logo-print

Ένορκη Διοικητική Εξέταση (Ε.Δ.Ε.) στο πλαίσιο του Υπαλληλικού Κώδικα (ν.3528/2007): Χρήσιμες πληροφορίες και οδηγίες

15/01/2020

Σε συνέχεια έγγραφων και προφορικών ερωτημάτων η αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών παρέχει πληροφορίες σχετικά με τη διενέργεια Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης (Ε.Δ.Ε.), σύμφωνα με το άρθρο 126 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν.3528/2007), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν.4057/2012 (Α’ 54), αποβλέποντας στην ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή των οικείων διατάξεων και τη διασφάλιση της αξιοπιστίας της εν λόγω διαδικασίας ως προκαταρκτικής ενέργειας στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας.

ΕΝΟΡΚΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ (Ε.Δ.Ε.) – Άρθρο 126 Υ.Κ., όπως ισχύει

Κατ’ εφαρμογή των οικείων διατάξεων η διαδικασία για την ανάθεση και διενέργεια Ε.Δ.Ε. περιγράφεται ως εξής:

Διαπίστωση ανάγκης διενέργειας ΕΔΕ (πότε και με ποιο σκοπό;)

--> Ανάθεση ΕΔΕ (από ποιον διατάσσεται, από ποιον ενεργείται, προθεσμία ολοκλήρωσης)

>--> Διενέργεια ΕΔΕ (ανακριτικές πράξεις)

--> Υποβολή αιτιολογημένης έκθεσης

--> Άσκηση πειθαρχικής δίωξης / Διενέργεια συμπληρωματικής ΕΔΕ / Ολοκλήρωση διαδικασίας χωρίς πειθαρχική Δίωξη - Αρχειοθέτηση

Πότε διενεργείται Ε.Δ.Ε. και ποιος ο σκοπός αυτής;

Ένορκη διοικητική εξέταση (Ε.Δ.Ε.) ενεργείται κάθε φορά που η υπηρεσία έχει α) σοβαρές υπόνοιες, δηλ. πληροφορίες αξιόλογες και σημαντικές ή β) σαφείς ενδείξεις, δηλ. σοβαρές ενδείξεις που είναι καταρχήν πειστικές, για τη διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος (Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα Α.Ι. Τάχος-Ι.Λ. Συμεωνίδης, Άρθρα 106-τρίτο, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2007, σελ. 1349 επ.).

Σκοπός της ΕΔΕ είναι η συλλογή στοιχείων (όχι άτυπη όπως στην προκαταρκτική εξέταση) για τη διαπίστωση:

i) της τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος,

ii) τον προσδιορισμό των προσώπων που τυχόν ευθύνονται και iii) τη διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες αυτό έχει τελεστεί, μεταξύ των οποίων και τη διερεύνηση των στοιχείων της υπαιτιότητας και του καταλογισμού (άρθρο 106 Υ.Κ.).

Η ΕΔΕ αποτελεί ανακριτική μέθοδο μεταξύ της προκαταρκτικής εξέτασης (άρθρο 125) και της πειθαρχικής ανάκρισης (άρθρο 127), με την οποία διευκολύνεται η διοίκηση για τυχόν εντοπισμό παραπτωμάτων και υπευθύνων, ώστε στη συνέχεια να κινηθεί, αν χρειασθεί, η πειθαρχική διαδικασία. Με αυτή διασφαλίζεται και το υπηρεσιακό κύρος αλλά και η προσωπικότητα του υπαλλήλου από αβάσιμες και αναπόδεικτες κατηγορίες και φήμες (ΝΣΚ 271/2001). Ένορκη διοικητική εξέταση (ΕΔΕ) δύναται να διαταχθεί και κατόπιν διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης σε περίπτωση που αυτός που ενεργεί την προκαταρκτική εξέταση κρίνει ότι το υπό εξέταση πειθαρχικό παράπτωμα χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.

Η ένορκη διοικητική εξέταση δεν συνιστά έναρξη πειθαρχικής δίωξης και δεν διακόπτει την παραγραφή του υπό εξέταση πειθαρχικού παραπτώματος. Με το δεδομένο αυτό δεν είναι δυνατόν στον υπάλληλο, κατά του οποίου συγκεντρώνονται υπόνοιες ή ενδείξεις για τη διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος, να αποδοθεί κατά το στάδιο της διενέργειας ΕΔΕ ο χαρακτηρισμός του κατηγορούμενου ή του πειθαρχικώς διωκόμενου. Επισημαίνεται δε ότι μέχρι την ολοκλήρωση της πειθαρχικής διαδικασίας που ενδεχομένως θα κινηθεί μετά την διενέργεια της ΕΔΕ και την έκδοση πειθαρχικής απόφασης ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας του υπαλλήλου κατ’ ανάλογη εφαρμογή του αντίστοιχου θεμελιώδους κανόνα του ποινικού δικαίου (ΝΣΚ 271/2001).

