logo-print

Τα δημοψηφίσματα από τη σκοπιά του διεθνούς και του εθνικού δικαίου

Χ. Μ. Ακριβοπούλου & Ν. Γαρυπίδης

Για καλύτερη κατανόηση, διαβάστε την εισαγωγή της μελέτης «Επανεξετάζοντας την αμεσότητα του δημοψηφίσματος στη θεωρία και την πράξη».

1. H Επιτροπή της Βενετίας ως όργανο ‘συνταγματικής αρχιτεκτονικής’ στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης

Η ‘Επιτροπή για τη Δημοκρατία μέσω του Δικαίου’ κυρίως γνωστή ως Επιτροπή της Βενετίας αποτελεί συμβουλευτικό σώμα του Συμβουλίου της Ευρώπης και καθιερώθηκε το 1990. Βασική αποστολή της, να ηγηθεί μετά την πτώση του τείχους της υιοθέτησης Συνταγμάτων στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, τα οποία να εναρμονίζονται με τα standards της ευρωπαϊκής συνταγματικής κληρονομιάς. Η Επιτροπή της Βενετίας σταδιακά διεύρυνε τον αρχικό της ρόλο με αποτέλεσμα σήμερα να θεωρείται όχι μόνο ένα όργανο ‘συνταγματικής αρχιτεκτονικής’ αλλά ένα διεθνώς αναγνωρισμένο think tank, το οποίο συμβάλει στη διάχυση των θεμελιακών αξιών του ευρωπαϊκού συνταγματισμού και πέρα από τα όρια της ευρωπαϊκής ηπείρου, καθοδηγώντας διεθνείς συνταγματικές δράσεις και παρεμβάσεις.

Η Επιτροπή της Βενετίας συνεδριάζει σε ολομέλεια δυο φορές το χρόνο στη Μεγάλη Σχολή του San Giovanni Evangelista, στη Βενετία. Ιδρύθηκε το 1990 στο πλαίσιο μιας μερικής συμφωνίας μεταξύ 18 κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, όμως το Φλεβάρη του 2002 διευρύνθηκε επιτρέποντας σε μη ευρωπαϊκά κράτη να γίνουν πλήρη μέλη της1. Η Επιτροπή της Βενετίας αποτελείται από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες οι οποίοι έχουν συμβάλει με τη συμμετοχή τους στην ανάπτυξη των δημοκρατικών θεσμών, του δικαίου και της πολιτικής επιστήμης (ακαδημαϊκοί, συνταγματολόγοι, διεθνολόγοι, δικαστές συνταγματικών δικαστηρίων) και εκλέγονται κάθε τέσσερα χρόνια.

Βασικός στόχος της Επιτροπής της Βενετίας είναι η διάδοση και ολοκλήρωση των τριών πυλώνων της ευρωπαϊκής δημοκρατικής κληρονομίας, δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα και κράτος δικαίου, ιδίως στις πολιτείες εκείνες που τελούν ή τελούσαν σε μετάβαση προς τη δημοκρατία (πρώην ανατολικά κράτη, κράτη της λατινικής Αμερικής κλπ.). Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή λειτουργεί ως όργανο συνταγματικής μηχανικής παρέχοντας συνταγματική βοήθεια σε κράτη, προκειμένου αυτά να εισάγουν δημοκρατικούς θεσμούς, θεσμούς προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου ή να προβούν στην υιοθέτηση συχνά ex nihilo συνταγματικών κειμένων. Γνωμοδοτεί ελέγχοντας τη δημοκρατικότητα εκλογικών ή δημοψηφισματικών διαδικασιών, καθώς και απαγόρευσης κομμάτων, ενώ μεταφέρει συνταγματική τεχνογνωσία μέσα από τη συνεργασία της με τους ενδιαφερόμενους εταίρους, τα εθνικά Συνταγματικά Δικαστήρια, τη συνταγματική και νομική θεωρία και τους εθνικούς Ombudsman2.

Τα δυο κεντρικά motto της Επιτροπής είναι ουσιαστικά δυο. Πρώτον ότι η δημοκρατία δεν συνιστά ένα στοιχείο μετάβασης προς ένα άλλο καθεστώς αλλά αποτελεί την ίδια τη μετάβαση το βαθμό που όπως ο Sergio Bartole υπογραμμίζει, «αν δεν υπάρχει δημοκρατία δεν υπάρχει πουθενά να μεταβείς»3 . Δεύτερον, ότι δεν είναι δυνατή η ύπαρξη μιας δημοκρατίας χωρίς δίκαιο4 . Στην ουσία, κατά την άποψη της Επιτροπής, το δίκαιο δε συνιστά μια απλή προϋπόθεση, έναν παράγοντα δημοκρατίας αλλά είναι το ίδιο ταυτισμένο με τη δημοκρατία. Μια ουσιαστική, πραγματική δημοκρατία δεν είναι κατά τη συλλογιστική αυτή δυνατόν να λειτουργήσει χωρίς το κατάλληλο εκείνο δικαιϊκό πλαίσιο το οποίο να παρέχει τους κανόνες οι οποίοι διασφαλίζουν το δημοκρατικό fair play και οι οποίοι λειτουργούν ως ανάχωμα και εγγύηση έναντι της αυθαιρεσίας.

Βασικό πεδίο ενεργοποίησης της Επιτροπής της Βενετίας αλλά και γενεσιουργός αιτία της ίδρυσής της υπήρξε η πτώση του τείχους και η μετάβαση προς τη δημοκρατία για τις πρώην κομμουνιστικές χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Παρά το γεγονός ότι υπήρχε η σχετική ευρωπαϊκή εμπειρία της μετάβασης προς τη δημοκρατία από δικτατορικά καθεστώτα στις περιπτώσεις της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Ελλάδας η περίπτωση των πρώην κομμουνιστικών, ανατολικών χωρών υπήρξε εντελώς διαφορετική. Έτσι, αν για παράδειγμα στην Ισπανική περίπτωση η μετάβαση προς τη δημοκρατία είχε χαρακτήρα καθαρά εσωτερικό και βασίστηκε στη συναίνεση που δημιουργήθηκε μεταξύ των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που επιθυμούσαν τη δημοκρατική μεταβολή (πολιτικά κόμματα, συνδικαλιστικές, επιχειρηματικές και εργοδοτικές οργανώσεις),5 στην περίπτωση των πρώην κομμουνιστικών, ανατολικών κρατών, η ανάγκη εσωτερικής μετάβασης εξαρτήθηκε στενά από την άσκηση της πίεσης των διεθνών οργανισμών. Η εσωτερική δομή των κοινωνιών των πρώην κομμουνιστικών κρατών της ανατολικής Ευρώπης, η υπάρχουσα ισχυρή νομενκλατούρα, η ισχνή δυναμική της κοινωνίας των πολιτών, η ολική μεταστροφή προς την οικονομία της αγοράς αλλά και η μετάβαση προς ένα νέο διεθνές πολιτικό στρατόπεδο (από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας προς το Νάτο και άλλους διεθνείς Οργανισμούς) επέβαλλαν αυτή την πραγματικότητα6.

