, ο διοικητικός δικαστής, εκτιμώντας διαφορετικά από τον ποινικό δικαστή τα στοιχεία και τα περιστατικά της ενώπιόν του υπόθεσης, αναφορικά με το παραπάνω ζήτημα (προκειμένου να κρίνει τη νομιμότητα της πράξης επιβολής δασμών και φόρων), δεν παραβιάζει τις επιταγές που απορρέουν από το άρθρο 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ ή την προαναφερόμενη αντίστοιχη γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης [πρβλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., 434/2017 επταμ., 1992/2016 επταμ., ΑΠ Ολομ. 4/2020 και ΕΔΔΑ (decision) 11.4.2019, 32216/15, Bonnemaison κατά Γαλλίας, ΕΔΔΑ 18.12.2016, Alkaşi κατά Τουρκίας 21107/07, σκέψεις 30-31, ΕΔΔΑ 14.10.2010, 29889/04, Vanjak κατά Κροατίας, σκέψη 68, ΕΔΔΑ 11.2.2003, Y. v. Norway, 56568/00, σκέψη 41 και ΕΔΔΑ (decision) 13.11.2003, 48518/99, Lundkvist κατά Σουηδίας - βλ. επίσης a contrario ΕΔΔΑ 30.4.2015, 3453/12 κ.λπ., Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδας, σκέψεις 86-88, όπου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, ο μη κατασταλτικός/τιμωρητικός σκοπός της διοικητικής διαδικασίας και δίκης, καθώς και η αυτονομία της έναντι της ποινικής), υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι η διατύπωση της απόφασής του δεν εξέρχεται των ορίων του διοικητικού δικαίου και του αντικειμένου της διοικητικής δίκης (πρβλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ., ΕΔΔΑ 27.9.2007, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας, 35522/04, σκέψη 40 και ΕΔΔΑ 28.5.2020, 29620/07, Farzaliyev κατά Αζερμπαϊτζάν, σκέψη 64) και, γενικότερα, ότι δεν θέτει εν αμφιβόλω, κατά τρόπο άμεσο και σαφή, την ορθότητα της απαλλακτικής κρίσης στην οποία κατέληξε ο ποινικός δικαστής, βάσει της ενώπιόν του αποδεικτικής διαδικασίας (πρβλ.  ΣτΕ 951/2018 επταμ. και ΕΔΔΑ 18.12.2016, Alkaşi, op.cit., σκέψη 31), αποδίδοντας κατ’ ουσίαν στον αθωωθέντα ευθύνη για το ποινικό αδίκημα από το οποίο αυτός απαλλάχθηκε (πρβλ. ΕΔΔΑ 28.5.2020, Farzaliyev op.cit., σκέψεις 61-69). 