Ανάθεση ΕΔΕ

Την ένορκη διοικητική εξέταση έχει δικαίωμα να διατάξει οποιοσδήποτε πειθαρχικώς προϊστάμενος, όπως ορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 117 του Υ.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν.4057/2012 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 παρ. 2 του ν.4325/2015 (Παράρτημα – Υπόδειγμα 1).

Η ένορκη διοικητική εξέταση ανατίθεται και ενεργείται από μόνιμο υπάλληλο, ήτοι αποκλειστικά από υπάλληλο με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου, με βαθμό Α` του ίδιου Υπουργείου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (άρθρο 126 παρ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 41 του ν.4590/2019) και απαγορεύεται απόλυτα η ανάθεση διενέργειας ΕΔΕ σε υπάλληλο κατώτερου βαθμού εκείνου στον οποίο αποδίδεται η πράξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 126 του Υ.Κ., σύμφωνα με το οποίο η ΕΔΕ ενεργείται από ισόβαθμο υπάλληλο του εξεταζόμενου και του άρθρου 97 περ. γ’ του Υ.Κ., σύμφωνα με το οποίο μεταξύ υπαλλήλων του ίδιου κλάδου και βαθμού δεν υπάρχει προβάδισμα, προκύπτει ότι δεν απαιτείται ο ενεργών την ΕΔΕ υπάλληλος να είναι και αρχαιότερος του υπαλλήλου, στον οποίο αποδίδεται η πράξη (ΔΕφΑθ 62/2015, 1588/2008).

Κατά την κρίση του διατάσσοντος την διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης και βάσει των συνθηκών τέλεσης του υπό διερεύνηση πειθαρχικού παραπτώματος μπορεί, για λόγους διασφάλισης της αντικειμενικότητας, η ΕΔΕ να ανατίθεται και σε μόνιμο δημόσιο υπάλληλο με βαθμό Α’ άλλου Υπουργείου ή, προκειμένου για νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, του Υπουργείου που το εποπτεύει (άρθρο 126 παρ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 41 του ν.4590/2019). Επισημαίνεται ότι, δεδομένου ότι οι διατάξεις παρέχουν αυτή τη δυνατότητα, θα πρέπει οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι σταθμίζοντας τα πραγματικά περιστατικά κάθε περίπτωσης και την ανάγκη διασφάλισης της αντικειμενικότητας να εξετάζουν εάν συντρέχει λόγος ανάθεσης διενέργειας της Ε.Δ.Ε. σε μόνιμο δημόσιο υπάλληλο άλλου Υπουργείου ή, προκειμένου για νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, του Υπουργείου που το εποπτεύει.

Αν ο υπάλληλος, στον οποίο αποδίδεται η διάπραξη του πειθαρχικού παραπτώματος, είναι προϊστάμενος οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου, η εντολή για διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης ανατίθεται σε προϊστάμενο τουλάχιστον ίδιου επιπέδου οργανικής μονάδας.