Αξιοποιώντας τη μετάβαση αυτή ως ‘συνταγματικό εργαστήριο’ η Επιτροπή της Βενετίας υλοποίησε το μεγαλύτερο πείραμα σε συνταγματικό επίπεδο διεθνώς. Τη δημιουργία ενός σώματος κατευθυντήριων αρχών και κανόνων που να συμπυκνώνουν τις βασικές αξίες και τις θεμελιώδεις συνταγματικές πρακτικές του ευρωπαϊκού πολιτισμού της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να συνιστούν τη βάση το έδαφος για την υλοποίηση ενός διεθνούς συνταγματισμού. Σήμερα, ο ρόλος αυτός έχει υπερβεί τον αρχικό του ορίζοντα, έχει υπερβεί την ανάγκη υποβοήθησης των πρώην κομμουνιστικών, ανατολικών κρατών στη μετάβασή τους προς τη δημοκρατία, αποκτώντας έναν γενικότερο χαρακτήρα, αφενός γεωγραφικό αφού η δράση της Επιτροπής επεκτείνεται και προς τη Λατινική Αμερική και αφετέρου ουσιαστικό, στο βαθμό που η εμπειρία της έχει συμπυκνωθεί σε μια σειρά από κείμενα κατευθυντήριων αρχών με σημαντικότερα τον ‘Κώδικα Βέλτιστης Πρακτικής για τα Εκλογικά Ζητήματα’ και τον ‘Κώδικα Βέλτιστης Πρακτικής για τα Δημοψηφίσματα’. Τα κείμενα αυτά χωρίς να έχουν άμεση δεσμευτικότητα ξεπερνούν τον κοινό ευρωπαϊκό μέσο όρο του είναι των δημοκρατικών θεσμών κατευθύνοντας προς το δέον της δημοκρατικής τους λειτουργίας. Η σημασία τους φαίνεται ειδικότερα στο ότι είναι δυνατόν να γονιμοποιήσουν μια κριτική αποτίμηση για τους δημοκρατικούς θεσμούς και τη νομοθετική και πρακτική τους υλοποίηση στο πλαίσιο των επιμέρους εθνικών εννόμων τάξεων.

2. Ο ‘Κώδικας Βέλτιστης Πρακτικής για τα Δημοψηφίσματα’: επιμέρους αρχές, ειδικές ρυθμίσεις και ερμηνευτικές κατευθύνσεις

Οι ‘Κατευθυντήριες Γραμμές για τη Διεξαγωγή Δημοψηφισμάτων’ (Κώδικας Βέλτιστης Πρακτικής για τα Δημοψηφίσματα) υιοθετήθηκαν από την ‘Επιτροπή για τις Δημοκρατικές Εκλογές’ και την Επιτροπή της Βενετίας στις 12 και 1-14 Οκτωβρίου 2006 αντίστοιχα. Πρόκειται για ένα κείμενο-πλαίσιο με στόχο την κωδικοποίηση των βασικών αρχών της ευρωπαϊκής κληρονομιάς στο ειδικότερο πεδίο των δημοψηφισμάτων. Από πολλές απόψεις το κείμενο αυτό συνιστά προέκταση του αντίστοιχου ‘Κώδικα Βέλτιστης Πρακτικής σε Εκλογικά Ζητήματα’ που υιοθετήθηκε από την Επιτροπή της Βενετίας στις 5-6 Ιουλίου και 18-19 Οκτωβρίου 20027.

Ο ‘Κώδικας Βέλτιστης Πρακτικής για τα Δημοψηφίσματα’ αποτελείται από τέσσερα μέρη. Το πρώτο αναλύει τις βασικές, θεμελιακές για τη διενέργεια των δημοψηφισμάτων αρχές, όπως αυτές απορρέουν από την ευρωπαϊκή εκλογική κληρονομιά, το δεύτερο εξετάζει τις προϋποθέσεις πρακτικής εφαρμογής των αρχών αυτών ενώ το τρίτο την ισχύ, τις επιπτώσεις των δημοψηφισμάτων αλλά και τους ειδικότερους κανόνες που πρέπει να διέπουν τα δημοψηφίσματα λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας. Το κείμενο, παρά το γεγονός ότι στοχεύει να συνθέσει επιμέρους αρχές του κοινού ευρωπαϊκού συνταγματικού δικαίου στο πεδίο των δημοψηφισμάτων, υπερβαίνει κατά πολύ τον αρχικό του στόχο. Έτσι, πολλές από τις διατάξεις ενσωματώνουν την κριτική της ‘Επιτροπής της Βενετίας’ σε πρακτικές που τα ευρωπαϊκά κράτη εσφαλμένα ακολουθούν αναφορικά με τη διενέργεια των δημοψηφισμάτων, ενώ εισάγει ασφαλιστικές δικλείδες στις οποίες αποτυπώνεται η αντίληψη της Επιτροπής ως προς τον ουσιαστικό και όχι διαδικαστικό δημοκρατικό χαρακτήρα των δημοψηφισμάτων. Στο πλαίσιο του Κώδικα, το δημοψήφισμα δε γίνεται κατανοητό απλώς ως μια διαδικασία αλλά ως μια ουσιαστική, διαλογική αποτύπωση των αποφάσεων που ένα εκλογικό σώμα πρέπει να λαμβάνει σε καθεστώς ελευθερίας διαμόρφωσης της πολιτικής του βούλησης.

α. Οι θεμελιώδεις αρχές της δημοψηφισματικής διαδικασίας

Ο ‘Κώδικας Βέλτιστης Πρακτικής για τα δημοψηφίσματα’ επεξεργάζεται μια σειρά από αρχές θεμελιώδεις για τα δημοψηφίσματα αλλά και για κάθε εκλογική διαδικασία. Έτσι, στο άρθρο Ι. 1.1 προσδιορίζεται η αναγκαιότητα τήρησης της αρχής της καθολικότητας της ψηφοφορίας ως δικαίωμα όλων στην ψήφο με προϋποθέσεις την ηλικία της ενηλικίωσης και την ιθαγένεια και εξαιρέσεις την πνευματική ανικανότητα και την ποινική καταδίκη, εφόσον έχει εκδοθεί σχετική δικαστική απόφαση. Ο Κώδικας ρητά, ωστόσο, κατευθύνει προς την αναγνώριση δικαιώματος ψήφου σε τοπικές δημοψηφισματικές διαδικασίες και για τους αλλοδαπούς που έχουν συμπληρώσει μια περίοδο διαμονής, θέτοντας ως ανώτερό της όριο το χρονικό διάστημα των έξι μηνών. Παράλληλα, συνιστά την απονομή δικαιώματος ψήφου στους πολίτες που κατοικούν εκτός επικρατείας8. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται από τον Κώδικα και προκειμένου να καταστεί αποτελεσματική στην πράξη η απόλαυση της καθολικότητας της ψηφοφορίας, στη διαρκή ενημέρωση των εκλογικών καταλόγων, καθώς και στη δημοσιότητά τους (άρθρο Ι. 1.2).

Η ουσιαστική διάσταση της δημοψηφισματικής διαδικασίας τονίζεται στο άρθρο Ι. 2 του Κώδικα όπου η αρχή της ισότητας της ψήφου αναλύεται μέσα από την οπτική της ισότητας στην παροχή ευκαιριών (άρθρο Ι. 2.2) και της ελευθερίας διαμόρφωσης άποψης κατά τη δημοψηφισματική διαδικασία (άρθρο Ι. 2.3). Ειδικότερα, ο Κώδικας ορίζει ότι κάθε ψηφοφόρος διαθέτει μια ψήφο ή ίσο αριθμό ψήφων, εφόσον το εκλογικό σύστημα προβλέπει πολλαπλή ψήφο σε εναλλακτικές επιλογές. Η ισότητα στην παροχή ευκαιριών θα πρέπει σύμφωνα με τον Κώδικα να είναι αντικείμενο εγγύησης όσον αφορά τη δημόσια χρηματοδότηση, την τηλεοπτική προβολή και τη διενέργεια εκστρατείας από τους φορείς, κόμματα και κοινωνία των πολιτών που υποστηρίζουν θέσεις υπέρ ή κατά του περιεχομένου του δημοψηφίσματος9. Συγκεκριμένα, ο Κώδικας επισημαίνει ότι η χρηματοδότηση θα πρέπει να είναι ευρεία, αντίστοιχη προς την εκλογική και να περιλαμβάνει όλους εκείνους τους φορείς, την κοινωνία των πολιτών που πέρα από τα κόμματα υποστηρίζει θέσεις υπέρ ή κατά του περιεχομένου του δημοψηφίσματος, εφόσον εκπροσωπεί ένα ελάχιστο ποσοστό του εκλογικού σώματος, ενώ υπογραμμίζεται ότι η χρηματοδότηση μπορεί να είναι τόσο τυπική όσο και αναλογική. Ειδική πρόβλεψη περιέχεται στον Κώδικα για την προστασία της αρχής της ισότητας στην περίπτωση των εθνικών μειονοτήτων βάσει της οποίας απαγορεύεται η απόκλιση από τους συνήθεις κανόνες αναλογικής καταμέτρησης των ψήφων στις περιπτώσεις δημοψηφισμάτων που αφορούν εθνικές μειονότητες, καθώς και η επιβολή της υποχρέωσης αποκάλυψης της εθνικής ταυτότητας στους ψηφοφόρους10 .

