logo-print

Μισθώσεις με μισθωτή το Δημόσιο: Μέρος Α - Προϋποθέσεις Σύναψης

Δεν είναι σπάνια η περίπτωση που ένας ιδιοκτήτης εκμισθώνει το ακίνητό του στο Δημόσιο.

Άλλωστε, κατά κανόνα σύμφωνα με το νόμο, οι Δημόσιες Υπηρεσίες στεγάζονται σε κτίρια ιδιοκτησίας του Δημοσίου. Οπoυ το Δημόσιο δεν διαθέτει δικά του κτίρια ή τα διαθέσιμα είναι ακατάλληλα, προβαίνει στην ανέγερση ή αγορά κτιρίων για τη στέγαση των υπηρεσιών του.

Βασικό ερώτημα. Εφαρμόζεται ή όχι η γενική νομοθεσία περί μισθώσεων, από το π.δ. 34/1995, όπως τροποποιήθηκε.

Δεύτερο ερώτημα. Δικαιοδοσία έχουν τα αστικά ή τα διοικητικά δικαστήρια για την επίλυση διαφορών;

Ως προς το πρώτο ερώτημα, η απάντηση είναι αρνητική. Η μίσθωση με μισθωτή το Δημόσιο διέπεται από ειδικό νομοθετικό καθεστώς, το Ν. 3130/2003.

Για να γίνει μίσθωση με το δημόσιο μισθωτή, απαιτείται ειδική διοικητική διαδικασία.

Αρμόδια υπηρεσία σύναψης μισθώσεων ακινήτων για τη στέγαση των Δημοσίων Υπηρεσιών και την κάλυψη των λειτουργικών τους αναγκών είναι η Κτηματική Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας ζητείται να μισθωθούν τα ακίνητα.

Για να αρχίσει η διαδικασία μίσθωσης ακινήτου, ο προϊστάμενος της προς στέγαση υπηρεσίας ή η προϊσταμένη αυτής αρχή απευθύνει σχετικό αίτημα προς την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία. Αν η υπηρεσία είναι ήδη στεγασμένη, η αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία, δέκα τουλάχιστον μήνες πριν τη λήξη της μίσθωσης, της απευθύνει έγγραφο, με το οποίο ζητεί να πληροφορηθεί για την αναγκαιότητα σύναψης νέας μίσθωσης. Πάντως η υπηρεσία αυτή υποχρεούται οκτώ τουλάχιστον μήνες πριν τη λήξη της ισχύουσας μίσθωσης να απευθύνει στην Κτηματική υπηρεσία το αίτημά της. Στη συνέχεια, συνέρχεται η Επιτροπή Στέγασης, που γνωμοδοτεί κατά το νόμο.  Αν σύμφωνα με τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Στέγασης, στην περιοχή αναζήτησης του ακινήτου δεν υπάρχει δημόσιο ακίνητο, το οποίο να καλύπτει τις στεγαστικές ανάγκες της ενδιαφερόμενης υπηρεσίας, με βάση τη γνωμοδότηση αυτή και την έγκριση της σχετικής πίστωσης, ο Προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας συντάσσει σχέδιο διακήρυξης δημοπρασίας, το οποίο, συνοδευόμενο από τα πιο πάνω έγγραφα, υποβάλλεται για έγκριση στον Υπουργό Οικονομικών.

Περιεχόμενο διακήρυξης. Η διακήρυξη δημοπρασίας περιέχει: α) τον τίτλο της υπηρεσίας που πρόκειται να στεγασθεί, β) το είδος του ακινήτου που ζητείται για μίσθωση με συνοπτική περιγραφή των χώρων και των αντίστοιχων επιφανειών, γ) την περιοχή που πρέπει να βρίσκεται το ακίνητο, δ) τις ιδιαίτερες συνθήκες που πρέπει να πληροί το ακίνητο, ε) τους γενικούς όρους μίσθωσης, όπως αυτοί αναφέρονται στο νόμο αυτόν, στ) τη διάρκεια της μίσθωσης, ζ) το ανώτατο όριο μηνιαίου ή ετήσιου μισθώματος και τους όρους αναπροσαρμογής του, η) την ημέρα, ώρα, διάρκεια και τόπο διενέργειας της δημοπρασίας στην έδρα της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας και θ) πρόσθετους ή ειδικούς όρους.

Η δημοπρασία διεξάγεται ενώπιον της Επιτροπής Στέγασης. Η Επιτροπή Στέγασης, μέσα σε διάστημα δέκα ημερών από την ολοκλήρωση της αυτοψίας σε όλα τα προσφερθέντα για μίσθωση ακίνητα, συντάσσει πρακτικό, με το οποίο γνωμοδοτεί εάν κάθε ακίνητο πληροί τους όρους της σχετικής διακήρυξης και για την καταλληλότητά του, με υπόδειξη των εργασιών που απαιτούνται. Το πρακτικό επιδίδεται σε όσους υπέβαλαν προσφορές κατά τη δημοπρασία και τοιχοκολλάται έξω από τα γραφεία της υπηρεσίας που εξέδωσε τη διακήρυξη. Συγχρόνως, όσοι πρόσφεραν ακίνητα για μίσθωση που κρίθηκαν κατάλληλα προσκαλούνται, αφού αποδεχθούν εγγράφως τους όρους του πρακτικού της προηγούμενης παραγράφου, να λάβουν μέρος στην προφορική μειοδοτική δημοπρασία ενώπιον της Επιτροπής. Η Επιτροπή συνεδριάζει δημόσια και σε συγκεκριμένη ημέρα και ώρα που απέχει τουλάχιστον δέκα ημέρες από τη σύνταξη του πρακτικού της προηγούμενης παραγράφου. Εφόσον ιδιοκτήτης ακινήτου, το οποίο κρίθηκε κατάλληλο, διατυπώσει αντιρρήσεις περί της αποδοχής των όρων του πρακτικού καταλληλότητας, η Επιτροπή Στέγασης συντάσσει συμπληρωματικό πρακτικό, με το οποίο αποδέχεται ή όχι τις αντιρρήσεις.