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 13 του άρθρου 100 του ν.4622/2019, ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (Ε.Α.Δ.) μπορεί να προκαλέσει τη διενέργεια Ε.Δ.Ε., το πόρισμα της οποίας, πλήρως τεκμηριωμένο, του γνωστοποιείται χωρίς καθυστέρηση. Στην περίπτωση αυτή, εάν προκύψουν πειθαρχικές ευθύνες, η άσκηση πειθαρχικής δίωξης αποτελεί δέσμια διοικητική ενέργεια για τα αρμόδια όργανα, η οποία εκδηλώνεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα ημερών από την περιέλευση του πορίσματος. Η ανωτέρω Ε.Δ.Ε. ενεργείται, κατόπιν εντολής του Διοικητή της Αρχής, κατά παρέκκλιση των οριζομένων στις οικείες διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα, από Επιθεωρητές- Ελεγκτές της Αρχής, που ορίζονται από τον Διοικητή της Αρχής και έναν μόνιμο υπάλληλο με βαθμό τουλάχιστον Α΄ του ελεγχόμενου φορέα, αρχής ή υπηρεσίας, που προτείνεται αντίστοιχα από τον φορέα προέλευσής του, μέσα σε προθεσμία, η οποία ορίζεται στην οικεία πρόσκληση του Διοικητή της Αρχής. Αν παρέλθει άπρακτη η ταχθείσα ως άνω προθεσμία, ο Διοικητής της Αρχής αναθέτει τη διενέργεια της Ε.Δ.Ε. μόνο σε Επιθεωρητές-Ελεγκτές της Αρχής. Ο Διοικητής της Αρχής, όταν αναθέτει τη διενέργεια Ε.Δ.Ε. οφείλει να γνωστοποιεί τούτο με περίληψη του θέματος στον αρμόδιο επιθεωρητή-ελεγκτή και στην υπηρεσία στην οποία υπηρετεί ή ανήκει οργανικά ο υπάλληλος. Κατά τα λοιπά, η Ε.Δ.Ε. διενεργείται, σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τον οικείο φορέα, εάν δε δεν υπάρχει ειδική πρόβλεψη εφαρμόζονται αναλόγως οι αντίστοιχες διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα. Η άρνηση κατάθεσης σε διενεργούμενη, κατά τα ανωτέρω, Ε.Δ.Ε. αποτελεί αυτοτελές πειθαρχικό αδίκημα, το οποίο επισύρει την ποινή του προστίμου έως τις αποδοχές έξι μηνών. Αν από την Ε.Δ.Ε. που διενεργήθηκε, κατά τα ανωτέρω, διαπιστώνεται η διάπραξη πειθαρχικού αδικήματος από εκείνα που τιμωρούνται, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 109 του Υπαλληλικού Κώδικα, με την ποινή της οριστικής παύσης, ο Διοικητής της Αρχής (Ε.Α.Δ.) ασκεί ο ίδιος την πειθαρχική δίωξη και παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο. Οι Επιθεωρητές-Ελεγκτές που υπηρετούν στην Ε.Α.Δ. μπορούν να διεξάγουν Ε.Δ.Ε. κατόπιν σχετικής εντολής του Διοικητή της Αρχής, ο οποίος σε κάθε περίπτωση, μπορεί να ασκήσει ή να διατάξει την άσκηση πειθαρχικής δίωξης ή τη λήψη άλλων διοικητικών μέτρων, ενώ Ε.Δ.Ε.μπορεί επίσης να διενεργηθεί και κατά τη διάρκεια του ελέγχου, μετά από εισήγηση των Επιθεωρητών-Ελεγκτών και εντολή του Διοικητή της Αρχής και στην περίπτωση αυτή η Ε.Δ.Ε. διενεργείται μόνο από Επιθεωρητές-Ελεγκτές της Αρχής.

Ακόμη, σύμφωνα με την αριθ. 271/2001 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, κατά τη διενέργεια της ΕΔΕ δεν προβλέπεται ρητώς από τις διατάξεις του άρθρου 126 του Υ.Κ. δικαίωμα του υπαλλήλου, στον οποίον αποδίδεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος, να ζητήσει εξαίρεση του ενεργούντος αυτή, ενώ αντίστοιχη πρόβλεψη υπάρχει στο άρθρο 127 του Υ.Κ. για την πειθαρχική ανάκριση. Εντούτοις, εάν κατά τη διενέργεια ΕΔΕ προβληθεί και διαγνωσθεί η συνδρομή λόγων, που δικαιολογούν την εξαίρεση του διενεργούντος αυτή ή η ενεργηθείσα ΕΔΕ πάσχει εξ άλλου λόγου, αναφερόμενου είτε στο πρόσωπο του ενεργούντος αυτή είτε σε πλημμέλειες ή παραλείψεις ή παρατυπίες, που επιδρούν επί του κύρους αυτής ή δημιουργούν υπόνοιες στον κρινόμενο περί ελλείψεως αμεροληψίας και αντικειμενικότητας, πέραν ασφαλώς των δικαιολογημένων ίσως δυσαρεσκειών από την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων του ως διενεργούντος την ΕΔΕ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο διατάξας την ΕΔΕ πειθαρχικός προϊστάμενος, προς τον οποίο θα διατυπωθεί εγγράφως με αίτηση εξαιρέσεως του ενδιαφερομένου τυχόν σχετικό παράπονο κατά τη διάρκεια διενέργειας της ΕΔΕ ή ακόμη και αυτεπαγγέλτως- αν ήθελε υποπέσει στην αντίληψή του καθ’ οιονδήποτε τρόπο σχετική πληροφορία-οφείλει να ελέγξει τη βασιμότητα αυτών και να προβεί στις προσήκουσες προς αποκατάσταση τυχόν αδικιών ή απλώς προς άμβλυνση δικαιολογημένων ή, έστω, πιθανολογούμενων παραπόνων ενέργειες κατ’ εφαρμογή της αρχής της αμεροληψίας, ως γενικής αρχής του διοικητικού δικαίου (άρθρο 36 του Υ.Κ. -Κώλυμα Συμφέροντος και άρθρο 7 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας - ν.2690/1999).