Η πιο σημαντική εγγύηση υπέρ της ισότητας αλλά και η θεμελιακότερη για τη διενέργεια μιας δημοψηφισματικής διαδικασίας η οποία να αποτυπώνει τη γνήσια και αυθεντική Ι. 3.1 και αφορά την προστασία της ελευθερίας της ψηφοφορίας και ειδικότερα την εγγύηση του δικαιώματος των ψηφοφόρων στην ελεύθερη διαμόρφωση άποψης. Στο πλαίσιο αυτό, ο Κώδικας θέτει δυο βασικές προϋποθέσεις. Πρώτον, υπογραμμίζει την ανάγκη για απόλυτη ουδετερότητα των δημόσιων και διοικητικών αρχών ως προς τις αντιτιθέμενες θέσεις και ως προς το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και την πλήρη αποχή τους από την κάθε είδους ενίσχυση των εκατέρωθεν συγκρουόμενων στο πλαίσιό του απόψεων11. Δεύτερον, αναδεικνύει τη σημασία της ορθής διατύπωσης του ερωτήματος ή των ερωτημάτων του δημοψηφίσματος προκειμένου να διασφαλιστεί η ουσιαστικά «ανόθευτη» διεξαγωγή του. Έτσι, σύμφωνα με τον Κώδικα το ερώτημα το οποίο θα τεθεί σε ψήφο θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο, δε θα πρέπει να είναι παραπλανητικό, δε θα πρέπει να είναι καθοδηγητικό ως προς μια συγκεκριμένη απάντηση, οι ψηφοφόροι θα πρέπει να είναι ενήμεροι για τα αποτελέσματά του, να μπορούν να απαντήσουν στα ερωτήματα που τους τίθενται με ένα ναι ή με ένα όχι ή με μια λευκή ψήφο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Κώδικα αναγκαία είναι η προηγούμενη έγκαιρη αντικειμενική και πλήρης ενημέρωση των ψηφοφόρων ως προς το κείμενο που υποβάλλεται σε δημοψήφισμα, την αιτιολογική του έκθεση, καθώς και το υλικό της εκστρατείας των αντιτιθέμενων ως προς το περιεχόμενό του απόψεων.

Ιδιαίτερες είναι οι εγγυήσεις που συνιστά ο Κώδικας αναφορικά με την ταυτόχρονη διασφάλιση της ελευθερίας των ψηφοφόρων να εκφράσουν τις επιλογές τους, καθώς και την αντιμετώπιση φαινομένων εκλογικής νοθείας. Σύμφωνα με τον Κώδικα, θα πρέπει να διασφαλίζεται η κατανόηση της εκλογικής διαδικασίας από τους ψηφοφόρους αλλά και η προσβασιμότητα της. Ιδιαίτερη είναι η μνεία του Κώδικα στις εγγυήσεις που θα πρέπει να συνοδεύουν την επιστολική και ηλεκτρονική ψήφο (άρθρο Ι. 3.2 περίπτωση iii και iv). Έτσι, η επιστολική ψήφος είναι δυνατόν να περιοριστεί μόνο σε συγκεκριμένες κατηγορίες ψηφοφόρων που τελούν σε αδυναμία άμεσης πρόσβασης των καταστημάτων ψηφοφορίας (φυλακισμένοι, ασθενείς, εκτός επικρατείας), ενώ προϋποθέτει την ύπαρξη μιας ασφαλούς και αξιόπιστης ταχυδρομικής υπηρεσίας. Αντίστοιχα, η ηλεκτρονική ψήφος θα πρέπει να ακολουθεί τις κατευθύνσεις της σχετικής Σύστασης της Επιτροπής των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης12. Πρόκειται για κατευθύνσεις που διασφαλίζουν ότι η χρήση της τεχνολογίας στην εκλογική διαδικασία θα λαμβάνει χώρα με όρους και βούληση του εκλογικού σώματος, είναι αυτή που εμπεριέχεται στο άρθρο προϋποθέσεις που θα διασφαλίζουν ένα ασφαλές και αξιόπιστο εκλογικό αποτέλεσμα. Ειδικότερα, η ηλεκτρονική ψήφος κατά τις κατευθύνσεις του Κώδικα προϋποθέτει ένα τεχνικά εύρωστο και αξιόπιστο τεχνικά σύστημα, ανοιχτό σε ανεξάρτητο έλεγχο, προσβάσιμο στους ψηφοφόρους και διαφανές. Ιδιαίτερες εγγυήσεις επιβάλλονται από τον Κώδικα και στις περιπτώσεις ψήφου μέσω αντιπροσώπων (άρθρο Ι. 3.2 v) αλλά και αναφορικά με την τήρηση της μυστικότητας της ψήφου (άρθρο Ι. 4).

β. Οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την αποτελεσματική εφαρμογή των θεμελιωδών αρχών της δημοψηφισματικής διαδικασίας

Περαιτέρω, ο Κώδικας εγγυάται μια σειρά από τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την αποτελεσματική εφαρμογή των θεμελιωδών αρχών της δημοψηφισματικής διαδικασίας. Ειδικότερα, όπως το άρθρο ΙΙ. 1 ορίζει αναγκαία ουσιαστική προϋπόθεση ενός δημοψηφίσματος το οποίο θα αποτυπώνει με τρόπο γνήσιο και αυθεντικό την ανεπηρέαστη βούληση του εκλογικού σώματος είναι η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ιδίως αυτών που προστατεύουν την ελευθερία έκφρασης, ανταλλαγής ιδεών και απόψεων, καθώς και των δικαιωμάτων συλλογικής δράσης, της ελευθερίας συνένωσης, ίδρυσης πολιτικού κόμματος και του δικαιώματος του συνέρχεσθαι. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο ΙΙ. 2 το κανονιστικό πλαίσιο ρύθμισης της δημοψηφισματικής διαδικασίας θα πρέπει να τελεί τουλάχιστον στο επίπεδο του κοινού νόμου ή σε ανώτερο επίπεδο από αυτόν και δεν θα πρέπει να έχει αναθεωρηθεί για ένα τουλάχιστον έτος πριν από τη διενέργεια δημοψηφίσματος13.

Σημαντική είναι η εγγύηση που προβλέπεται στο άρθρο ΙΙ. 3.1 υπερ της ύπαρξης ενός αμερόληπτου οργάνου διοργάνωσης του δημοψηφίσματος αλλά και η δυνατότητα εποπτείας του από διεθνείς παρατηρητές ήδη από τη φάση της εκστρατείας έως και την καταμέτρηση των ψήφων σύμφωνα με το άρθρο ΙΙ. 3.2. Ιδιαίτερα σημαντική είναι εγκατάσταση ενός αποτελεσματικού σύστημα προσφυγής προσβάσιμο στους πολίτες-ψηφοφόρους (είναι δυνατόν ωστόσο να επιβληθεί ένα ποσοστό προσφυγών προκειμένου να ενεργοποιηθεί το σχετικό δικαίωμά τους), με περιορισμένες τυπικές προϋποθέσεις, το οποίο να απευθύνεται σε ένα αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο όργανο και να παρέχει τη δυνατότητα ελέγχου όλων των σταδίων της δημοψηφισματικής διαδικασίας και ακύρωσης ολικά ή τοπικά των αποτελεσμάτων του (άρθρο ΙΙ 3.3). Τέλος, ρητά υπογραμμίζεται η αναγκαιότητα απαγόρευσης χρήσης δημοσίων πόρων από τις διοικητικές αρχές, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η υποστήριξη της δημοψηφισματικής διαδικασίας.

