logo-print

Μεταθανάτια Πληρεξουσιότητα

Πότε ισχύει μετά το θάνατο του Εντολέα

Είναι σύνηθες φαινόμενο στην καθημερινή δικηγορική και συμβολαιογραφική πρακτική να ορίζεται κατά τη σύνταξη ενός πληρεξουσίου ότι αυτό εξακολουθεί να ισχύει και για το μετά το θάνατο του εντολέα χρονικό διάστημα.

Μπορεί λοιπόν ο πληρεξούσιος να επικαλεστεί μια τέτοια πρόβλεψη και να ενεργήσει για έναν αποθανόντα εντολέα;

Κατά τη διάταξη τέλος του άρθρου 223 ΑΚ, η πληρεξουσιότητα, εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο, παύει με το θάνατο ή τη δικαιοπρακτική ανικανότητα αυτού που την έδωσε ή αυτού που την έλαβε. Από τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής συνάγεται ότι, καθιερώνεται μεν ως κανόνας ότι η πληρεξουσιότητα παύει με το θάνατο αυτού που την έδωσε, ορίζεται όμως ότι δεν αποκλείεται το αντίθετο, συνέχισή της δηλαδή και μετά το θάνατο του πληρεξουσιοδότη, αν αυτό προκύπτει άμεσα ή έμμεσα από τη σύμβαση ή από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ή από τη φύση των δικαιοπραξιών που ανατίθενται στον πληρεξούσιο. Στην περίπτωση αυτή, είτε πρόκειται για πληρεξουσιότητα που συνεχίζεται και μετά το θάνατο αυτού που την έδωσε, είτε παρέχεται για να ισχύσει μόνο μετά το θάνατό του (πληρεξουσιότητα μεταθανάτιας ενέργειας), είναι νόμιμη, έστω και αν η πράξη που πρόκειται να ενεργήσει ο πληρεξούσιος αναφέρεται στην μεταβίβαση ορισμένου περιουσιακού στοιχείου του πληρεξουσιοδότη (ΑΠ 1401/2019).

Από τη διάταξη του άρθρου 218 ΑΚ, που ορίζει ότι η πληρεξουσιότητα παύει με ανάκληση, η δε παραίτηση από το δικαίωμα ανάκλησης είναι άκυρη, εφόσον η πληρεξουσιότητα αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου, και εκείνη του άρθρου 724 ΑΚ, που ορίζει ότι ο εντολέας έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή οποτεδήποτε, ενώ αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη, εκτός αν η εντολή αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου ή τρίτου συνάγεται ότι, ναι μεν η πληρεξουσιότητα και η τυχόν εντολή που αποκτάται με αυτήν είναι κατ` αρχήν ελευθέρως ανακλητή λόγω του προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα της, όμως από το δικαίωμα της ανάκλησης χωρεί κατ` εξαίρεση παραίτηση, που καθιστά αμετάκλητη την πληρεξουσιότητα (και την εντολή), εφόσον αυτή αποσκοπεί στην αποκλειστική ή έστω και παράλληλη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του αντιπροσώπου ή τρίτου ή αν αφορά συνάμα το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου και του πληρεξουσίου του (αντιπροσώπου) ή τρίτου, οπότε καθίστανται ανέκκλητες (ΑΠ 486/2017, ΑΠ 392/2006, ΑΠ 1108/1984).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 223 ΑΚ, η πληρεξουσιότητα, εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο, παύει με το θάνατο ή τη δικαιοπρακτική ανικανότητα αυτού που την έδωσε ή αυτού που την έλαβε. Από τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής συνάγεται ότι, καθιερώνεται μεν ως κανόνας ότι η πληρεξουσιότητα παύει με το θάνατο αυτού που την έδωσε, ορίζεται όμως ότι δεν αποκλείεται το αντίθετο, συνέχισή της δηλαδή και μετά το θάνατο του πληρεξουσιοδότη, αν αυτό προκύπτει άμεσα ή έμμεσα από τη σύμβαση ή από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ή από τη φύση των δικαιοπραξιών που ανατίθενται στον πληρεξούσιο. Στην περίπτωση αυτή, είτε πρόκειται για πληρεξουσιότητα που συνεχίζεται και μετά το θάνατο αυτού που την έδωσε, είτε παρέχεται για να ισχύσει μόνο μετά το θάνατό του (πληρεξουσιότητα μεταθανάτιας ενέργειας), είναι νόμιμη, έστω και αν η πράξη που πρόκειται να ενεργήσει ο πληρεξούσιος αναφέρεται στην μεταβίβαση ορισμένου περιουσιακού στοιχείου του πληρεξουσιοδότη. Βέβαια, μετά το θάνατο οι δικαιοπραξίες του πληρεξουσίου με τρίτους, ή με τον εαυτό του σε περίπτωση αυτοσύμβασης, καταρτίζονται στο όνομα των κληρονόμων (ΑΚ 1710), που μπορούν φυσικά να ανακαλέσουν την πληρεξουσιότητα με τους ίδιους όρους που θα μπορούσε να το κάνει αυτός που την έδωσε. Ακυρότητα τέτοιας πληρεξουσιότητας και της πράξης του πληρεξουσίου μετά το θάνατο αυτού που την έδωσε, μπορεί να δημιουργηθεί μόνο αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με τη μεθόδευση αυτή καταστρατηγούνται αναγκαστικού δικαίου ορισμοί του κληρονομικού δικαίου, όπως είναι η απαγόρευση κληρονομικών συμβάσεων. Τέτοια όμως σύμβαση, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 368 ΑΚ, δεν αποτελεί ούτε η πληρεξουσιότητα ούτε η σύμβαση μεταβίβασης μετά το θάνατο του πληρεξουσιοδότη ειδικού περιουσιακού στοιχείου που δεν αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, αφού είναι δυνατόν, σε κάθε περίπτωση, να επιτευχθεί με σύμβαση αμετάκλητης δωρεάς αιτία θανάτου (άρθρα 2032, 2034 ΑΚ).