Πάντως, η νόμιμη εκτέλεση των καθηκόντων με τις εντεύθεν δυσαρέσκειες ή δυσμενείς καταστάσεις που εκ της φύσης της διαδικασίας προκύπτουν, δεν μπορεί, χωρίς άλλα συγκεκριμένα και αποδεικνυόμενα στοιχεία, να θεμελιώσει την έννοια της έχθρας, γενικές δε και αόριστες αιτιάσεις, που δεν αποδεικνύουν κατά τρόπο συγκεκριμένο και σαφή λόγο εξαιρέσεως, δεν επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη. Ενέργεια, πάντως, που γίνεται παρά τη συνδρομή λόγου εξαιρέσεως, συνεπάγεται ακυρότητα της σχετικής διοικητικής πράξεως, λόγω του δημιουργούμενου τεκμηρίου επηρεασμού του ενεργήσαντος οργάνου, έστω και αν δεν αποδεικνύεται ότι η ληφθείσα απόφαση είναι πραγματικά μεροληπτική.

Η ένορκη διοικητική εξέταση περατώνεται εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία που κοινοποιήθηκε στον υπάλληλο η απόφαση ανάθεσης διεξαγωγής της. Ο υπάλληλος, ο οποίος διεξάγει την ένορκη διοικητική εξέταση, μπορεί να ζητήσει, με πλήρως αιτιολογημένη αίτησή του, παράταση της προθεσμίας αυτής έως ένα μήνα. Επισημαίνεται, ότι η εν λόγω προθεσμία προβλέφθηκε με τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα (ν.3528/2007) για λόγους επιτάχυνσης των διαδικασιών, οπότε εάν ο αναθέτων την Ε.Δ.Ε. κρίνει αιτιολογημένα ότι για λόγους δημοσίου συμφέροντος είναι επιτακτική η περάτωσή της σε λιγότερο χρόνο δύναται να τάξει στον διενεργούντα την Ε.Δ.Ε. συντομότερη προθεσμία από τους δύο (2) μήνες. Σε κάθε περίπτωση ισχύει το δικαίωμα του διενεργούντος την Ε.Δ.Ε. να ζητήσει, με πλήρως αιτιολογημένη αίτησή του, παράταση της προθεσμίας αυτής έως ένα μήνα.

Διενέργεια ΕΔΕ

Κατά παραπομπή των διατάξεων του άρθρου 126 του Υ.Κ., οι διατάξεις των παραγράφων 5, 7 και 8 του άρθρου 127 του Υ.Κ., καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 129 και 131 του Υ.Κ. που εφαρμόζονται για την πειθαρχική ανάκριση, εφαρμόζονται αναλόγως και για τη διενέργεια ΕΔΕ. Σύμφωνα με αυτές:

  • Η ΕΔΕ είναι μυστική.
  • Η ΕΔΕ μπορεί να επεκταθεί στην έρευνα και άλλων παραπτωμάτων του ίδιου υπαλλήλου, εφόσον προκύπτουν επαρκή στοιχεία.
  • Καθήκοντα γραμματέα εκτελεί υπάλληλος, ο οποίος ορίζεται από τον ενεργούντα την ΕΔΕ (Παράρτημα – Υπόδειγμα 2).

Όσον αφορά το ζήτημα της πρόσβασης στα στοιχεία της ΕΔΕ, σύμφωνα με τη γνωμοδότηση 501/2007 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, καθώς και άλλες γνωμοδοτήσεις που έχουν εκδοθεί από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για το ίδιο ζήτημα (451/2012, 454/2012, 457/2012, 458/2012), η μυστικότητα της ΕΔΕ δεν αίρεται με την υποβολή της πορισματικής εκθέσεως από εκείνον που τη διενεργεί, αλλά η διατήρησή της συνάπτεται με το εάν θα ασκηθεί συναφώς πειθαρχική δίωξη κατά των υπαλλήλων, στους οποίους η πορισματική έκθεση της ΕΔΕ αποδίδει τυχόν πειθαρχικές ευθύνες. Εάν με βάση την πορισματική έκθεση της ΕΔΕ ασκηθεί πειθαρχική δωξη, τότε ο πειθαρχικώς διωκόμενος μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στα στοιχεία της ΕΔΕ, πριν την υποβολή της απολογίας του, όπως ρητώς προβλέπει το άρθρο 135 παρ. 3 του Υ.Κ. Κατά το ενδιάμεσο διάστημα, μεταξύ της υποβολής της έκθεσης της ΕΔΕ και της τυχόν άσκησης πειθαρχικής δίωξης, διατηρείται η μυστικότητα της ΕΔΕ, για όσο διάστημα τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα βρίσκονται στο στάδιο μελέτης των στοιχείων της ΕΔΕ και για το λόγο αυτό δεν είναι επιτρεπτή η πρόσβαση στα στοιχεία της ΕΔΕ (πρβλ. ΝΣΚ 221/2007, 178/2000, 610/1999). Εάν, αντιθέτως, με βάση την ως άνω έκθεση της ΕΔΕ, κριθεί από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα ότι δεν πρέπει να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη κατά των εμπλεκόμενων δημοσίων υπαλλήλων και ο οικείος φάκελος τεθεί στο αρχείο, τότε πρόσβαση επί των στοιχείων αυτού μπορεί να αποκτήσει οποιοσδήποτε θεμελιώνει εύλογο ενδιαφέρον υπό τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που προβλέπει το άρθρο 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας ή τυχόν άλλες ειδικές διατάξεις.