γ. Ισχύς, κανονιστικές επιπτώσεις των δημοψηφισμάτων και δημοψηφίσματα λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας.

Κατά τον Κώδικα (άρθρο ΙΙΙ 1.) είναι ουσιαστικής σημασίας ο σεβασμός στην αρχή του κράτους δικαίου αναφορικά με τη διενέργεια της δημοψηφισματικής διαδικασίας. Έτσι, όπως υπογραμμίζεται, τα δημοψηφίσματα δεν είναι δυνατόν να διεξαχθούν αν δεν προβλέπονται στο Σύνταγμα ή το νόμο και δεν είναι δυνατόν επίσης να υποκαταστήσουν ή να υφαρπάξουν αρμοδιότητες άλλων οργάνων (πχ. τη νομοθετική λειτουργία του Κοινοβουλίου).

Ιδιαίτερης σημασίας είναι οι εγγυήσεις που ο Κώδικας συνιστά αναφορικά με τη διαδικαστική και την ουσιαστική ισχύ των κειμένων που υποβάλλονται σε δημοψήφισμα (άρθρο ΙΙΙ. 2). Καταρχήν, ο τρόπος διατύπωσης των υπό δημοψήφισμα ερωτημάτων θα πρέπει να εγγυάται την ενότητα της μορφής τους δηλαδή να μην συνδέει ένα εξειδικευμένο σχέδιο αναθεώρησης ενός νόμου ή ενός συνταγματικού κειμένου με μια ένα γενικά διατυπωμένο ερώτημα επί της αρχής14. Επιπλέον, ο τρόπος διατύπωσης του ερωτήματος ή ερωτημάτων του δημοψηφίσματος θα πρέπει να διαθέτει ενότητα περιεχομένου. Έτσι, εκτός από την περίπτωση μιας ολικής αναθεώρησης ενός Συντάγματος ή νόμου θα πρέπει να υπάρχει μια προφανής σύνδεση μεταξύ των περισσότερων του ενός ερωτημάτων τα οποία τίθενται σε ψήφο και κυρίως προκειμένου να προστατευθεί η ελευθερία της ψηφοφορίας, ο ψηφοφόρος δεν θα πρέπει να δέχεται ή να απορρίπτει ως σύνολο ρυθμίσεις οι οποίες δεν συνδέονται με τρόπο εμφανή μεταξύ τους15.

Περαιτέρω, ο Κώδικας συνιστά να εγγυάται η ενότητα στην ιεραρχία των πηγών του δικαίου, δηλαδή να μην υποβάλλεται στους ψηφοφόρους ερώτημα το οποίο να αφορά ταυτόχρονα ρυθμίσεις που κείνται σε διαφορετικά επίπεδα της ιεραρχίας των πηγών του δικαίου. Τέλος, από μια ουσιαστική σκοπιά υπογραμμίζεται (άρθρο ΙΙΙ. 3) ότι τα κείμενα τα οποία υπόκεινται σε δημοψήφισμα πρέπει να τελούν σε συμφωνία με όλες τις ιεραρχικά ανώτερες πηγές του δικαίου, καθώς και με αυτές που θεωρούνται θεμελιακές από τη σκοπιά των διεθνών υποχρεώσεων του κράτους και ιδίως με τους τρεις πυλώνες του Συμβουλίου της Ευρώπης (Δημοκρατία, Ανθρώπινα Δικαιώματα και Κράτος Δικαίου).

Κατά το άρθρο ΙΙΙ. 4 του Κώδικα θα πρέπει να τίθενται σε εφαρμογή ειδικοί κανόνες για τα δημοψηφίσματα λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, τα οποία καταρχήν θα πρέπει να γίνονται δεκτά μόνο όπου και όταν προβλέπονται από το Σύνταγμα. Κατά τον Κώδικα, οποιοσδήποτε απολαμβάνει πολιτικά δικαιώματα έχει τη δυνατότητα να υπογράφει σε τέτοιου είδους πρωτοβουλίες, ενώ ακόμη και αν δεν διαθέτει πολιτικά δικαιώματα είναι δυνατόν να συλλέγει υπογραφές. Οι υπογραφές θα πρέπει να ελέγχονται, όπως και το περιεχόμενο της πρότασης που προτείνεται για δημοψήφισμα, ιδίως ως προς το αν είναι συγκεχυμένο, παραπλανητικό ή χειραγωγικό. Στις περιπτώσεις που ένα δημοψήφισμα τίθεται προς ψήφιση από μια μερίδα του εκλογικού σώματος ή από κάποιο άλλο συνταγματικό όργανο (Κυβέρνηση ή Πρόεδρος) ο Κώδικας συνιστά την παροχή μιας μη δεσμευτικής γνώμης από το Κοινοβούλιο αναφορικά με το κείμενο το οποίο τίθεται σε δημοψήφισμα (άρθρο ΙΙΙ. 6). Ειδικότερα, αναφορικά με τα δημοψηφίσματα λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας το Κοινοβούλιο διαθέτει τη δυνατότητα να προτείνει ακόμη και μια πρόταση αντίθετη έναντι αυτής που έχει τεθεί σε δημοψήφισμα.

Εξονυχιστική είναι η ανάλυση στην οποία ο Κώδικας προβαίνει αναφορικά με τις συνέπειες και τις κανονιστικές επιπτώσεις των δημοψηφισμάτων (άρθρο ΙΙΙ. 5). Έτσι, ο Κώδικας συνιστά η τροποποίηση των κανόνων που αφορούν τα δημοψηφίσματα να τίθεται πάντα υπό την έγκριση του εκλογικού σώματος. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι εφόσον έχει διενεργηθεί δημοψήφισμα λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας κατόπιν αιτήματος μιας μερίδας του εκλογικού σώματος, θα πρέπει να καθίσταται δυνατή η διοργάνωση ενός δεύτερου δημοψηφίσματος επί του ίδιου θέματος, εφόσον αυτό ζητηθεί από μια άλλη μερίδα του εκλογικού σώματος και μετά την πάροδο μιας εύλογης χρονικής περιόδου. Τα ίδια αποτελέσματα θα πρέπει να έχει και η διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος με πρωτοβουλία ενός οργάνου άλλου από το Κοινοβούλιο, περίπτωση στην οποία μετά την πάροδο εύλογου χρόνου δίνει τη δυνατότητα στο Κοινοβούλιο να ζητήσει την αναθεώρηση του αποτελέσματός του με κοινοβουλευτικά μέσα16.

Ειδικότερα, σε επίπεδο γενικών αρχών, σύμφωνα με τον Κώδικα, όταν ένα δημοψήφισμα είναι νομικά δεσμευτικό αν: α) μια πρόταση είχε απορριφθεί σε δημοψήφισμα είναι δυνατόν για μια συγκεκριμένη και τιθέμενη χρονική περίοδο να μην μπορεί να υιοθετηθεί χωρίς δημοψήφισμα και β) είναι δυνατόν μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα μια πρόταση που είχε γίνει αποδεκτή να μην μπορεί να αναθεωρηθεί μέσω άλλης οδού. Παράλληλα, η αναθεώρηση ενός κανόνα ανώτερου ιεραρχικά (πχ. Συνταγματικού) ο οποίος τελεί σε αντίθεση με τη λαϊκή ψήφο όπως αυτή εκφράστηκε μέσω του δημοψηφίσματος θα πρέπει στο πλαίσιο της συγκεκριμένης αυτής περιόδου επίσης να αποφεύγεται σύμφωνα με τον Κώδικα. Ειδικά ως προς τις επιπτώσεις τους (άρθρο ΙΙΙ. 8), ο Κώδικας συνιστά τα αποτελέσματα των νομικά δεσμευτικών ή συμβουλευτικών δημοψηφισμάτων να εξειδικεύονται ρητά στο Σύνταγμα ή στο νόμο. Επιπλέον, επισημαίνει ότι δημοψηφίσματα επί ζητημάτων αρχής ή γενικόλογες προτάσεις δημοψηφίσματος δε θα πρέπει να διαθέτουν δεσμευτικό χαρακτήρα17, ενώ σε αντίθετη περίπτωση τα αποτελέσματά τους θα πρέπει να εξειδικεύονται ρητά στο Σύνταγμα ή το νόμο.