(Η) Η ως άνω ερμηνευτική προσέγγιση (των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ανάγκη σεβασμού) του τεκμηρίου αθωότητας, σε υπόθεση όπως η παρούσα, επιρρωνύεται και από την αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, η οποία συνιστά αρχή του ενωσιακού δικαίου (βλ. λ.χ. ΣτΕ 400/2020, 2221/2018, 1993/2016 επταμ., 2403/2015), αλλά και της ΕΣΔΑ (βλ. ΣτΕ 1993/2016 επταμ.), η οποία δεν ρυθμίζει το ζήτημα της δέσμευσης των διοικητικών δικαστηρίων από αθωωτικές αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων (πρβλ. ΕΔΔΑ 27.9.2007, Σταυρόπουλος, op.cit., σκέψη 37). Ειδικότερα, σύμφωνα με την ενωσιακή αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, απόκειται κατ’ αρχήν (με εξαίρεση, η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω, την περίπτωση που υπάρχει σχετική κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης) σε κάθε κράτος μέλος να θεσπίσει τους δικονομικούς κανόνες κατ’ εφαρμογή των οποίων παρέχεται έννομη προστασία των προβλεπόμενων από το ενωσιακό δίκαιο δικαιωμάτων των ιδιωτών, υπό την προϋπόθεση ότι οι κανόνες αυτοί, αφενός, δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που αφορούν παρόμοιες ένδικες προσφυγές βάσει του εσωτερικού δικαίου (αρχή της ισοδυναμίας) και, αφετέρου, δεν καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί το ενωσιακό δίκαιο (αρχή της αποτελεσματικότητας). Ζήτημα παραβίασης της αρχής της ισοδυναμίας δεν τίθεται, εν προκειμένω. Επιπλέον, γίνεται σεβαστή και η αρχή της αποτελεσματικότητας, δεδομένου ότι δεν καθίσταται αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερής η επίκληση και άσκηση από τον ιδιώτη, ενώπιον του αρμόδιου τακτικού διοικητικού δικαστηρίου, των δικαιωμάτων που του χορηγεί το ενωσιακό τελωνειακό δίκαιο. Άλλωστε, σε υπόθεση όπως η παρούσα, η ως άνω ερμηνεία εξυπηρετεί την ανάγκη διασφάλισης από τον διοικητικό δικαστή (που, κατά τα προεκτεθέντα, κρίνει με δύναμη δεδικασμένου το ζήτημα εάν τα επίμαχα εισαχθέντα εμπορεύματα απολαμβάνουν προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης) της υπεροχής και της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού τελωνειακού δικαίου, η οποία συμβάλλει στην ερμηνευτική προσέγγιση της αρχής του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτή κατοχυρώνεται στην ΕΣΔΑ και στο πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο (πρβλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 26.2.2013, C-399/11, Melloni, σκέψεις 57-63 και, ιδίως, ΣτΕ 272/2020, όσον αφορά την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ηπιότερης φορολογικής κύρωσης). Και τούτο, διότι το ποινικό δικαστήριο δέχθηκε, εν προκειμένω, ότι το επίμαχο φορτίο εμπορευμάτων ήταν ινδονησιακής καταγωγής, με βάση πιστοποιητικό καταγωγής, το οποίο, αφενός, κρίθηκε αιτιολογημένα από το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο ότι αναφερόταν σε φορτίο εμπορευμάτων διαφορετικό από το ένδικο και, αφετέρου, εκδόθηκε περίπου 17 μήνες μετά από την εισαγωγή των επίμαχων εμπορευμάτων στην Ελλάδα και αφού είχε ξεκινήσει έλεγχος της τελωνειακής αρχής για τη γνησιότητα του υποβληθέντος κατά την εισαγωγή πιστοποιητικού καταγωγής, χωρίς, όμως, να προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο διέλαβε ειδική και αιτιολογημένη κρίση περί της ταυτότητας των επίδικων εμπορευμάτων και εκείνων στα οποία αφορούσε το εκ των υστέρων εκδοθέν πιστοποιητικό καταγωγής, καθώς και ότι έλαβε υπόψη του και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 66 επ. του Κανονισμού της Επιτροπής 2454/1993 «για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα». Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 78 (παρ. 1 και 10), 81 (παρ. 1 και 2), 85 (παρ. 1 και 2) και 87 του ως άνω κοινοτικού Κανονισμού προκύπτουν τα ακόλουθα: […]. Οι ανωτέρω διατάξεις του ενωσιακού δικαίου δεν προβλέπουν δυνατότητα του εισαγωγέα να αντικαταστήσει (πολύ μετά από την εισαγωγή και, δη, μετά από την έναρξη του τελωνειακού ελέγχου) το μη γνήσιο πιστοποιητικό καταγωγής που υπέβαλε κατά την εισαγωγή των εμπορευμάτων, προκειμένου αυτά να τύχουν προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης, ούτε, άλλωστε, η τοιαύτη χρήση μη γνήσιου πιστοποιητικού καταγωγής θα μπορούσε ευλόγως να θεωρηθεί εξαιρετική περίπτωση αθέλητου σφάλματος ή παράλειψης, ικανή να δικαιολογήσει την εκ των υστέρων έκδοση πιστοποιητικού καταγωγής, δυνάμει του άρθρου 81 του προαναφερόμενου Κανονισμού. Επομένως, εν προκειμένω, η επίκληση από την αιτούσα μεταγενέστερου πιστοποιητικού καταγωγής έγινε κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου και δεν μπορούσε ούτε να θεμελιώσει νομίμως την ινδονησιακή καταγωγή και την προτιμησιακή δασμολογική μεταχείριση των επίμαχων εμπορευμάτων ούτε, περαιτέρω, να υπονομεύσει τη νομιμότητα του επίδικου καταλογισμού των διαφυγόντων κατά την εισαγωγή τους δασμών και φόρων, ενώ είναι διάφορο το ζήτημα της δυνατότητας λήψης υπόψη ενός τέτοιου πιστοποιητικού υπέρ του κατηγορούμενου για ποινικό αδίκημα λαθρεμπορίας.  