Κατά την εξέταση του υπαλλήλου, στον οποίο αποδίδεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 130 παράγραφος 3 και 132 του Υ.Κ. για την εξέταση μαρτύρων και την εξέταση του υπαλλήλου, στον οποίο αποδίδεται η τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος αντίστοιχα.

ΕΞΕΤΑΣΗ ΜΑΡΤΥΡΩΝ

Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 130 του Υ.Κ. παρέχεται δικαίωμα εξέτασης μαρτύρων κατά τη διάρκεια διενέργειας της ΕΔΕ και μέχρι την εξέταση του υπαλλήλου, στον οποίο αποδίδεται η τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος, κατόπιν έγγραφης αίτησής του που απευθύνεται στον διενεργούντα την ΕΔΕ, ενώ ο διενεργών την ΕΔΕ υποχρεούται να εξετάσει τουλάχιστον πέντε από τους προτεινόμενους μάρτυρες. Η παράλειψη εξέτασης μάρτυρα που έχει προταθεί αποτελεί παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας (Παράρτημα – Υπόδειγμα 3 και 4).

Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως κατά τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Η μη εμφάνιση ή η άρνηση κατάθεσης μάρτυρα χωρίς εύλογη αιτία αποτελεί πλημμέλημα και, αν αυτός είναι δημόσιος υπάλληλος, και πειθαρχικό παράπτωμα (άρθρο 107 παρ. 1 περ. λ’ του ΥΚ, όπως ισχύει). Σύμφωνα με το άρθρο 218 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, που αφορά στη διαδικασία όρκου των μαρτύρων, «1. Κάθε μάρτυρας οφείλει, πριν εξετασθεί στο ακροατήριο, να ορκιστεί δημόσια. Προς τούτο ερωτάται, αν προτιμά να δώσει θρησκευτικό ή πολιτικό όρκο. 2. Ο τύπος του χριστιανικού όρκου έχει ως εξής: «Ορκίζομαι ενώπιον του θεού να πω όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, χωρίς να προσθέσω ούτε να κρύψω τίποτε». 3. Αν ο μάρτυρας πιστεύει σε θρησκεία ή δόγμα που ορίζει άλλο τύπο όρκου, δίνει τον όρκο σύμφωνα με αυτόν τον τύπο. 4. Ο πολιτικός όρκος δίνεται ως διαβεβαίωση με τον εξής τύπο: «Δηλώνω επικαλούμενος την τιμή και τη συνείδηση μου ότι θα πω όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, χωρίς να προσθέσω ούτε να κρύψω τίποτε».

Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται δικαίωμα του εξεταζόμενου υπαλλήλου να προτείνει μέχρι πέντε μάρτυρες, και αντίστοιχη υποχρέωση της Διοίκησης να εξετάσει τουλάχιστον αυτούς, αδιαφόρως αν, κατά την κρίση της, οι προταθέντες μάρτυρες είναι άσχετοι με την οικεία πειθαρχική υπόθεση ή η εξέτασή τους είναι απρόσφορη. Όμως, η εν λόγω πρόταση προς εξέταση μαρτύρων πρέπει να γίνει μέχρι το τέλος της ΕΔΕ ή, το αργότερο, μέχρι το χρόνο της απολογίας του πειθαρχικώς διωκόμενου, εφόσον, όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είχε δοθεί σε αυτόν η ευχέρεια πρότασης μαρτύρων κατά το στάδιο της ΕΔΕ (βλ. ΣτΕ 505/2010, 2480/2008, 1758/2007, ΔΕφΑθ 1299/2013 κ.α.). Δεν υφίσταται υποχρέωση του διενεργούντος την ΕΔΕ να εξετάσει μάρτυρες, κατ’ αντιπαράσταση, με τον ίδιο τον εξεταζόμενο κατόπιν αιτήματος του τελευταίου(ΔΕφΑθ 946/2015).