Ειδική είναι η ρύθμιση που ο Κώδικας εισάγει αναφορικά με την τοποθέτηση ποσοστού αποδοχής ή απόρριψης του δημοψηφίσματος (άρθρο ΙΙΙ. 7). Έτσι, σύμφωνα με τον Κώδικα θα πρέπει να αποφεύγεται η τοποθέτηση ενός ποσοστού από το οποίο θα εξαρτάται η ενεργοποίηση του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος διότι στην περίπτωση αυτή ουσιαστικά οι ψηφοφόροι που απείχαν εξομοιώνονται με όσους καταψήφισαν την σχετική πρόταση δημοψηφίσματος18. Στο ίδιο πλαίσιο, ο Κώδικας συνιστά να μην προβλέπεται ένα ποσοστό για την αποδοχή του δημοψηφίσματος, πρακτική η οποία εγκυμονεί πολιτικούς κινδύνους στην περίπτωση που τελικά το δημοψήφισμα υπερψηφιστεί αλλά δεν συμπληρωθεί η απαιτούμενη πλειοψηφία19.

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Επιτροπή της Βενετίας με τον Κώδικα αναγνωρίζει τη δημοψηφισματική διαδικασία ως μια εκλογική διαδικασία sui generis, με τα δικά της δηλαδή διακριτά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Ο Κώδικας εστιάζει στις ομοιότητες της δημοψηφισματικής διαδικασίας με τη συνήθη εκλογική διαδικασία διαφοροποιώντας τις ρυθμίσεις του με στόχο τη διαμόρφωση ενός δικαίου το οποίο να εγγυάται την αχειραγώγητη και ανόθευτη διεξαγωγή της. Το αίτημα αυτό, ωστόσο, δεν είναι διαδικαστικό ή τυπικό αλλά ουσιαστικό. Αυτό που διαφαίνεται με καθαρότητα στο κείμενο του Κώδικα είναι η ανάγκη για διεξαγωγή των δημοψηφισμάτων σε ένα πλαίσιο το οποίο να ενεργοποιεί τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, τον ελεύθερο διάλογο επί των προτάσεων του δημοψηφίσματος, την ουσιαστική πληροφόρηση και ενημέρωση των πολιτών για τις συνέπειές του μέσα από την αποτροπή κάθε μορφής χειραγωγικής πρακτικής επί του εκλογικού σώματος.

3. Το εθνικό συνταγματικό πλαίσιο (άρθρο 44 §2) και ο Ν. 4023/2011

Σε εθνικό επίπεδο το κανονιστικό περί δημοψηφισμάτων πλαίσιο καθορίζεται από το άρθρο 44 §2 Σ το οποίο με την αναθεώρηση του 1986 μετέφερε μια αποφασιστική κατά το Σύνταγμα του 1975 αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας στην Κυβέρνηση και τη Βουλή καθιερώνοντας: α) το δημοψήφισμα για κρίσιμο εθνικό θέμα και β) το δημοψήφισμα για σοβαρό κοινωνικό ζήτημα. Σε επίπεδο κοινής νομοθεσίας τη δημοψηφισματική διαδικασία ρυθμίζει ο Ν. 4023/2011 ο οποίος αντικατέστησε το Ν. 350/197620.

Τα δημοψηφίσματα για κρίσιμο εθνικό θέμα και για σοβαρό κοινωνικό ζήτημα διαφοροποιούνται ως προς τις ουσιαστικές και διαδικαστικές τους προϋποθέσεις. Έτσι, το δημοψήφισμα για εθνικό θέμα εντάσσεται στη σφαίρα της γενικής αρμοδιότητας της Κυβέρνησης περί εθνικών θεμάτων. Στο πλαίσιο αυτό τελεί σε αντιστοιχία με τη συνταγματική δυνατότητα της Κυβέρνησης να ζητήσει τη διάλυση της Βουλής για την αντιμετώπιση εξαιρετικού θέματος εθνικής σημασίας (άρθρο 41 §2 Σ), η οποία διαθέτει οιονεί δημοψηφισματική λειτουργία αν η επίκλησή της δεν είναι προσχηματική αλλά και με την αρμοδιότητά της να κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας (άρθρο 81 §1 Σ). Την αποφασιστική αρμοδιότητα της Κυβέρνησης για τη διενέργεια δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα επιβεβαιώνει και η συνταγματική απαίτηση για υποβολή της πρότασης από το υπουργικό συμβούλιο, η επιβεβαίωση της από την απόλυτη πλειοψηφία της Βουλής (τη συνήθη δηλαδή κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Κυβέρνησης), καθώς και η ονομαστική αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας περιοριζόμενο στον έλεγχο της τήρησης των σχετικών διαδικαστικών προϋποθέσεων.

Η ουσιαστική για την Κυβέρνηση πολιτική σημασία του δημοψηφίσματος αυτού θα πρέπει να εντοπιστεί στη νομιμοποιητική ενέργειά του είτε έναντι ενός αντιπαρατιθέμενου προς τις κυβερνητικές επιλογές εκλογικού σώματος είτε μιας οριακά διχασμένης επί ενός εθνικού θέματος Βουλής. Πρόκειται για την πιο ‘επικίνδυνη’ κατηγορία δημοψηφίσματος από τη σκοπιά της ενεργοποίησης των αρνητικών πτυχών της δημοψηφισματικής διαδικασίας, ιδίως της δυνατότητας που παρέχει για χειραγώγηση και καθοδήγηση του εθνικού αισθήματος του εκλογικού σώματος21. Παρά το ότι ως προς το θέμα και το ουσιαστικό περιεχόμενο του δημοψηφίσματος αυτού η ελληνική θεωρία ομονοεί, προτείνοντας ζητήματα εθνικής, εξωτερικής πολιτικής και άμυνας ως το κύριο θεματικό του περιεχόμενο, αμφιγνωμία επικρατεί ως προς τις κανονιστικές τους επιπτώσεις. Έτσι, υποστηρίζεται ότι είναι συμβουλευτικό με δεσμευτικό αποτέλεσμα, αποφασιστικό και αποφασιστικό επί της αρχής22. Στη διχογνωμία αυτή τοποθετείται το Επεξηγηματικό επί του Κώδικα Μνημόνιο της Επιτροπής της Βενετίας, το οποίο ευθέως συνιστά τα δημοψηφίσματα τα οποία τίθενται επί ζητημάτων αρχής και τα οποία συνιστούν προστάδιο άλλης νομοθετικής, αναθεωρητικής ή πολιτικής διαδικασίας να κατατάσσονται στα συμβουλευτικά23