(Θ) Με βάση όσα κρίθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης περί παραβίασης των επιταγών του τεκμηρίου αθωότητας εκ του ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του αντίθετα προς την προαναφερόμενη αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Β΄ Τριμ. Πλημμελειοδικείου Πειραιά, όσον αφορά την καταγωγή των επίμαχων εμπορευμάτων. 

(Ι) Η συγκεκριμένη έκφανση του τεκμηρίου αθωότητας, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, αφορά στο δικαίωμα σεβασμού της τιμής και της αξιοπρέπειάς της και βρίσκει έρεισμα όχι μόνο στο άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ αλλά και στο δικαίωμα (σεβασμού του ιδιωτικού βίου της) που προστατεύει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (βλ. ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. 12.7.2013, Allen, op.cit., σκέψη 94 και ΕΔΔΑ 30.4.2015, Καπετάνιος και άλλοι, op.cit., σκέψη 83). Ωστόσο, η διοικητική δίκη επί της προσφυγής κατά πράξης επιβολής σε ορισμένο πρόσωπο δασμών ή/και φόρων αφορά στην αντικειμενική νομιμότητα της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης (ειδικότερα, στην εξ αντικειμένου ύπαρξη της οριζόμενης στο νόμο φορολογητέας ύλης/πράξης, στην οποία στηρίζεται η γένεση της επίδικης φορολογικής ενοχής, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας και, γενικότερα, παραβατικής συμπεριφοράς του υπόχρεου: βλ. ανωτέρω σκέψη 6) και όχι σε κάποιο εξ υποκειμένου δικαίωμα, όπως στο δικαίωμα σεβασμού της τιμής και της υπόληψης/προσωπικότητας του υπόχρεου (πρβλ. ΣτΕ 951/2018 επταμ.). Συνεπώς, λόγοι προσφυγής, στο πλαίσιο τέτοιας δίκης, προβάλλονται λυσιτελώς, εάν αφορούν στην αντικειμενική νομιμότητα της επίδικης διοικητικής πράξης. Αντίθετα, δεν είναι λυσιτελείς λόγοι προσφυγής και, περαιτέρω, έφεσης ή αναίρεσης που στηρίζονται στο δικαίωμα σεβασμού της τιμής και της αξιοπρέπειας του υπόχρεου. Πράγματι, το εν λόγω εξ υποκειμένου δικαίωμα δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να επηρεάσει την αντικειμενική νομιμότητα της διοικητικής πράξης επιβολής δασμών ή/και φόρων ούτε να θίξει την κατά το Σύνταγμα αρμοδιότητα του διοικητικού δικαστηρίου να κρίνει (αυτοτελώς) τη νομιμότητα της πράξης αυτής ή να ελέγξει για σφάλματα τη σχετική πρωτοβάθμια κρίση του κατώτερου διοικητικού δικαστηρίου. Είναι, δε, διάφορο το ζήτημα αν το ως άνω δικαίωμα μπορεί να αποτελέσει τη βάση για αξίωση/αγωγή αποζημίωσης έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω ηθικής βλάβης απορρέουσας από τη διατύπωση της απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου (πρβλ. ΕΔΔΑ 30.4.2015, Καπετάνιος και άλλοι, op.cit., σκέψη 113 και ΕΔΔΑ 9.6.2016, 66602/09, 71879/12, Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδας, σκέψη 72, σε συνδυασμό με ΣτΕ 1501/2014 Ολομ.). Η τοιαύτη ηθική βλάβη του υποκειμένου του δικαιώματος, εν πάση περιπτώσει, δεν καλύπτει ούτε συνάπτεται προς την υλική/οικονομική βλάβη του η οποία αντιστοιχεί στους επίμαχους δασμούς ή/και φόρους που αυτός οφείλει να πληρώσει δυνάμει της οικείας καταλογιστικής πράξης της φορολογικής Διοίκησης (πρβλ. ΕΔΔΑ 30.4.2015, Καπετάνιος και άλλοι, op.cit., σκέψη 113 και ΕΔΔΑ 9.6.2016, 66602/09, 71879/12, Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδας, σκέψη 72). Ο προαναφερόμενος τρόπος προστασίας του ως άνω δικαιώματος είναι επαρκώς αποτελεσματικός και συνιστά εκδήλωση της αρχής της διαδικαστικής και δικονομικής αυτονομίας του ελληνικού κράτους, στο πλαίσιο της οποίας ουδόλως επιβάλλεται η διάνοιξη μιας άλλης δικονομικής οδού προστασίας του δικαιώματος και, δη, εντός της διοικητικής δίκης που έχει ως αντικείμενο τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης επιβολής δασμών ή/και φόρων. Συνακόλουθα, έστω κι αν, ενδεχομένως,  χωρεί παραβίαση του ανωτέρω δικαιώματος από τη διατύπωση (του σκεπτικού) της σχετικής απόφασης διοικητικού δικαστηρίου, πάντως, η τοιαύτη προσβολή του παραπάνω δικαιώματος, ενόψει της φύσης και του περιεχομένου αυτού, δεν στοιχειοθετεί κάποιον από τους λόγους αναίρεσης που προβλέπει το άρθρο 56 παρ. 1 του π.δ. 18/1989. Ειδικότερα, (i) το ως άνω εξ υποκειμένου δικαίωμα δεν αποτελεί στοιχείο «του νόμου που διέπει την επίδικη έννομη σχέση» (φορολογική οφειλή), κατά την έννοια της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 56, (ii) το εν λόγω δικαίωμα δεν συνιστά «τύπο» της διαδικασίας έκδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου, κατά την έννοια της περίπτωσης γ΄ της ίδιας παραγράφου και (iii) η άσκηση από το διοικητικό δικαστήριο της κατά το Σύνταγμα αρμοδιότητάς του να κρίνει τη νομιμότητα της επίδικης διοικητικής πράξης επιβολής δασμών ή/και φόρων ή να ελέγξει για σφάλματα τη σχετική κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (στο πλαίσιο προσφυγής ή έφεσης, αντίστοιχα) δεν μπορεί να ενέχει «υπέρβαση καθηκόντων», κατά την έννοια της περίπτωσης α΄ της ίδιας παραγράφου. 