Επισημαίνεται, ότι σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 130 του Υ.Κ., αν η ένορκη διοικητική εξέταση δεν στρεφόταν κατά συγκεκριμένου προσώπου, το πειθαρχικό συμβούλιο, εφόσον τελικά επιληφθεί, υποχρεούται να διενεργήσει συμπληρωματική ανάκριση, προκειμένου να παρασχεθεί η δυνατότητα στον διωκόμενο να εξετασθεί ανωμοτί ή να προτείνει την εξέταση μαρτύρων, εκτός εάν αυτός δηλώσει ενώπιον του συμβουλίου ότι δεν επιθυμεί να εξετασθεί ανωμοτί ή να προτείνει την εξέταση μαρτύρων.

Επίσης, κατά τη διενέργεια της ΕΔΕ εφαρμόζονται αναλόγως και οι διατάξεις των άρθρων 129 και 131 του Υ.Κ. που αφορούν στις ανακριτικές πράξεις της αυτοψίας και του ορισμού πραγματογνωμόνων.

ΑΥΤΟΨΙΑ

Η αυτοψία διενεργείται αυτοπροσώπως από εκείνον που διενεργεί την ΕΔΕ με την παρουσία γραμματέα, με εξαίρεση την περίπτωση που η αυτοψία πρέπει να γίνει εκτός της έδρας του διενεργούντος την ΕΔΕ (άρθρο 129 παρ.1 και άρθρο 127 παρ.4 του Υ.Κ.).

Η αυτοψία δημόσιων εγγράφων ή εγγράφων ιδιωτικών που έχουν κατατεθεί σε δημόσια αρχή, διενεργείται στο γραφείο, όπου φυλάσσονται.

Έγγραφα που κατέχονται από ιδιώτη, παραδίδονται στον διενεργούντα την ΕΔΕ και επιστρέφονται υποχρεωτικώς μετά το τέλος της πειθαρχικής διαδικασίας. Κατ` εξαίρεση η αυτοψία ιδιωτικών εγγράφων, τα οποία είναι απολύτως αναγκαία για τη διεκπεραίωση τρέχουσας υπόθεσης του κατόχου τους ή άλλου προσώπου, διενεργείται από τον διενεργούντα την ΕΔΕ στον τόπο, όπου βρίσκονται.Ο διενεργών την ΕΔΕ, ύστερα από αίτηση του ιδιώτη, υποχρεούται να χορηγεί ατελώς απόδειξη παραλαβής και επίσημο αντίγραφο των εγγράφων που παραλήφθηκαν.

ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΝΕΣ

Ως πραγματογνώμονες ορίζονται από τον διενεργούντα την ΕΔΕ δημόσιοι υπάλληλοι, υπάλληλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και Ο.Τ.Α., καθώς και αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας και του λιμενικού σώματος (Παράρτημα – Υπόδειγμα 5).

Σε περιπτώσεις που η Ε.Δ.Ε. διενεργείται για τη διερεύνηση υποθέσεων, στις οποίες εμπλέκονται ανήλικοι, συνιστάται η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό (π.χ. παιδοψυχολόγους) προκειμένου να διαθέτουν τις κατάλληλες γνώσεις που θα συμβάλλουν στη διάγνωση και τεκμηρίωση των υπό διερεύνηση γεγονότων.

Οι πραγματογνώμονες, πριν από τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, ορκίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (άρθρο 194 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 39 παρ.1 του Ν.4055/2012). Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, αν ο πραγματογνώμονας δεν ορκισθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη αυτή, η πραγματογνωμοσύνη είναι άκυρη (Παράρτημα – Υπόδειγμα 6).

EΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ ΣΤΟΝ ΟΠΟΙΟΝ ΑΠΟΔΙΔΕΤΑΙ Η ΔΙΑΠΡΑΞΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΟΣ

Σύμφωνα με το άρθρο 132 του Υ.Κ. που εφαρμόζεται αναλόγως για τη διενέργεια ΕΔΕ, κατά την ΕΔΕ καλείται οπωσδήποτε για εξέταση ο υπάλληλος, στον οποίον αποδίδεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος (Παράρτημα – Υπόδειγμα 7). Ο διενεργών την ΕΔΕ έχει υποχρέωση να καλέσει για εξέταση τον υπάλληλο, στον οποίον αποδίδεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος, με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, καθώς η κλήση σε εξέταση αποτελεί ουσιώδη τύπο της διαδικασίας, η παράβαση του οποίου μπορεί ενδεχομένως να καλυφθεί στη συνέχεια της διαδικασίας με την εξέταση του διωκόμενου στο πλαίσιο της πειθαρχικής ανάκρισης ή την απολογία του, εφόσον ασκηθεί πειθαρχική δίωξη (ΣΕ 2245/1997, 2160/1971). (Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα Α.Ι. Τάχος-Ι.Λ. Συμεωνίδης, Άρθρα 106-τρίτο, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2007, σελ. 1379 επ.).