Όσοι κατά τη διακήρυξη πρόσφεραν για μίσθωση ακίνητα τα οποία κρίθηκαν κατάλληλα, μειοδοτούν προφορικά επί της χαμηλότερης προσφοράς. Οι μειοδοτικές αυτές προσφορές γράφονται κατά σειρά σε πρακτικό και εκφωνούνται με το όνομα του κάθε μειοδότη.

Κατόπιν τήρησης ενδιάμεσης διαδικασίας, συντάσσεται πρακτικό της Επιτροπής, που στέλνεται για έγκριση στον αρμόδιο Υπουργό. Με την ίδια απόφαση έγκρισης δίδεται εντολή στον προϊστάμενο της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας, προς την οποία απευθύνεται η απόφαση, να την επιδώσει με απόδειξη στον μειοδότη και να τον καλέσει μέσα σε προθεσμία που τάσσει να προσέλθει για την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης.

Και ακολουθεί η σύμβαση μίσθωσης. Σε περίπτωση μη προσέλευσης του αναδειχθέντος μειοδότη μέσα στην ορισμένη προθεσμία για την υπογραφή της σύμβασης μίσθωσης, τότε, με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο μειοδότης κηρύσσεται έκπτωτος και η εγγύηση συμμετοχής του καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου ως δημόσιο έσοδο. Με την ίδια απόφαση δίνεται εντολή στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία να επαναληφθεί η δημοπρασία, στην οποία δεν μπορεί να συμμετέχει ο μειοδότης που κηρύχθηκε έκπτωτος.

Ο  εκμισθωτής έχει υποχρέωση με την έναρξη της μίσθωσης, όπως αναφέρεται στη σύμβαση, να παραδώσει το μίσθιο στη χρήση του Δημοσίου κατάλληλο και σύμφωνο προς τους όρους της διακήρυξης, της απόφασης έγκρισης και της σύμβασης της μίσθωσης. Διαφορετικά η μίσθωση λύεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και καταπίπτει η εγγύηση που έχει κατατεθεί υπέρ του Δημοσίου. Το Δημόσιο προβαίνει σε νέα μίσθωση χωρίς δημοπρασία και ο μειοδότης υποχρεώνεται σε αποζημίωση του Δημοσίου για τη μη προσήκουσα παράδοση του μισθίου, ίση με το 1/10 του μηνιαίου μισθώματος της σύμβασης για κάθε ημέρα καθυστέρησης μέχρι την οριστική στέγαση της Υπηρεσίας σε άλλο κατάλληλο ακίνητο, που βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο και εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.). Η υποχρέωση αποζημίωσης του 1/10 του μηνιαίου μισθώματος της προηγούμενης παραγράφου επέρχεται και αν δεν παραδοθεί εμπρόθεσμα το μίσθιο. Οι συνέπειες της μη εμπρόθεσμης παράδοσης δεν επέρχονται σε περιπτώσεις καθυστερήσεων που οφείλονται σε υπαιτιότητα του Δημοσίου ή σε ανωτέρα βία ή σε τυχαίο γεγονός.

Ως προς το δεύτερο ερώτημα, η απάντηση είναι τα πολιτικά δικαστήρια. Με τις διατάξεις του ν. 3130/2003 δεν θεσπίζεται, όσον αφορά τη σύναψη και εκτέλεση της σύμβασης μισθώσεως, εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς που εξασφαλίζει στο Δημόσιο, ως μισθωτή, υπερέχουσα θέση, μη προσιδιάζουσα σε σύμβαση ιδιωτικού δικαίου (πρβλ. ΑΕΔ 3/1999, ΣτΕ 120/94). Ως εκ τούτου, οι συναπτόμενες, κατά τις διατάξεις του Ν. 3130/2003, συμβάσεις μίσθωσης ακινήτων δεν έχουν το χαρακτήρα διοικητικών συμβάσεων και συνεπώς, οι διαφορές που ανακύπτουν από τις εν λόγω συμβάσεις, οι οποίες συνάπτονται από το Ελληνικό Δημόσιο για τη στέγαση των υπηρεσιών του, ως εν προκειμένω, είναι ιδιωτικές υπαγόμενες στη δικαιοδοσία των Πολιτικών Δικαστηρίων.

Δρ. Ευάγγελος Μαργαρίτης

Ο Δρ. Ευάγγελος Μαργαρίτης είναι Δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω. Υπηρετεί στη Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών Εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αθηνών Εταιρεία Ανάπτυξης και Αξιοποίησης Ακινήτων. Διατέλεσε Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Αστικού Δικαίου στη Νομική...

Ποινικός Κώδικας - Κατ΄ άρθρο Νομολογία, 2η έκδ., 2024
Διεθνής εμπορική διαιτησία - Τόμος Ι -Β έκδοση