(ΙΑ) Σύμφωνα με όσα κρίθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης περί παραβίασης των επιταγών του τεκμηρίου αθωότητας πρέπει να απορριφθεί, επικουρικά, και ως αλυσιτελής.  

(ΙΒ) Η υιοθετηθείσα στις προηγούμενες σκέψεις έννοια των ενωσιακών αρχών του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, της διαδικαστικής και δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών και της αποτελεσματικής εφαρμογής του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου, σε υπόθεση όπως η παρούσα, είναι τόσο σαφής, ώστε να μην συντρέχει περίπτωση υποβολής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικού προδικαστικού ερωτήματος, κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, πρέπει δε να απορριφθεί ως αβάσιμο το οικείο αίτημα της αναιρεσείουσας. 

(ΙΓ) Περαιτέρω, είναι, εν πάση περιπτώσει, αλυσιτελής η επίκληση από την αναιρεσείουσα των διατάξεων του άρθρου 1 του (κυρωθέντος με το άρθρο 1 του ν. 4596/2019, Α΄ 32) 16ου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, οι οποίες δεν έχουν πεδίο εφαρμογής σε υπόθεση, όπως η παρούσα, που παρουσιάζει σύνδεσμο με το ενωσιακό (τελωνειακό) δίκαιο, ώστε να έλκονται προς εφαρμογή οι κανόνες του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου περί θεμελιωδών δικαιωμάτων (βλ. σχετικά και την αιτιολογική έκθεση του ν. 4596/2019, στην οποία σημειώνεται ότι «Είναι προφανές ότι εάν ανακύψει ζήτημα από την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου που θα ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 267 της [ΣΛΕΕ], το δικάζον δικαστήριο υποχρεούται [...] να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ. Συνεπώς, η δυνατότητα υποβολής αιτήματος γνωμοδότησης στο ΕΔΔΑ τελεί υπό την επιφύλαξη του άρθρου 267 [ΣΛΕΕ] και των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτό.»).

(ΙΔ) Επιπλέον, δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής του ανωτέρω ζητήματος ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 2 της (κυρωθείσας με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, Α΄ 256) ΕΣΔΑ στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 1 περίπτ. ε του Συντάγματος, διότι δεν στοιχειοθετείται αντίθεση, κατά την έννοια της εν λόγω συνταγματικής διάταξης, μεταξύ της παρούσας απόφασης και των αποφάσεων 124/2017 και 1824/2019 της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου που επικαλείται η αναιρεσείουσα (βλ. επίσης και ΕλΣυν 271/2019 Ολομ.), διότι (α) κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1 περίπτ. ε του Συντάγματος και 6 περίπτ. ε και 48 παρ. 1 του Κώδικα περί ΑΕΔ, για να υπάρξει αντίθεση μεταξύ των αποφάσεων των ανώτατων δικαστηρίων ως προς την έννοια τυπικού νόμου, για την άρση της οποίας ιδρύεται δικαιοδοσία του ΑΕΔ, πρέπει οι αποφάσεις αυτές να αναφέρονται στο ίδιο κρίσιμο νομικό ζήτημα με βάση τις ίδιες διατάξεις τυπικού νόμου και, συνακόλουθα, δεν συντρέχει αντίθεση, μεταξύ άλλων, όταν τα ανώτατα δικαστήρια δεν ερμήνευσαν αποκλειστικά και μόνο την ίδια διάταξη τυπικού νόμου, αλλά το ένα από αυτά την ερμήνευσε σε συνδυασμό και με άλλες διατάξεις και, ως εκ τούτου, το επιλυθέν ζήτημα δεν είναι το ίδιο, αλλά διαφορετικό (βλ. λ.χ. ΑΕΔ 2/2015, 5/2013), (β) οι ως άνω αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου αφορούν στο ζήτημα της δέσμευσης αυτού από αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, κατά την επίλυση διαφοράς από πράξη καταλογισμού δημοσιολογιστικής ευθύνης, προς αποκατάσταση ελλείμματος στη δημόσια διαχείριση, ενώ η παρούσα απόφαση αφορά στο διαφορετικό νομικό ζήτημα της δέσμευσης τακτικού διοικητικού δικαστηρίου από αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, κατά την επίλυση διαφοράς από διοικητική πράξη επιβολής των διαφυγόντων, κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων, δασμών και φόρων και (γ) η εν λόγω διαφοροποίηση του κριθέντος νομικού ζητήματος αντανακλάται και στις ερμηνευόμενες διατάξεις και αρχές, δεδομένου ότι η παρούσα απόφαση προβαίνει σε ερμηνεία του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ όχι αποκλειστικά ή μόνο σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του ΚΔΔ, αλλά επιπλέον σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα που μνημονεύονται στη σκέψη 9, καθώς και σε συνδυασμό με τη ρύθμιση του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, με την (κατοχυρωμένη στην ΕΣΔΑ και στο ενωσιακό δίκαιο) αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών και με την αρχή της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου, ήτοι στηρίζεται σε ερμηνεία ευρύτερου και (εν μέρει) διαφορετικού πλέγματος διατάξεων και αρχών, σε σχέση με τις διατάξεις που ερμηνεύουν οι παραπάνω αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου.         

(ΙΕ) Τούτων έπεται ότι η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, κατά το μέρος της που αφορά στην επιβολή στην αναιρεσείουσα δασμών και φόρων. 

send