Επιπλέον, η μεταθανάτια αυτή πληρεξουσιότητα, που δίδεται για μεταβίβαση ορισμένου περιουσιακού στοιχείου, αποτελεί ενοχική επιβάρυνση του αιτία θανάτου διαδόχου (κληρονόμου ή κληροδόχου), που μπορεί να γίνει νόμιμα όχι μόνο με διαθήκη, αλλά και ανεξάρτητα απ` αυτή, δεδομένου ότι, σύμφωνα και με το άρθρο 1710 ΑΚ, η αποκλειστικότητα της διαθήκης για μεταβιβάσεις με αιτία το θάνατο περιορίζεται στην άμεση και αυτοδίκαιη μεταβίβαση σε περίπτωση θανάτου και όχι στις ενοχικές επιβαρύνσεις του αιτία θανάτου διαδόχου, που από καμιά διάταξη δεν απαγορεύεται να γίνουν και με άλλο τύπο, εκτός από τη διαθήκη, ενόψει της και συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας των συμβάσεων. Αντίθετα, από τη διάταξη του άρθρου 368 εδ. α` ΑΚ, που ορίζει ότι "σύμβαση για την κληρονομία προσώπου που ζει είτε με το ίδιο είτε με τρίτο πρόσωπο είτε για ολόκληρη είτε για ποσοστό της, είναι άκυρη", συνάγεται ότι η προβλεπόμενη απ` αυτήν απόλυτη ακυρότητα πλήττει συμβάσεις, οι οποίες αφορούν στο σύνολο της κληρονομίας ή σε ποσοστό αυτής. Στις κατά την εν λόγω διάταξη απαγορευμένες πράξεις εμπίπτουν όχι μόνο οι χαριστικές, αλλά και οι επαχθείς (με αντάλλαγμα) περιουσιακές επιδόσεις. Ακόμη, η ίδια διάταξη, ναι μεν αναφέρεται σε σύμβαση, πλην όμως η σχετική απαγόρευση για την ταυτότητα του νομικού λόγου καταλαμβάνει και την πληρεξουσιότητα (ΑΠ 617/2004).

Επίσης, ανεξάρτητα από την ως άνω ρητή απαγόρευση της ΑΚ 368 εδ. α`, το ανεπίτρεπτο πράξεων εν ζωή, που ρυθμίζουν την τύχη της περιουσίας μετά θάνατον ως συνόλου ή ποσοστού της, προκύπτει και από την αποκλειστικότητα στο θέμα αυτό των διατάξεων του κληρονομικού δικαίου, το όλο πνεύμα των οποίων, αλλά και η σαφής πρώτη διάταξή του, δηλαδή η ΑΚ 1710 παρ.1, γνωρίζουν μόνο το νόμο ή τη διαθήκη ως μέσα που μπορούν να καθορίζουν τη μεταβίβαση της περιουσίας ενός προσώπου ως συνόλου ή ποσοστού της μετά το θάνατό του σε άλλο πρόσωπο, άρα δεν αναγνωρίζουν για το σκοπό αυτό άλλη δικαιοπραξία και ιδίως μάλιστα την πληρεξουσιότητα μεταθανάτιας ενέργειας. Η ελευθερία του διατιθέναι παρέχει άλλωστε στο διαθέτη ευρεία εξουσία ως προς το περιεχόμενο της διαθήκης και επομένως ως προς τη ρύθμιση της τύχης της περιουσίας μετά το θάνατο, ώστε να ικανοποιείται επαρκώς στο ζήτημα αυτό η ιδιωτική του αυτονομία.

Με τα δεδομένα αυτά η εντολή και πληρεξουσιότητα του πληρεξουσιοδότη προς τον πληρεξούσιο στο μέτρο που παρέχεται εξουσία διάθεσης του συνόλου της περιουσίας του πληρεξουσιοδότη ή ποσοστού της μετά το θάνατό του υπέρ ορισμένων προσώπων είναι άκυρη ως αντικειμένη στις διατάξεις των άρθρων 368 εδ. α` και 1710 παρ.1 ΑΚ και η τυχόν παρά ταύτα σύναψη σύμβασης από τον πληρεξούσιο δυνάμει αυτής της πληρεξουσιότητας θα κριθεί κατά τις ΑΚ 229 επ ΑΚ.

Δρ. Ευάγγελος Μαργαρίτης

Ο Δρ. Ευάγγελος Μαργαρίτης είναι Δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω. Υπηρετεί στη Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών Εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αθηνών Εταιρεία Ανάπτυξης και Αξιοποίησης Ακινήτων. Διατέλεσε Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Αστικού Δικαίου στη Νομική...

Ζητήματα από την εφαρμογή του κανονισμού 1215/2012 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία και την Εκτέλεση Αποφασεων

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΕΛΗΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Συναινετικό διαζύγιο και γονική μέριμνα

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΠΥΡΙΔΑΚΗΣ

send