Από την πλευρά του το δεύτερο δημοψήφισμα για σοβαρό κοινωνικό ζήτημα εκτός από τα δημοσιονομικά ανήκει στη σφαίρα των αρμοδιοτήτων της Βουλής, της οποίας και συνιστά δυνατότητα. Πράγματι, το δημοψήφισμα αυτό προτείνεται από πλειοψηφία 2/5, ενώ εγκρίνεται από συναινεσιακή, υπερκομματική κοινοβουλευτική πλειοψηφία 3/5 των μελών του Κοινοβουλίου. Το δημοψήφισμα αυτό διαθέτει επίσης νομιμοποιητικό χαρακτήρα στο βαθμό που διενεργείται επί ψηφισμένων νομοσχεδίων24 δηλαδή επί νομοθετικών πρωτοβουλιών της Κυβέρνησης με τις οποίες επί της αρχής συναινεί η Βουλή, παρέχοντάς της τη δυνατότητα να μεταφέρει ή και να διευρύνει την ευθύνη της νομιμοποίησης των κυβερνητικών πρωτοβουλιών και στο λαό25. Παράλληλα, η υψηλή, συναινεσιακή πλειοψηφία που απαιτείται παρέχει τη δυνατότητα στη Βουλή να προκαλέσει γενικότερη κρίση νομιμοποίησης στην εκάστοτε Κυβέρνηση στην περίπτωση που αυτή διαφωνεί με την προσφυγή σε δημοψήφισμα, προσδίδοντας στην περίπτωση αυτή και οριακά ελεγκτικό προς την κυβέρνηση, χαρακτήρα στη συγκεκριμένη δημοψηφισματική διαδικασία. Στη θεωρία, ορθά επισημαίνεται ότι η εξαίρεση των δημοσιονομικών ζητημάτων26 θα πρέπει να γίνεται κατανοητή ως strictu sensu27, ενώ το δημοψήφισμα γίνεται κατανοητό ως «αναβλητικής αρνησικυρίας» με την έννοια ότι δεν παγώνει τη λήψη της νομοθετικής πρωτοβουλίας αλλά την μεταθέτει σε εύλογο χρόνο, στη βουλευτική περίοδο που ακολουθεί την απόρριψή της28.

Στην ενεργοποίηση του συνταγματικού αυτού πλαισίου απέβλεψε ο Ν. 4023/2011. Ο νόμος περιλαμβάνει 24 άρθρα μαζί με τις τελικές του διατάξεις και ρυθμίζει τα ζητήματα της διατύπωσης των ερωτημάτων του δημοψηφίσματος (κατά τρόπο σαφή και σύντομο, άρθρο 3 §2), τις αρχές της ψηφοφορίας κατά αντιστοιχία με τις βουλευτικές εκλογές (άρθρο 4 §1), τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών πέραν των πολιτικών κομμάτων κοινοβουλευτικών και μη κομμάτων (άρθρο 5 και 10), ειδικές εγγυήσεις σχετικά με την παροχή ιδιωτικής χρηματοδότησης κατά τη διενέργεια του δημοψηφίσματος (άρθρο 6), ειδικές εγγυήσεις για την προβολή των κομμάτων και της κοινωνίας των πολιτών στα ΜΜΕ (άρθρο 9), εγγυήσεις σχετικά με τη διατύπωση των ερωτημάτων και την επιλογή των απαντήσεων του δημοψηφίσματος (άρθρο 15), κατώφλι αποδοχής του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος (πλειοψηφία συμμετοχής τουλάχιστον 40% για το εθνικό και 50% για το δημοψήφισμα νομοσχεδίου το οποίο ρυθμίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, άρθρο 16), ενώ ο έλεγχος του κύρους του δημοψηφίσματος ανατίθεται στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 101 §, 1, εδ. β΄ Σ, (άρθρο 20).

Στη συνολική διατύπωση του το νομοθέτημα αφίσταται από τα βασικά standard τα οποία θέτει ο Κώδικας της Επιτροπής της Βενετίας, με τον τρόπο που εκτέθηκαν παραπάνω. Έτσι, ενώ η ρητά αναφορά στη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών πιστώνεται στα θετικά του σχετικού νομοθετικού πλαισίου, εν τούτοις ο νομοθέτης διαφοροποιεί μεταξύ εκλογικής χρηματοδότησης κομμάτων και χρηματοδότησης της υποστήριξης δημοψηφισμάτων από την κοινωνία των πολιτών, στο βαθμό που αφίσταται εντελώς από τη χρηματοδότηση των τελευταίων. Από τη σκοπιά αυτή, το νομοθέτημα δεν επιτυγχάνει στο να εξασφαλίζει πραγματική ισότητα ευκαιριών μεταξύ κομμάτων και κοινωνίας των πολιτών κατά τη διεξαγωγή της δημοψηφισματικής διαδικασίας29.

Ο νόμος επιπλέον υστερεί στη διαμόρφωση ενός πραγματικά εγγυητικού πλαισίου αναφορικά με την αναλυτική καταγραφή τόσο της μορφής της διατύπωσης των ερωτημάτων του δημοψηφίσματος όσο και των κανονιστικών αποτελεσμάτων της δημοψηφισματικής διαδικασίας αφήνοντας ευρύ πεδίο διακριτικής ευχέρειας στα αρμόδια όργανα του κράτους να υιοθετήσουν χειραγωγικές επί των ψηφοφόρων πρακτικές ιδιαίτερα επίφοβες στις δημοψηφισματικές διαδικασίες30. Ιδιαίτερα προβληματική, τέλος, σε σχέση με τις θεμελιακές αρχές του Κώδικα της Επιτροπής της Βενετίας, είναι η τοποθέτηση κατωφλιού για την αποδοχή των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος με όριο το 40% στην περίπτωση του εθνικού δημοψηφίσματος και 50% στην περίπτωση του δημοψηφίσματος για νομοσχέδιο το οποίο ρυθμίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα. Η εξομοίωση στο σημείο αυτό της αρνητικής ψήφου με την αποχή των ψηφοφόρων ενισχύεται31, ενώ η απάθεια των ψηφοφόρων ουσιαστικά ενθαρρύνεται από το νομοθέτη σε ένα νομοθέτημα το οποίο θα έπρεπε να στοχεύει στην αναζωογόνηση της πολιτικής συμμετοχής σε μια περίοδο κρίσης των θεσμών και έντονης απαξίωσής τους. 