Ο υπάλληλος εξετάζεται ανωμοτί και μπορεί να παρίσταται μετά δικηγόρου, όχι όμως δια δικηγόρου, δηλαδή χωρίς την παρουσία του υπαλλήλου. Η μη προσέλευση του υπαλλήλου ή η άρνησή του να εξετασθεί, δεν εμποδίζει την πρόοδο της ΕΔΕ (Παράρτημα – Υπόδειγμα 9). Επισημαίνεται ότι ναι μεν η εξέταση του διωκόμενου κατά το άρθρο 132 του Υπαλληλικού Κώδικα είναι κατ’ αρχήν προφορική (σε αντιδιαστολή με την πρόβλεψη για έγγραφη υποβολή της απολογίας κατά το άρθρο 135), αυτό όμως δεν συνιστά απαγόρευση υποβολής έγγραφου υπομνήματος προκειμένου να ικανοποιηθεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα για προηγούμενη ακρόαση (άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος) και ως εκ τούτου το υπόμνημα αυτό, παρότι δεν υποκαθιστά την αυτοπρόσωπη παρουσία ενώπιον του διενεργούντος την Ε.Δ.Ε., θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και να μνημονευθεί στο πόρισμα της Ε.Δ.Ε.

Σύμφωνα με το άρθρο 138 του Υ.Κ., όπως έχει αντικατασταθεί και ισχύει, το οποίο αφορά στις κοινοποιήσεις εγγράφων στον διωκόμενο ή εν προκειμένω στον υπάλληλο, στον οποίο αποδίδεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος, η κλήση σε απολογία και κάθε πρόσκληση ή ειδοποίηση του εξεταζόμενου επιδίδονται με δικαστικό επιμελητή ή άλλο δημόσιο όργανο στον ίδιο προσωπικά ή στην κατοικία, που έχει δηλώσει στην υπηρεσία του, σε πρόσωπο με το οποίο συνοικεί. Για την επίδοση αυτή συντάσσεται αποδεικτικό. Εάν δεν καταστεί δυνατή η επίδοση για οποιοδήποτε λόγο, συμπεριλαμβανομένης και της περιπτώσεως αγνώστου διαμονής του εξεταζόμενου, το έγγραφο τοιχοκολλάται στο κατάστημα της υπηρεσίας του υπαλλήλου και συντάσσεται πρωτόκολλο που υπογράφεται από έναν μάρτυρα. Σε περίπτωση άρνησης παραλαβής, αυτός που διενεργεί την επίδοση συντάσσει πράξη στην οποία βεβαιώνεται η άρνηση (Παράρτημα – Υπόδειγμα 8).

Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τη διάταξη του εδ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 134 του Υ.Κ., όπως έχει αντικατασταθεί και ισχύει, η εξέταση του υπαλλήλου κατά το στάδιο της ένορκης διοικητικής εξέτασης ή της πειθαρχικής ανάκρισης σε καμία περίπτωση δεν αναπληρώνει την κλήση σε απολογία.

Υποβολή αιτιολογημένης έκθεσης

Η ένορκη διοικητική εξέταση ολοκληρώνεται με την υποβολή αιτιολογημένης έκθεσης του υπαλλήλου που την ενεργεί. Η έκθεση αυτή υποβάλλεται, με όλα τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν, στον πειθαρχικώς προϊστάμενο, ο οποίος διέταξε τη διενέργεια της εξέτασης.

Η έκθεση αυτή που πρέπει να είναι αιτιολογημένη, με την αιτιολογία να συνιστά ουσιώδη τύπο της διαδικασίας θα πρέπει να περιλαμβάνει τα εξής (Παράρτημα – Υπόδειγμα 10).

1. ΙΣΤΟΡΙΚΟ – Παρατίθεται το ιστορικό της υπόθεσης, τυχόν προκαταρκτική εξέταση που έχει προηγηθεί, η εντολή του διατάξαντα την ΕΔΕ, καθώς και τα συνοδευτικά έγγραφα και το νομικό πλαίσιο βάσει του οποίου ερευνάται η υπόθεση.

2. ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ – ΕΓΓΡΑΦΑ - Περιγράφονται οι ανακριτικές πράξεις και ενέργειες του διενεργήσαντα την ΕΔΕ (εξέταση μαρτύρων, αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη, εξέταση του υπαλλήλου και αναφέρονται τα έγγραφα που συνοδεύουν την υπόθεση, καθώς και εκείνα τα οποία ενδεχομένως κατατέθηκαν από μάρτυρες. Επίσης, αναφέρονται και εκείνα τα οποία ενδεχομένως ο διενεργών την ΕΔΕ ζήτησε και έλαβε από διάφορες υπηρεσίες ή από ιδιώτες

3. ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ – Περιλαμβάνει : α) Την ακριβή εκτίμηση των ληφθεισών μαρτυρικών καταθέσεων χωρίς να απαιτείται αντιγραφή του περιεχομένου τους, β) την ακριβή εκτίμηση των εγγράφων και όλου του αποδεικτικού υλικού γ) το συσχετισμό όλων των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν δ) το σχολιασμό όλων των παραπάνω με σκοπό την εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων και ε) τη διαβεβαίωση για το αν υπήρξε δόλος ή αμέλεια.

4. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΠΙΣΤΩΘΕΝΤΩΝ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΝ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΩΝ – Γίνεται ακριβής χαρακτηρισμός των πράξεων και παραλείψεων που συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα ή και των ποινικών αδικημάτων αν υπάρχουν, χωρίς να διατυπώνεται άποψη για την πιθανή ποινή που μπορεί να επιβληθεί.

5. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - Εκτίθενται τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τις διαπιστώσεις. Η διατύπωσή τους πρέπει να είναι σαφής.

Εφόσον με την έκθεση διαπιστώνεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο υπάλληλο, ο πειθαρχικώς προϊστάμενος υποχρεούται να ασκήσει πειθαρχική δίωξη εντός τριών (3) μηνών από την υποβολή της έκθεσης (άρθρο 126 παρ. 4 του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 41 του ν.4590/2019), ενώ σε περίπτωση που δεν προκύπτει τέτοια διαπίστωση μπορεί να θέτει την υπόθεση στο αρχείο.

Επιπλέον, αν από το περιεχόμενο της έκθεσης της Ε.Δ.Ε. προκύπτουν αμφιβολίες ως προς τη διάπραξη πειθαρχικών παραπτωμάτων ή και ως προς τα εμπλεκόμενα σε αυτά πρόσωπα, χωρίς όμως να αίρονται οι υπόνοιες που την προκάλεσαν, μπορεί να διαταχθεί η διενέργεια συμπληρωματικής Ε.Δ.Ε. Σε περίπτωση όμως που, παρά τις όποιες αμφιβολίες, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις διάπραξης τέτοιων παραπτωμάτων από συγκεκριμένα πρόσωπα, θα πρέπει να επιδιώκεται η περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης από το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο με τη διενέργεια πειθαρχικής ανάκρισης σύμφωνα με το άρθρο 128 του Υ.Κ. (ΝΣΚ 73/2012, 444/2012). Δεδομένου όμως ότι η Ε.Δ.Ε. ολοκληρώνεται με τη σύνταξη και υποβολή αιτιολογημένης έκθεσης, η εντολή για διεξαγωγή δεύτερης Ε.Δ.Ε. για τις ίδιες κατηγορίες αντίκειται στην αρχή της χρηστής διοίκησης (ΣτΕ 1626/1999), εκτός εάν έχουν προκύψει νεότερα στοιχεία στην ερευνόμενη υπόθεση.

Υπενθυμίζεται, ότι σύμφωνα με την αριθ. ΔΙΔΑΔ/Φ. 69/ 55 / 9899/15-4-2014 εγκύκλιο της Υπηρεσίας μας (ΑΔΑ: ΒΙΗΝΧ-ΧΧ5), η Ε.Δ.Ε., η οποία δεν συνιστά έναρξη πειθαρχικής δίωξης, δεν συμπεριλαμβάνεται στην έννοια της πειθαρχικής διαδικασίας κατά το άρθρο 114 του Υ.Κ. και δεν αναστέλλεται, μη εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή των διατάξεων του άρθρου 114 του Υ.Κ., προκειμένου να επιτυγχάνεται η γρήγορη διεκπεραίωση των πειθαρχικών υποθέσεων και να μην προκαλούνται προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών.

Οι αποδέκτες της παρούσας εγκυκλίου παρακαλούνται να την κοινοποιήσουν, με κάθε πρόσφορο τρόπο, στους υπαλλήλους και σε όλους τους φορείς που υπάγονται ή εποπτεύονται από αυτούς.

Οι Αποκεντρωμένες Διοικήσεις παρακαλούνται να κοινοποιήσουν την παρούσα στους ΟΤΑ β΄ βαθμού που εποπτεύουν και στα νομικά πρόσωπα αυτών, προκειμένου να διευκολυνθούν οι αρμόδιες υπηρεσίες κατά την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων.

Δείτε αναλυτικά την εγκύκλιο και τα υποδείγματα στο diavgeia.gov.gr

logo

Θέλετε να λαμβάνετε τις ενημερώσεις μας;

Είστε δικηγόρος και επιθυμείτε να προβληθείτε στο Lawspot;

Δημιουργήστε το λογαριασμό σας άμεσα και δωρεάν.

Δημιουργία λογαριασμού
send