  • 1. Σήμερα όλα τα μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης συμμετέχουν στην Επιτροπή της Βενετίας. Η Επιτροπή αποτελείται συνολικά από 58 μέλη (η Λευκορωσία συμμετέχει ως συνεργαζόμενο μέλος, η Αργεντινή, ο Καναδάς, το Βατικανό, η Ιαπωνία, οι ΗΠΑ και η Ουρουγουάη συμμετέχουν ως παρατηρητές, ενώ η Νότια Αφρική και η Παλαιστινιακή Εθνική Αρχή διαθέτουν status αντίστοιχο με αυτό των παρατηρητών). Επίσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ο ΟΟΣΑ συμμετέχουν στις Ολομέλειες της Επιτροπής της Βενετίας.
  • 2. Βλ. για τις αρμοδιότητες και το ρόλο της Επιτροπής της Βενετίας, Α. PECORARIO, «I vent’anni della Commissione di Venezia del’Consiglio d’Europa: storia di uno dei più formidabili successi della diplomazia italiana nelle relazioni jiuridiche internazionali», Rivista di Studi Politici-S.Pio V, Anno XXII, luglio-settembre 2010, σ. 49-74. Επίσης, Τ. MARKERT, «Der Beitrag der Venedig Kommission», σε G. WOLFGANG/ I. WINKELMANN, Bosnien-Herzegowina im Horizont Europas, Tübingen Schriften zum Staats- und Verwaltungsrecht, Band 69/32, σ. 87-107, J. JEFFREY, «The Venice CommissionDisseminating Democracy through law», Public Law, 2001, σ. 671-683.
  • 3. Βλ. S. BARTOLE, «Final Remarks: The Role of Venice Commission», Review of Central and East European Law, 2000, σελ. 351-363, (351).
  • 4. Ό.π. στο ίδιο.
  • 5. Ό.π. σ. 352-353.
  • 6. Ό.π. στο ίδιο.
  • 7. Βλ. το Επεξηγηματικό Μνημόνιο επί του Κώδικα της Επιτροπής της Βενετίας, ιδίως Γενικά Σχόλια § 1 και 2 όπου και ρητά υπογραμμίζεται η διασύνδεση αυτή, «Στο βαθμό που είναι δυνατό, οι κατευθυντήριες γραμμές για τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων απηχούν τον ‘Κώδικα Καλής Πρακτικής σε Εκλογικά Ζητήματα’.
  • 8. Με την επιφύλαξη πως η διαδικασία δεν «οδηγεί σε νοθεία». Βλ. Επεξηγηματικό Μνημόνιο, ό.π. § 6 (Ι 1.1).
  • 9. Στο Επεξηγηματικό Μνημόνιο τονίζεται ότι ειδικά η αρχή της ισότητας των ευκαιριών διαφοροποιείται στα δημοψηφίσματα σε σχέση με τη συνήθη εκλογική διαδικασία, στο βαθμό που οι απόψεις που αντιπαραβάλλονται σε ένα δημοψήφισμα μπορεί να προέρχονται όχι μόνον από θεσμικούς παράγοντες αλλά και από την ίδια την κοινωνία των πολιτών, ό.π. § 8 (Ι 2.2).
  • 10. Βλ. Επεξηγηματικό Μνημόνιο, ό.π. § 11 (Ι 2.3), «Όπως και στην περίπτωση των εκλογών, είναι δυνατόν να υπάρχουν σε κάποιες περιπτώσεις λόγοι για να ληφθούν υπόψη, οι ειδικές περιστάσεις των εθνικών μειονοτήτων. Ειδικότερα, μια τέτοια περίπτωση αναφέρεται σε ένα δημοψήφισμα αυτοκυβέρνησης για μια περιοχή με μια σχετικά υψηλή συγκέντρωση μειονοτικού πληθυσμού: μια διπλή πλειοψηφία από ψηφοφόρους εντός της περιοχής αυτής και σε όλη τη χώρα θα πρέπει να απαιτηθεί».
  • 11. Βλ. Επεξηγηματικό Μνημόνιο, ό.π. § 13 ( Ι 3.1) όπου ρητά τονίζεται η υποχρέωση των δημόσιων αρχών να αφίστανται από οποιουδήποτε είδους μονόπλευρη εκστρατεία υπερ της μιας ή της άλλης συγκρουόμενης άποψης. Ιδιαίτερη σημασία θα πρέπει να δίδεται στην επιμήκυνση της δημοψηφισματικής διαδικασίας πέρα από τα προβλεπόμενα στο νόμο όρια, περίπτωση κατά την οποία ουσιαστικά οι δημόσιες αρχές επιχειρούν να καταστήσουν άνευ σημασίας το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, ιδίως σε δημοψηφίσματα λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, βλ. ό.π. § 18 ( Ι 3.2).
  • 12. 5 Βλ. Rec(2004)11 της Επιτροπής των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα ‘Νομικά, Λειτουργικά και Τεχνικά standard για την Ηλεκτρονική Ψήφο’.
  • 13. Το Επεξηγηματικό Μνημόνιο υπογραμμίζει τη σημασία της ασφάλειας δικαίου ως προϋπόθεση για τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων που σέβονται την ανόθευτη και γνήσια εκδήλωση της πολιτικής βούλησης του εκλογικού σώματος. Ειδικότερα, επισημαίνεται η ανάγκη ρητής πρόβλεψης της φύσης, των κανονιστικών επιπτώσεων των δημοψηφισμάτων, ενώ επισημαίνεται η ανάγκη το σχετικό καθεστώς να παραμένει αμετάβλητο τουλάχιστον επί ένα έτος πριν τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, ό.π. § 20 (ΙΙ 2).
  • 14. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η τυπολογία η οποία προτείνεται από το Επεξηγηματικό Μνημόνιο αναφορικά με τις μορφές ερωτημάτων και κειμένων που είναι δυνατόν να τεθούν σε δημοψήφισμα. Έτσι, κείμενα τα οποία τίθενται σε δημοψήφισμα είναι δυνατόν να έχουν τη μορφή: α) ενός ειδικά διατυπωμένου σχεδίου αναθεώρησης ή νόμου, β) να εισάγουν την ακύρωσης μιας υπάρχουσας κανονιστικής ρύθμισης, γ) ενός ερωτήματος επί της αρχής (πχ. είστε υπερ ή κατά της αναθεώρησης του Συντάγματος;) και δ) να είναι διαμορφωμένα με τη μορφή μιας ‘γενικόλογα διατυπωμένης πρότασης’ (πχ. είστε υπερ της αναθεώρησης του Συντάγματος προκειμένου να καταργηθεί ο θεσμός του βουλευτικού ακαταδίωκτου;). H μορφή του ερωτήματος επιδρά και στις κανονιστικές συνέπειες του δημοψηφίσματος. Έτσι, για παράδειγμα ένα δημοψήφισμα το οποίο αφορά ερώτημα επί της αρχής ή επί μιας ‘γενικόλογα διατυπωμένης πρότασης’ αποτελεί απλώς το προστάδιο μιας διαδικασίας (αναθεωρητικής ή νομοθετικής) η οποία θα ακολουθήσει. Βλ. Επεξηγηματικό Μνημόνιο, ό.π. § 28, 29 (ΙΙ 2).
  • 15. Πρβ. στη σχετική προβληματική στο παράδειγμα του τουρκικού δημοψηφίσματος ‘πακέτο’ του 2007, με το οποίο μετατοπίστηκε ουσιαστικά το πολίτευμα του κράτους προς τον προεδρισμό, Χ. Μ. ΑΚΡΙΒΟΠΟΥΛΟΥ/ M. AKKARACA KÖSE, «Οι πρόσφατες συνταγματικές αναθεωρήσεις στην Τουρκία (2007, 2008 & 2010) ως πεδίο πολιτικής έντασης και άσκησης ‘συντακτικής’ εξουσίας», ΤοΣ, 4/2010, σ. 767-804 (777).
  • 16. Κατά τη χαρακτηριστική βασική αρχή της Επιτροπής της Βενετίας ότι ένα δημοψήφισμα δεν είναι δυνατόν να «‘παγώνει’ μια νομική κατάσταση επ’ άπειρον». Βλ. Επεξηγηματικό Μνημόνιο, ό.π. § 44 (ΙΙ 5). Πρβ. την περίπτωση των δημοψηφισμάτων τις Ιρλανδίας και το δημοψήφισμα του 1983 για το ζήτημα των αμβλώσεων, Χ. Μ. ΑΚΡΙΒΟΠΟΥΛΟΥ, «Η υπόθεση ΕΔΔΑ Α, Β και C κατά Ιρλανδίας μεταξύ δικαίου και ηθικής, το δικαίωμα στην άμβλωση και η χαμένη ευκαιρία για μια ευρωπαϊκή Roe versus Wade», (υπό δημοσίευση σε ΔτΑ, 2013).
  • 17. 0 Και θα πρέπει για το λόγο αυτό να θεωρούνται συμβουλευτικά, Επεξηγηματικό Μνημόνιο, ό.π. §54, (ΙΙ 8).
  • 18. 1 Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται, «Ένα ποσοστό αποτελέσματος (ελάχιστο ποσοστό) σημαίνει ότι είναι προς το συμφέρον των αντιπάλων της πρότασης να απέχουν αντί να ψηφίσουν κατά της. Για παράδειγμα αν 48% των ψηφοφόρων είναι υπερ μιας πρότασης, 5% είναι κατά και 47% προτίθενται να απέχουν, το 5% των αντιπάλων χρειάζεται μόνο να εγκαταλείψουν την κάλπη προκειμένου να επιβάλλουν την άποψή τους, μολονότι συνιστούν μειοψηφία». Βλ. Επεξηγηματικό Μνημόνιο ό.π. §51 (ΙΙ 7).
  • 19. Ειδικότερα υπογραμμίζεται ότι, «ένα ποσοστό αποδοχής (αποδοχή από ένα ελάχιστο ποσοστό από εγγεγραμμένους ψηφοφόρους) μπορεί επίσης να είναι αμφιλεγόμενο. Μπορεί να είναι τόσο υψηλό ώστε να καταστήσει μια μεταβολή εξαιρετικά δύσκολη. Αν ένα κείμενο καταστεί αποδεκτό –ακόμη και με μια ουσιαστική διαφορά- από μια πλειοψηφία ψηφοφόρων χωρίς το αποτέλεσμα να έχει προσεγγιστεί, η πολιτική κατάσταση καθίσταται εξαιρετικά περίεργη, καθώς η πλειοψηφία θα θεωρεί ότι έχει στερηθεί τη νίκη χωρίς προφανή λόγο». Βλ. Επεξηγηματικό Μνημόνιο ό.π. § 52 (ΙΙ 7).
  • 20. Αντίστοιχα, τα τοπικά δημοψηφίσματα ρυθμίζει ο Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων (Ν. 3463/2006), διάταξη (άρθρο 216) που διατηρήθηκε και μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 3852/2012 (Πρόγραμμα Καλλικράτης). Η δυνατότητα διεξαγωγής τοπικού δημοψηφίσματος περιορίζεται σε θέματα τοπικής σημασίας, ενώ η πρωτοβουλία για τη διενέργεια του δεν είναι λαϊκή αλλά επαφίεται σε απόφαση των 2/3 του Δημοτικού Συμβουλίου γεγονός που δυσχεραίνει την ουσιαστική προσφυγή σε τοπικές δημοψηφισματικές διαδικασίες. Σύμφωνα με το άρθρο 216 §3 η μόνη δυνατότητα της τοπικής κοινωνίας να υποβάλει πρόταση δημοψηφίσματος αφορά τη συνένωση κοινότητα και δήμου ή την προσάρτηση τοπικού διαμερίσματος σε άλλο δήμο και απαιτεί τη συγκέντρωση υπογραφών του 1/3 των δημοτών. Βλ. Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα- Κομοτηνή 2008, σ. 370.
  • 21. Βλ. την κριτική που ασκεί ο Α. ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, Σάκκουλας, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, σ. 325, «…η δημοψηφισματική διαδικασία σχηματοποιεί και απλοποιεί την αντιπαράθεση, θέτει εκβιαστικά πολιτικά διλήμματα στο λαό και ευνοεί «καισαρικής» μορφής ενέργειες της πολιτικής εξουσίας. Τα δημοψηφίσματα αποφασίζονται και διενεργούνται συνήθως από προσωποπαγείς ή προσωποποιημένες πολιτικές εξουσίες, για να επιβεβαιώσουν την «προσωπική» γοητεία του ηγέτη τους. Αποτελούν φαινόμενα «μαζικής δημοκρατίας», διότι αντιμετωπίζουν τον λαό ως μάζα και όχι ως έλλογο και διαβουλευόμενο υποκείμενο».
  • 22. Βλ. ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ, ό.π. σ. 299, ο οποίος υποστηρίζει ότι πρόκειται για συμβουλευτικό δημοψήφισμα του οποίου το αποτέλεσμα δεσμεύει, ο ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, ό.π. σ. 362 υποστηρίζει ότι πρόκειται για αποφασιστικό επί της αρχής δημοψήφισμα, ενώ ο Κ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ, Συνταγματικό Δίκαιο, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2003, σ. 417 το θεωρεί δεσμευτικό αλλά μόνο επί της αρχής και ο Φ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Συνταγματικό Δίκαιο, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, σ. 196, ο οποίος χαρακτηρίζει και τα δυο δημοψηφίσματα ως αποφασιστικά και γνήσια.
  • 23. Βλ. Επεξηγηματικό Μνημόνιο, ό.π. § 54 (ΙΙ 8).
  • 24. Διαφωνεί με την άποψη αυτή ο ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, ό.π. σ. 363, ο οποίος διατυπώνει, επικαλούμενος ιστορικό επιχείρημα, την άποψη ότι στις εργασίες της η αναθεωρητική Βουλή του 1986 απέβλεψε στη δυνατότητα διεξαγωγής δημοψηφίσματος και στις περιπτώσεις πρότασης νόμων που η ίδια έχει υποβάλει. Πρόκειται για επιχείρημα το οποίο είναι δυνατόν να υποστηριχθεί και στη βάση του ότι ούτως ή άλλως το Σύνταγμα προβλέπει τη συναίνεση της Βουλής επί της αρχής και στην περίπτωση νομοσχεδίου που προέρχεται από την κυβέρνηση (ψηφισμένο νομοσχέδιο), οπότε σε κάθε περίπτωση είναι δυνατόν να υποστηριχθεί και ότι είναι δυνατόν να προτείνει δημοψήφισμα επί δικής της νομοθετικής προτάσεως (από το μείζον στο έλασσον). Η ενεργοποίηση μάλιστα στην περίπτωση αυτή της δημοψηφισματικής διαδικασίας καθίσταται ακόμη πιο ζωτική για τη Βουλή, αφού αυτή θα είναι που θα έχει και την ευθύνη της σχετικής νομοθετικής πρότασης και άρα θα αναζητά τη διεύρυνση της νομιμοποίησής της με την προσφυγή στο εκλογικό σώμα.
  • 25. Βλ. infra στο δεύτερο μέρος της παρούσας μελέτης.
  • 26. Ιδιαίτερα συνηθισμένη εξαίρεση στη δημοψηφισματική πρακτική. Βλ. infra στο δεύτερο μέρος της παρούσας μελέτης.
  • 27. Βλ. ιδίως ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, ό.π. σ. 364. Ο συγγραφέας επιχειρεί παράλληλα μια διάκριση μεταξύ εθνικού και κοινωνικού ζητήματος από τα πολιτικά ζητήματα τα οποία κατά την άποψή του εξαιρούνται από τη συστηματική διατύπωση του άρθρου 44 §1 Σ. Κατά την άποψή που υιοθετείται στην παρούσα μελέτη, η διάκριση αυτή δεν λαμβάνει υπόψη της ότι τόσο τα εθνικά όσο και τα κοινωνικά ζητήματα τελούν στον πυρήνα των πολιτικών ζητημάτων που απασχολούν μια πολιτική κοινότητα εν γένει. Η αποδοχή της άποψης αυτής θα αναγνώριζε τα εθνικά και κοινωνικά ζητήματα ως α-πολιτικά και θα παρέβλεπε ότι η μόνη ουσιαστική διάκριση που εισάγει η σχετική συνταγματική διάταξη είναι μεταξύ σοβαρών και κρίσιμων εθνικών και κοινωνικών ζητημάτων και θεμάτων καθημερινής ή ήσσονος πολιτικής σημασίας, ό.π. σ. 361.
  • 28. Βλ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ, ό.π. 417.
  • 29. Βλ. Επεξηγηματικό Μνημόνιο, ό.π. § 24, I 3.3, όπου και ορίζεται ότι «Οι εθνικοί κανόνες που αφορούν τη δημόσια και ιδιωτική χρηματοδότηση των κομμάτων και των προεκλογικών εκστρατειών θα πρέπει να εφαρμόζονται και στις εκστρατείες υπερ και κατά του δημοψηφίσματος».
  • 30. Βλ. Επεξηγηματικό Μνημόνιο, ό.π. ιδίως § 27, II 2 και § 53, II 8.
  • 31. Βλ. Επεξηγηματικό Μνημόνιο, ό.π. § 51, II 7.

Χριστίνα Ακριβοπούλου

[

Σύνδεση στο Lawspot

Enter your e-mail address or username.
Enter the password that accompanies your e-mail.
Ξεχάσατε τον κωδικό σας;
logo

Δεν έχετε λογαριασμό;

Μπορείτε να εγγραφείτε στο Lawspot ανεξαρτήτως ιδιότητας, ως δικηγόρος, συμβολαιογράφος ή και απλός χρήστης, συμπληρώνοντας τη σχετική φόρμα εδώ.

Αν είστε δικηγόρος, με την εγγραφή σας στο Lawspot.gr κερδίζετε σημαντικά οφέλη. Δείτε αναλυτικές πληροφορίες εδώ.

send